Το ζήτημα της επιβολής φόρου στις χρηματιστηριακές συναλλαγές στην ευρωζώνη επαναφέρει το Σάββατο η ιταλική προεδρία της ΕΕ στη συνεδρίαση του Eco/Fin που διοργανώνει στο Μιλάνο. Είναι η πρώτη φορά μετά τις ευρωπαϊκές εκλογές που η ΕΕ θέτει επί τάπητος την έντονα διαφιλονικούμενη αυτή γαλλογερμανική πρόταση. Και η μόλις προ διημέρου εκχώρηση του χαρτοφυλακίου των Χρηματοοικονομικών Υποθέσεων της ΕΕ στον λόρδο Χιλ ασφαλώς θα συζητηθεί από τους ευρωπαίους υπουργούς Οικονομικών και τους κεντρικούς τραπεζίτες ως μια τροχοπέδη στις προθέσεις του Βερολίνου και του Παρισιού «να αναγκαστούν οι τράπεζες να επιστρέψουν στους φορολογουμένους κάποια από τα χρήματα με τα οποία διασώθηκαν», όπως τόνιζαν το 2011 η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ με τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί.
Στη συνάντηση του Μιλάνου θα συζητηθεί το φλέγον ζήτημα της φορολόγησης των αγορών παραγώγων, καθώς η αρχική πρόταση για την επιβολή ενός φόρου συλλήβδην στις συναλλαγές μετοχών και προϊόντων παραγώγων έχει εγκαταλειφθεί από τις 6 του περασμένου Μαΐου, όταν 10 από τις 11 χώρες-μέλη που συμφώνησαν στη φορολόγηση αποφάσισαν να εφαρμόσουν από την 1η Ιανουαρίου 2016 έναν φόρο με «προοδευτικό συντελεστή», που θα επιβληθεί στις μετοχές και «σε ορισμένα παράγωγα».


Ενστάσεις για τα παράγωγα

Μετά την απόφαση του Μαΐου που ελήφθη επί ελληνικής προεδρίας –αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι τη φορολόγηση των χρηματιστηριακών συναλλαγών στην ευρωζώνη ενστερνίστηκε και προώθησε σημαντικά η ελληνική προεδρία το πρώτο εξάμηνο του 2014 –απομένει να καθοριστεί σε ποια παράγωγα θα επιβληθεί ο φόρος. Φόβοι εκφράζονται, φέρ’ ειπείν, στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στις εθνικές οικονομίες η φορολόγηση των συναλλαγών παραγώγων που συνδέονται με τις αγορές κρατικών ομολόγων.
Στη συνάντηση του Μιλάνου πιθανότατα θα συζητηθεί και ο συντελεστής της φορολόγησης που θα επιβληθεί, καθώς υπάρχουν προτάσεις αυτός να πέσει στο 0,01% από 0,1% που ήταν η αρχική πρόθεση του Βερολίνου και του Παρισιού.
Πατέρας της ιδέας φορολόγησης των χρηματιστηριακών συναλλαγών είναι ο αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Τζέιμς Τόμπιν (ο καθηγητής και μέντορας της προέδρου της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ Τζάνετ Γέλεν). Και στόχος του μέτρου είναι να αποθαρρυνθούν οι βραχυπρόθεσμες χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή ο τζόγος στις αγορές.
Φίλοι και πολέμιοι

Το ψήφισμα της 6ης Μαΐου για την επιβολή φόρου Τόμπιν υπέγραψαν 10 από τις 11 χώρες που συμφώνησαν κατ’ αρχάς με τη γαλλογερμανική ιδέα. Αυτές είναι η Αυστρία, το Βέλγιο, η Εσθονία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία και η Ισπανία. Η Σλοβενία δεν υπέγραψε.
Ο φόρος Τόμπιν έχει φανατικούς και ισχυρούς υποστηρικτές. Η Γαλλία και η Γερμανία προώθησαν το σχέδιο παρά τις προειδοποιήσεις που από το 2011 είχε απευθύνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη Μέρκελ και στον Σαρκοζί για τον κίνδυνο να μην καταστεί δυνατή η καθολική εφαρμογή του μέτρου, πράγμα που τελικά συνέβη.
Εχει επίσης ο φόρος Τόμπιν απέναντί του υπερεθνικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Αρχή Μετοχών και Αγορών (ESMA), που θεωρεί ότι «ένα μέτρο πρέπει να εφαρμόζεται και στις 28 χώρες ή να μην εφαρμόζεται καθόλου».
Εχει, τέλος, απέναντί του πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ που θεωρούν ότι το μέτρο θα αποθαρρύνει τους επενδυτές και θα τους στρέψει σε άλλες αγορές.
Εκτός από τη Βρετανία, που πρωτοστατεί στον αγώνα κατά της επιβολής φόρου στις χρηματιστηριακές συναλλαγές επειδή θα πλήξει το Σίτι του Λονδίνου, στον φόρο αντιτίθενται –για λόγους αρχής θα λέγαμε –η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Δανία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Σουηδία, η οποία είχε εφαρμόσει το μέτρο τη δεκαετία του 1990 και είδε πολλές επιχειρήσεις της να μετεγκαθίστανται σε άλλες χώρες.
Αντίθετα, η Κροατία, η Φινλανδία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Λιθουανία και η Λετονία δεν απορρίπτουν άνευ όρων την ιδέα. Η Ιρλανδία, φέρ’ ειπείν, αρνείται να επιβάλει τον φόρο αν δεν τον επιβάλει και η γειτονική Βρετανία.
Η προοπτική εφαρμογής της γαλλογερμανικής ιδέας σε λιγότερες από τις μισές χώρες-μέλη της ΕΕ έχει δημιουργήσει και μια νέα κατηγορία πολεμίων του φόρου. Πρόκειται για αυτούς που πιστεύουν ότι ο φόρος, έτσι όπως θα εφαρμοστεί, θα αποδώσει στην καλύτερη περίπτωση το 10% των προσδοκώμενων εσόδων.
Θα αποφέρει δηλαδή το πολύ 3 με 3,5 δισ. ευρώ ετησίως, όταν οι Βρυξέλλες προϋπολόγιζαν (πιστεύοντας βέβαια ότι ο φόρος θα εφαρμοστεί σε όλες τις συναλλαγές και στις 28 χώρες-μέλη) έσοδα 35 δισ. ευρώ ετησίως. Σημειωτέον ότι οι αρχικές μελέτες ανέβαζαν τα έσοδα ως τα 57 δισ. ευρώ, που θα διοχετεύονταν κατά προτεραιότητα στα θύματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

HeliosPlus