Η πρώτη αντίδραση των Δανών όταν άκουσαν τον Ντόναλντ Τραμπ να λέει πως θέλει να προσαρτήσει ένα τμήμα της χώρας τους, δηλαδή τη Γροιλανδία, ήταν να τον πάρουν στην πλάκα. Ετσι πέρυσι τέτοια εποχή, η ιστοσελίδα denmarkification ανακοίνωνε με περισσή υπερηφάνεια ότι 200.000 Δανοί συνυπέγραψαν τη διακήρυξη «Måke Califørnia Great Ægain» (ήτοι «Να κάνουμε την Καλιφόρνια ξανά μεγάλη») ζητώντας από την κυβέρνηση της χώρας τους να αγοράσει από τις ΗΠΑ την Καλιφόρvια και να μετονομάσει την Ντίσνεϊλαντ σε Χανς Κρίστιαν Αντερσενλαντ.
Εναν χρόνο αργότερα ωστόσο, ελάχιστοι Δανοί έχουν όρεξη για πλάκες με την Αμερική του δόγματος «Fafo» (Fuck around and find out, ήτοι «πήγαινε γυρεύοντας και θα δεις τι θα πάθεις», σε κάπως ελεύθερη μετάφραση).
Πρωτίστως δε ο Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, ενός νησιού με έκταση 16 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της Ελλάδας και πληθυσμό περίπου ίσο με αυτόν της Λαμίας. Ενας πρώην παίκτης του μπάντμιντον που ουδείς πλέον μπορεί να τον διαβεβαιώσει ότι αποκλείεται να βρεθεί κάποια στιγμή δίπλα στον Νικολάς Μαδούρο. Ανήσυχη δηλώνει επίσης η υπηρεσία πληροφοριών των ενόπλων δυνάμεων της Δανίας, η οποία σε έκθεσή της που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο αναφέρει, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια από τις χώρες που απειλούν την ανεξαρτησία της Δανίας.
Οι βλέψεις Τραμπ
Οι γηραιότεροι βεβαίως Γροιλανδοί γνωρίζουν τι εστί Αμερική από το 1968, οπότε ένα Β-52 της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας συνετρίβη στη Βόρεια Γροιλανδία και οι τέσσερις πυρηνικές βόμβες, που κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών έφερε, βυθίστηκαν (και ουδέποτε βρέθηκαν) κάτω από τους πάγους του Κόλπου του Πολικού Αστέρα.
Αυτό δεν εμπόδισε βεβαίως τον πρόεδρο Τραμπ να δηλώσει πως η Γροιλανδία είναι απροστάτευτη, στον βαθμό που η Κίνα και η Ρωσία εποφθαλμιούν τον πολύτιμο για την ασφάλεια των ΗΠΑ ορυκτό της πλούτο και ότι ο στρατός της Δανίας διαθέτει μόνο έλκηθρα με σκύλους. Κι ας πλήρωσε η Δανία, σε σχέση με τον πληθυσμό της, τον βαρύτερο φόρο αίματος στο Αφγανιστάν πολεμώντας στο πλευρό των Αμερικανών.
Αλλωστε ο Ντόναλντ Τραμπ ουδέποτε έκρυψε τις βλέψεις του για τη Γροιλανδία. «Είμαι 100% βέβαιος πως θα την πάρουμε, είτε με τη χρήση βίας είτε χωρίς» δήλωσε αμέσως μετά την ορκωμοσία για τη δεύτερη θητεία του στην προεδρία των ΗΠΑ. Κατά πάσα πιθανότητα δε, θεωρεί πως αν επιτευχθεί η επίλυση του Ουκρανικού μέσω μιας κοινά αποδεκτής συμφωνίας που μεταξύ άλλων θα προβλέπει την προσάρτηση στη Ρωσία εδαφών που ανήκαν στην Ουκρανία, οι επιδιώξεις του σε σχέση με τη Γροιλανδία θα διευκολυνθούν.
Η στάση της Ευρώπης
Ομως η Γροιλανδία δεν είναι ούτε Βενεζουέλα, ούτε Κριμαία, ούτε Παναμάς. Είναι στρατηγικής σημασίας έδαφος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για την Ευρώπη από γεωπολιτική άποψη λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και από οικονομική άποψη λόγω του ορυκτού της πλούτου, αρχής γενομένης από τα κοιτάσματα ουρανίου και τα αποθέματα σπάνιων γαιών. Τούτων δοθέντων, το μείζον ερώτημα είναι τι θα μπορούσε να κάνει η Ευρώπη για να προστατεύσει τη Γροιλανδία από τις αρπακτικές διαθέσεις του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία, προέδρου των ΗΠΑ;
Κατά την άποψη του πρώην προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ, οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να σταθούν αποφασιστικά στο πλευρό της Δανίας και να καταστήσουν σαφές ότι αν η χώρα έχει ανάγκη για την ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις, αυτές θα τεθούν στη διάθεσή της. «Θα είναι ένα εξαιρετικά δυνατό μήνυμα» δήλωσε ο Ολάντ σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα «Libération».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής της Γερμανίας και πρώην πρόεδρος του γαλλογερμανικού Ινστιτούτου Bruegel, καθηγητής Γκάντραμ Βολφ, υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή απάντηση δεν μπορεί πλέον να είναι μόνο στα λόγια. Πρέπει να είναι και στρατιωτική. Σε κείμενό του που δημοσιεύτηκε προ ημερών στη γαλλική εφημερίδα «Le Monde» υποστηρίζει πως η Γερμανία και η Γαλλία, σε συνεννόηση με τη Δανία, θα πρέπει να προχωρήσουν στη δημιουργία μιας δομημένης στρατιωτικής συνεργασίας ανοικτής προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως της Βόρειας Ευρώπης, με στόχο την εγγύηση της ασφάλειας της Γροιλανδίας.
Αυτό συνεπάγεται την αποστολή ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στο Νουκ, την πρωτεύουσα της Γροιλανδίας, και την αμυντική τους κάλυψη τόσο από θαλάσσης όσο και από αέρος. Σύμφωνα με τον γερμανό καθηγητή, ο μηχανισμός για αυτή την επιχείρηση υφίσταται στο πλαίσιο της στρατιωτικής δύναμης ταχείας ανάπτυξης της ΕΕ, η δε ενεργοποίησή του θα είναι ένα ισχυρό μήνυμα ευρωπαϊκής ενότητας και ωριμότητας.
Η διάλυση του ΝΑΤΟ
Ο Γκάντραμ Βολφ αναγνωρίζει βεβαίως πως οι ΗΠΑ, οι οποίες διαθέτουν από το 1951 στρατιωτική βάση στη Γροιλανδία, αν αποφασίσουν να καταλάβουν τη χώρα θα το πετύχουν.
Υπογραμμίζει ωστόσο ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση τόσο του πολιτικού όσο και του στρατιωτικού κόστους για την Ουάσιγκτον, κάτι που αναπόφευκτα θα δημιουργούσε μια ενδοαμερικανική κρίση με απρόβλεπτη έκβαση.
Θα οδηγούσε επίσης στη διάλυση του ΝΑΤΟ και σε έναν «ψυχρό πόλεμο» ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού τον οποίο ουδείς νοήμων άνθρωπος δηλώνει σήμερα ότι επιθυμεί.
Το πιθανότερο λοιπόν ενδεχόμενο είναι ότι η εγκατάσταση μιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης στο Νουκ θα οδηγούσε σε διαπραγματεύσεις Ευρώπης – Αμερικής για την ασφάλεια της Γροιλανδίας, αλλά υπό όρους εντελώς διαφορετικούς από αυτούς που επιδιώκει ο πρόεδρος Τραμπ. Θα επιβεβαιωνόταν δηλαδή πως οι ΗΠΑ, με βάση το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, οφείλουν ούτως ή άλλως να προστατεύουν τη Γροιλανδία από κάθε εξωτερική απειλή και δεν χρειάζεται να την προσαρτήσουν για να το πράξουν. Τούτου δοθέντος, θα μπορούσαν να ακολουθήσουν οι διαπραγματεύσεις για τον ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας, που τόσο ενδιαφέρει τον Τραμπ.
