«Οι οίκοι αξιολόγησης είναι περιττοί, καθώς προσποιούνται ότι έχουν γνώσεις για τα κράτη, τις οποίες στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν. Πολύ περισσότερο επικίνδυνοι όμως είναι εκείνοι οι γερμανοί πολιτικοί, οι οποίοι ακολουθούν τυφλά τις γνωμοδοτήσεις αυτών των μη δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων, ενώ κατά τα άλλα υποτίθεται ότι μάχονται την ενίσχυση του ρόλου της γερμανικής Βουλής όσον αφορά τη χορήγηση βοήθειας στις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης».
Τα παραπάνω τονίζει ο Γερμανός Τόμας Φρίκε, επικεφαλής οικονομολόγος της εφημερίδας «Financial Times Deutschland», σε άρθρο του με τίτλο «Σταματήστε τους κλόουν των οίκων αξιολόγησης!».

Ο Φρίκε ασκεί έντονη κριτική στην πρόσφατη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, καθώς είναι σαφές ότι η Ελλάδα είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη από ό,τι, για παράδειγμα, η Τζαμάϊκα.

Εξαιτίας των διαδοχικών υποβαθμίσεων η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών καθώς και τη συναίνεση στο εσωτερικό για την πραγματοποίηση περισσότερων μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα, μολονότι εφαρμόζει τα μέτρα που της έχουν ζητήσει η ΕΕ και το ΔΝΤ, συνεχώς υποβαθμίζεται. Επιπλέον, έχουν αποτύχει εντελώς οι προβλέψεις των οίκων αξιολόγησης σε σχέση με την επιτυχία του προγράμματος, καθώς και τα έσοδα από την φορολογία έχουν μειωθεί και υπάρχει ύφεση. Για όλα αυτά όμως οι Ελληνες καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό και όχι κάποιος άλλος, παρατηρεί ο Φρίκε.

Επιπλέον, ο αρθρογράφος παραθέτει και τεχνικής φύσεως ενστάσεις σε σχέση με την κρίση των οίκων αξιολόγησης αυτήν καθεαυτήν: «Το αν θα αποπληρωθούν π.χ. τα ομόλογα σε πέντε ή δέκα χρόνια από σήμερα εξαρτάται από αναρίθμητους αστάθμητους παράγοντες. Σε τελική ανάλυση, το αν ένα πακέτο λιτότητας είναι καλό ή κακό πρέπει να το αποφασίζει η κυβέρνηση, η οποία φέρει και την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς της. Δεν είναι όμως δουλειά των «κλόουν των οίκων αξιολόγησης».
Οι κρίσεις των οίκων αξιολόγησης σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα κρατών πρέπει να πάψουν να συνδέονται με ρήτρες ή όρους ή ασφάλειες που συνδέονται με την αγορά ομολόγων, καταλήγει.