Μεγάλη πολεμική έχει ξεκινήσει στη Γερμανία αναφορικά με μια έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της χώρας, σύμφωνα με την οποία τα νοικοκυριά στην Ισπανία και την Ιταλία έχουν μεγαλύτερη περιουσία από τα αντίστοιχα της Γερμανίας. Αρκετοί είναι εκείνοι που αμφισβητούν τα στοιχεία της.

Το Spiegel κριτικάρει ευθέως την Τράπεζα και αναφέρεται σε σειρά προβλημάτων μεθοδολογίας που προκύπτουν από την έρευνά της.

Η Μπούντεσμπανκ αναφέρει ότι ένα σύνηθες γερμανικό νοικοκυριό έχει περιουσία ίση με 51.400 ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή τα αντίστοιχα νούμερα είναι 113.500 ευρώ για τη Γαλλία, 163.900 για την Ιταλία και 178.300 για την Ισπανία. Οσο για το μέσο όρο που περιλαμβάνει το σύνολο των νοικοκυριών, αυτός φτάνει τα 195.200 ευρώ για τη Γερμανία, τα 229.300 για τη Γαλλία και τα 285.800 για την Ισπανία. Ταυτόχρονα, η Τράπεζα υποστηρίζει ότι η κατανομή του πλούτου είναι στη Γερμανία πολύ πιο άνιση από ό,τι στις άλλες μεγάλες χώρες της Ευρωζώνης.

Βασικό επιχείρημα της έρευνας είναι η ιδιοκατοίκηση, καθώς, όπως υποστηρίζει η Μπούντεμπανκ, το ποσοστό των Γερμανών που έχουν δικό τους σπίτι μόλις ξεπερνά το 44%, την ίδια στιγμή που στη Γαλλία προσεγγίζει το 58% και στην Ισπανία το 83%! Εντούτοις, επισημαίνουν αρκετοί, η έρευνα παραλείπει να ανφέρει ότι ένας μέσος ιδιοκτήτης σπιτιού στη Γερμανία είναι αρκετά πιο πλούσιος από έναν αντίστοιχο στην Ισπανία ή τη Γαλλία.

Η έκθεση έγινε αντικείμενο ευρύτατου σχολιασμού στη Γερμανία, κατά κανόνα αρνητικού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστιό ότι ακόμα και η δεξιά λαϊκίστικη εφημερίδα Bild, που συνηθίζει να επιτίθεται στο βιοτικό επίπεδο των χωρών του Νότου, αναρωτιέται για την ακρίβεια των στοιχείων που παρατίθενται…

«Υπάρχουν πολλά που μας κάνουν να τρίβουμε τα μάτια μας», σημειώνει από την πλευρά της η συντηρητική εβδομαδιαία εφημερίδα Φρανκφούρτερ Αλγκεμάινε Ζονταγκτσάιτουνγκ (FAS), που θεωρεί ότι πολλοί από τους υπολογισμούς «χρήζουν ενός πλήθους εξηγήσεων».

Το γεγονός ότι συγκρίνονται περιουσιακά στοιχεία διαφορετικών χρονικών περιόδων, κάποιες φορές προηγούμενων ετών, επικρίθηκε ιδιαίτερα. Για παράδειγμα, τα στοιχεία για το περιουσιολόγιο των ισπανικών νοικοκυριών ανάγονται στο 2008. Όμως έκτοτε η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών της Ισπανίας έχει καταρρεύσει—αφού έσκασε η φούσκα των ακινήτων.

Επιπλέον, η έκθεση δεν λαμβάνει υπ’ όψη τις συντάξεις, ή τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, που για τα μέσα νοικοκυριά αποτελούν σχεδόν την μόνη πρόσοδο.

Επίσης προβληματική χαρακτηρίστηκε η σύγκριση των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών κι όχι των ατομικών στοιχείων, καθώς ο μέσος όρος των νοικοκυριών στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι στη Γερμανία, η οποία αριθμεί μεγαλύτερο αριθμό προσώπων που ζουν μόνα τους.

Ερωτηθείς σχετικά σήμερα, εκπρόσωπος της Μπούντεσμπανκ απέφυγε να κάνει σχόλια, αρκούμενος να πει πως η έκθεση αφορούσε κυρίως τη Γερμανία και πως για «τις διεθνείς συγκρίσεις θα πρέπει να αναμένουμε τα στοιχεία που σύντομα θα δημοσιεύσει η ΕΚΤ».