Η περίοδος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα ως τις συλλήψεις του αρχηγού και στελεχών της Χρυσής Αυγής (ΧΑ) συνοδεύθηκε από την πεποίθηση ότι η συγκυρία ήταν πρόσφορη για την αποδυνάμωση της εξτρεμιστικής οργάνωσης. Οι αρχικές ενδείξεις δημοσκοπικής πτώσης της ακολουθήθηκαν από τη σταθεροποίησή της στην κοινή γνώμη.
Αυτή η παραδοξότητα τροφοδοτεί πληθώρα συζητήσεων, οι οποίες αναφέρονται στην ιδεολογική εγγύτητα των υποστηρικτών της με την οργάνωση, στην προσέγγισή τους με όρους κοινωνικής ψυχολογίας και στον ρόλο της κρίσης ως παράγοντα εξτρεμιστικής κινητοποίησης. Ωστόσο έχει υποτιμηθεί η σημασία της στρατηγικής που η ΧΑ ακολούθησε προκειμένου να αναδειχθεί στην πολιτική σκηνή, καθώς και οι συνθήκες πολιτικής θυματοποίησης που δημιουργούνται μετά τις δολοφονίες των Γιώργου Φουντούλη και Μανώλη Καπελώνη.
Ακολουθώντας μια συνήθη πρακτική για τα κόμματα του δεξιού εξτρεμισμού, η ΧΑ επέλεξε τη στρατηγική της δημιουργίας οχυρών, προκειμένου να αποκτήσει κοινωνικές συνδέσεις και ορατότητα σε περιοχές στις οποίες κατ’ αρχάς συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και ανέπτυξε τις δραστηριότητές της. Τι είδους οχυρά δημιουργεί η ΧΑ και ποια η λειτουργικότητά τους για την εξάπλωση της επιρροής της; Η επιτόπια έρευνα μάς επιτρέπει να διατυπώσουμε ορισμένες προκαταρκτικές απαντήσεις στα ερωτήματα.
Ο πρώτος τύπος οχυρού προκύπτει από τον συνδυασμό βίαιου ακτιβισμού και προσφοράς «νατιβιστικών» υπηρεσιών «προστασίας» σε τοπικό επίπεδο. Η ΧΑ επιλέγει περιοχές όπου λόγω ειδικών προβλημάτων ή προηγούμενης ιδεολογικοπολιτικής εγγύτητας με τμήματα ψηφοφόρων το έδαφος εμφανίζεται πρόσφορο για την ανάπτυξη ενός ρεπερτορίου δράσεων. Η γνωστότερη περίπτωση που ταιριάζει σε αυτόν τον τύπο οχυρού είναι εκείνη του Αγίου Παντελεήμονα. Η υποβάθμιση της περιοχής, σε συνδυασμό με την υπερσυγκέντρωση μεταναστών το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 2000 και την αυξημένη εγκληματικότητα εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των περιστατικών ληστειών και διαρρήξεων μεταξύ 2006 και 2010, αποτέλεσε ικανή συνθήκη προκειμένου να διεισδύσει η οργάνωση σε γειτονιές του αθηναϊκού κέντρου. Η ΧΑ διαπλέκεται με επιτροπές κατοίκων του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος, πολώνει το κλίμα μεταξύ των αντίπαλων πλευρών και αυτοανακηρύσσεται «προστάτης» των γηγενών. Κατορθώνει έτσι να αποκτήσει εγγύτητα με τον τοπικό πληθυσμό, να στρατολογήσει ακτιβιστές και να προβάλει στελέχη της, να θέσει ζητήματα στη δημόσια αντζέντα, με ένα κομμάτι της τοπικής κοινωνίας να παρακολουθεί ως θεατής και ένα άλλο να μετέχει στον πυρήνα των πρωτοβουλιών της οργάνωσης προκειμένου αυτή να «καθαρίσει» την περιοχή από τους μετανάστες. Με τον τρόπο αυτόν η ΧΑ μετατρέπει το οχυρό σε ορμητήριο για την εξάπλωσή της στην επικράτεια.
Σε λαϊκές γειτονιές της Β’ Πειραιώς οικοδομείται ένας δεύτερος τύπος οχυρού: εδώ η οργάνωση δεν διασυνδέται απευθείας με την τοπική κοινωνία, αλλά «στήνει ενέδρα» στα ευάλωτα στρώματα εργατικής προέλευσης, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και η κοινωνική ανέχεια των οποίων τα αποκολλούν από τα παραδοσιακά τους στηρίγματα. Αν εξετάσει κανείς τα εκλογικά δεδομένα του 2012, θα διαπιστώσει ότι η άνοδος της ΧΑ ακολουθεί την πτώση του ΚΚΕ.

Στη Β’ Πειραιώς (Πέραμα, Κερατσίνι, Δραπετσώνα) ένα φαινόμενο εγχώριου «εργατολεπενισμού» βρίσκεται σε εξέλιξη: ό,τι συνέβη στη Γαλλία με το Εθνικό Μέτωπο τη δεκαετία του 1990, όταν εκλογείς με γνωρίσματα ψηφοφόρου της Αριστεράς πέρασαν στην Ακροδεξιά. Ο ίδιος τύπος δημιουργίας οχυρού διά μέσου «ενέδρας» εμφανίζεται σε περιβάλλοντα ευάλωτων μεσοστρωμάτων, η ρευστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των οποίων συνεπάγεται τη διάλυση των πελατειακών τους σχέσεων με το κομματικό κράτος. Μετά το 2010 η ΧΑ βρίσκει το έδαφος πρόσφορο και εισχωρεί προοδευτικά σε επαγγελματικές ενώσεις δικηγόρων, οδηγών ταξί, λεωφορείων, φορτηγών και μικροπωλητών, ενώ κεκαλυμμένα είχε διεισδύσει στον (διαλυθέντα) κλάδο των δημοτικών αστυνομικών. Από τους χώρους αυτούς αντλεί υποστηρικτές, ψηφοφόρους και ακτιβιστές με διασυνδέσεις στην κοινωνία.

Αντίθετα, τα πανεπιστήμια αποτελούν μέχρι στιγμής για τη ΧΑ την πιο γνωστή περίπτωση αποτυχίας δημιουργίας οχυρού. Οι προσπάθειές της να διεισδύσει στον φοιτητικό συνδικαλισμό, είτε μέσω συμμετοχής της σε εκλογές φοιτητικών συλλόγων είτε φορώντας τον μανδύα «ανεξάρτητης» παράταξης, δεν απέδωσαν καρπούς. Οι αιτίες της αποτυχίας μπορούν να αναζητηθούν στις θεσμικές προδιαγραφές της πολιτικής συμμετοχής στα ΑΕΙ: τα καταστατικά των φοιτητικών συλλόγων απαγορεύουν τη συμμετοχή παρατάξεων με «φασιστικές πεποιθήσεις», όπως ρητά αναφέρεται, γεγονός που δημιουργεί ένα cordon sanitaire στην εξάπλωση της ΧΑ στην ανώτατη εκπαίδευση. Σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση έχει παίξει η ισχυρή παρουσία αριστερών και δεξιών παρατάξεων εντός των ΑΕΙ, που λειτούργησαν σαν φόβητρο, αποτρέποντας ενδεχόμενη δικτύωση της ΧΑ στον φοιτητικό πληθυσμό.
Το περιβάλλον της κρίσης δημιουργεί ευκαιρίες για την άνοδο των εξτρεμιστών στην πολιτική σκηνή, το ίδιο όπως και η διαδραστικότητα της βίας. Το τελευταίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις τρεις δολοφονίες στις οποίες ο χώρος του δεξιού εξτρεμισμού εμπλέκεται από την πλευρά του θύτη και του θύματος. Η ΧΑ αξιοποιεί συστηματικά όλες τις ευκαιρίες για την είσοδο και την παραμονή της στην κεντρική πολιτική σκηνή. Οι κατακερματισμένες δυνάμεις της ως το 2009 και οι περιορισμένες οργανωτικές της δυνατότητες λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά όταν συγκεντρώθηκαν στα οχυρά της, η εδραίωση των οποίων υποβοήθησε την εξακτίνωση της οργάνωσης στην επικράτεια.
Οι θεσμοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα αναχαίτισης της δύναμής της και περιορισμού της μέσα στα κάστρα της. Αυτά μπορεί να διατηρηθούν μεσοπρόθεσμα μόνο αν ανανεώνονται με υποστήριξη από τα έξω. Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης, εφ’ όσον ολοκληρωθεί, μπορεί να λειτουργήσει ως θεσμικό ανάχωμα απέναντι στη ΧΑ. Ωστόσο χρειάζεται να υπάρξουν περισσότερα τέτοια αναχώματα, τα οποία θα κλείσουν τις στρόφιγγες τροφοδοσίας της οργάνωσης και θα συρρικνώνουν την κοινωνική της επιρροή.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου (αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο) και η κυρία Λαμπρινή Ρόρη (υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης) διεξήγαγαν έρευνα για την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην περιοχή του 6ου Δημοτικού Διαμερίσματος της Αθήνας κατά την περίοδο 2010-2013.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ