Είχαν γνωριστεί πριν από 65 χρόνια, μελλοθάνατοι κι οι δυο, τον καιρό του Εμφυλίου. Ο Λεωνίδας Κύρκος, ιστορικός ηγέτης της Ανανεωτικής Αριστεράς, και ο Μανώλης Γλέζος, που έγινε σύμβολο της αντίστασης κατά του ναζισμού, βρέθηκαν πολλές φορές μαζί σε κελιά και ξερονήσια, φόρεσαν την ίδια χειροπέδα, ως στελέχη του ΚΚΕ τότε, και μαζί γλύτωσαν την εκτέλεση. Αργότερα, μετά τη συγκρότηση της ΕΔΑ εκλέχθηκαν βουλευτές της και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, κι οι δυο τάχθηκαν υπέρ του «δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό». Ο Λεωνίδας Κύρκος αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Εσωτερικού, της ΕΑΡ και του ενιαίου Συνασπισμού. Ο Μανώλης Γλέζος , μετά τη Δικτατορία, συνέχισε να δραστηριοποιείται πολιτικά στην ΕΔΑ, ίδρυσε την Αμεση Δημοκρατία, εκλέχθηκε βουλευτής με το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΝ και σήμερα είναι στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ενεργούς Πολίτες.

Ο Μανώλης Γλέζος μιλά στο «Βήμα» για τον Λεωνίδα Κύρκο, τον συναγωνιστή, σύντροφο και φίλο του, που έφυγε από τη ζωή. Θυμάται στιγμές που έζησαν μαζί και τον αποχαιρετά:

«Τον Λεωνίδα τον γνώρισα το 1948, στην άψα του Εμφυλίου. Είχαμε μπει κάμποσοι σε ένα καΐκι που ξεκίνησε από το Πέραμα για να περάσουμε στην Ιταλία, αλλά κάπου κοντά στην Ψυττάλεια μας συνέλαβαν από προδοσία -δεν μάθαμε τι και ποιος. Μας πήγαν στη Γενική Ασφάλεια Πειραιώς με την κατηγορία του 509 περί απόσπασης μέρους του όλου της χώρας και παράδοσης στους ξένους. Εκεί γνωριστήκαμε. Μαζί ήταν και η Καλλί, η μέλλουσα γυναίκα του. Στη συνέχεια μας πήγαν στις φυλακές των Βούρλων. Εμένα με καταδίκασαν σε θάνατο τον Οκτώβριο του 1948 για άλλη υπόθεση και τον Λεωνίδα, επειδή είχε επιστρατευθεί η κλάση του, τον πήγαν στο Μακρονήσι. Το ΄49 τον έφεραν στις φυλακές Αβέρωφ για να περάσει σε δίκη μαζί με μένα, τον Στέλιο Δαμιανίδη -δάσκαλο από τις Σέρρες και Ακροναυπλιώτη – και τον Μανώλη Τσερέπα -καθηγητής από τη Σάμο. Καταδίκη σε θάνατο όλοι.
Υπήρχε ένα έθος για τους μελλοθάνατους: δεν κλείνονταν αμέσως στο «γολγοθά» (έτσι λέγαμε το κελί του θανάτου), αλλά για λίγες ημέρες, μέχρι οι δικηγόροι να κάνουν αίτηση χάριτος, έμεναν μαζί με τους συγκρατούμενούς τους. Η μοναδική εξαίρεση έγινε για μας. Αμέσως μόλις μας ανακοίνωσαν στο Μεταγωγών Αθηνών την απόφαση για εκτέλεση μας έκλεισαν στον «γολγοθά». Είμαστε και οι τέσσερις σε ξεχωριστά κελιά αλλά στον ίδιο χώρο. Εκεί μιλούσαμε αγγλικά, ονομάζοντας τα κελιά ραδιοφωνικό σταθμό -broadcast 1, 2, 3, 4. Οι φύλακες μας έλεγαν: «μιλάτε ρώσικα για να μην σας καταλαβαίνουμε…». Δέκα ημέρες δεν είχαμε καμιά απολύτως επαφή με τους υπόλοιπους συγκρατουμένους μας στη φυλακή και με τον έξω κόσμο. Ορισμένοι φύλακες έλεγαν ότι άλλοι από αυτούς θέλανε την εκτέλεσή μας κι άλλοι όχι. Μετά μάθαμε τι μεσολάβησε. Ο Ντε Γκολ είχε πει ότι ήμουν ο πρώτος παρτιζάνος της Ευρώπης (δεν ήταν σωστό αυτό γιατί ο πρώτος αντιστασιακός ήταν ο Μάθιος Πόταγας) και δεν έπρεπε να μας εκτελέσουν.

Είχαμε μια καλή φίλη, την Αικατερίνη Προβελλεγγίου, μητέρα ενός συγκρατουμένου μας, του Κώστα Προβελλεγγίου, η οποία γνώριζε προσωπικά τον υπουργό Δικαιοσύνης. Τον επισκέφτηκε και του είπε πώς είναι δυνατόν να εκτελέσεις κάποιους όταν υπέρ τους έχουν δημόσια τοποθετηθεί πρόεδροι δημοκρατιών, ο Σαρτρ, ο Αραγκόν, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι. Εκείνος της είχε πει ότι δεν συγκινείται από αυτά αλλά προβληματίζεται από τα χιλιάδες τηλεγραφήματα που φτάνουν στο υπουργείο. Σκεφτόταν τους ψηφοφόρους. Ο λαός είχε κινητοποιηθεί. Να σκεφτείτε ότι από χωριό μου, με επικεφαλής τους παπάδες, υπέγραψαν όλοι για να αποτραπεί η εκτέλεσή μας. Αργότερα, ο Σπύρος Μαρκεζίνης μου είπε ότι είχε μιλήσει με τον Παπάγο και στο υπουργικό συμβούλιο πρότεινε να μην γίνει η εκτέλεση. Ουσιαστικά μας έσωσε η μανία του διοικητή του Α΄Σώματος Στρατού που θα έκανε την εκτέλεση. Φώναξε δημοσιογράφους, ξένους και Έλληνες, και είπε ότι θα γίνει πανηγυρική εκτέλεση, με σάλπιγγες και τύμπανα. Στο Α΄Νεκροταφείο είχαν ανοίξει τους τάφους μας. Πήγε η μάνα μου και τους είδε, όπως τους είδαν και οι δημοσιογράφοι.
Τότε ήταν που επισκέφτηκε η μάνα μου τον Μαρκεζίνη, που ήταν Κυκλαδίτης, και του μίλησε. Πάρθηκε η απόφαση για αναστολή της εκτέλεσης. Για χρόνια περιμέναμε ότι κάποια στιγμή θα μας εκτελούσαν, μέχρι που το 1951 ο ΟΗΕ αποφάσισε να μην γίνονται εκτελέσεις στην Ελλάδα.

Όταν μας έβγαλαν από τον «γολγοθά» είμαστε μαζί στο ίδιο κελί με τον Λεωνίδα τον Κύρκο. Εκεί γνώρισα έναν αγωνιστή, ένα σύντροφο που είχαμε τους ίδιους στόχους και τα ίδια οράματα. Έλεγα ότι είχε θηλυκό μυαλό – γεννούσε πάντα ιδέες.

Μετά μας χώρισαν. Ξανασυναντηθήκαμε στις φυλακές της Κέρκυρας που ήταν ο Δαμιανίδης. Κάθε εβδομάδα έπαιρναν ανθρώπους για εκτέλεση. Εκεί γνώρισα την ψυχική καρτερία του Λεωνίδα, την προθυμία του να βοηθήσει τον διπλανό. Δεν μας επέτρεπαν να έχουμε βιβλία, χαρτιά… Κάναμε μαθήματα ο ένας στον άλλο με όσα ξέραμε. «Bonjour, il faut parler en francais», λέγαμε. Μαθαίναμε γαλλικά και ό,τι άλλο, δημοσιογραφία…
Μετά, όταν αποφυλακιστήκαμε ζήσαμε το μεγαλούργημα της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, της ΕΔΑ, μετά την πορεία ειρήνης από το Ωλντερμάστον στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου με τον Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Σπύρο Λιναρδάτο και άλλους.

Μας έπιασαν ξανά στη Δικτατορία. Είμαστε στον ίδιο θάλαμο στο στρατόπεδο αρμάτων στο Γουδί και μετά μας πήγαν στο Πικέρμι, σε ένα ξενοδοχείο που είχε μετατραπεί σε χώρο συγκέντρωσης συλληφθέντων – εκεί ήταν και ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κων. Μητσοτάκης, ο Γιάννης Αλευράς. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Γενική Ασφάλεια Αθηνών, από όπου μας πήγαν στη Γυάρο και από εκεί στη Λέρο. Πάλι μαζί. Πολλά χρόνια, φυλακή και εξορίες. Σε κάποια ευκαιρία τον πάντρεψα με την Καλλί.
Πέρα από το χιούμορ του, ο Λεωνίδας ο Κύρκος ξεχώριζε για την αγάπη του στη μουσική. Σφύριζε την «Ωδή στη Χαρά» του Μπετόβεν στο κελί… Νομίζω ότι στη μνήμη του Λεωνίδα σήμερα, πέρα από το ποίημα που του αφιέρωσα, αξίζει να διαβάσω ένα ποίημα που του άρεσε πολύ:

«Απόψε συμφωνήσαμε
να καλέσουμε τα νεκρά παλικάρια
να μας κάνουν παρέα στα όνειρά μας.
Ξενυχτίσαμε πάνω στις βίγλες
και το πρωί αγναντεύαμε τον ήλιο
να κοιμίζει ένα ένα τα παροράματά μας
μην ξυπνήσουν και τρομάξουν ως θα μάς δουν
πίσω από τα σίδερα της φυλακής
να μετράμε στα δάκτυλά μας
τις δίκες και τις καταδίκες μας.
Σ΄ όλα τα παράθυρα και στα σταυρωτά κάγκελα
κόβεται το φως της Άνοιξης.
Κρέμονται βαριές οι ώρες της αντοχής.
Νικήσαμε τα όρια του θανάτου.
Κι ύστερις γράψαμε στις λευκές σελίδες
όλες τις νύχτες της αγωνίας
πριν από τις μάχες, τις διαδηλώσεις, τις εκτελέσεις.

Διαβάσαμε άλλη μια φορά για τις Θερμοπύλες, τον Μαραθώνα, το Μεσολόγγι, το Μανιάκι, το Σούλι».».