Ο Ραλφ Γκοφ, ανώτατο στέλεχος της CIA επί 35 χρόνια, στη συνομιλία του με το «Β» εκτιμά ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν υπερεκτίμησε τις δυνατότητές του και «παρατράβηξε το σκοινί», αλλά ταυτόχρονα αφύπνισε τους Ευρωπαίους. Ο Γκοφ, με πορεία ως διευθυντής επιχειρήσεων για Ευρώπη και Ευρασία, έξι φορές σταθμάρχης σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή, Κεντρική και Νότια Ασία και διευθυντής του National Resources Division – παραλίγο και Νο 2 της CIA πέρυσι –, διατηρεί στενή σχέση με ουκρανούς αξιωματούχους και μια ευρεία γεωπολιτική ματιά.
Μόλις επιστρέψατε από την Ουκρανία. Ποια είναι η εκτίμησή σας με βάση όσα ακούσατε και είδατε;
«Οι Ουκρανοί είναι ιδιαίτερα σκληροτράχηλοι και ανθεκτικοί. Κανένας από όσους συνάντησα δεν μίλησε για το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν τον αγώνα σύντομα. Στο μέτωπο, τα πράγματα έχουν ουσιαστικά παγιωθεί σε έναν “πόλεμο φθοράς”, στον οποίο κυριαρχούν τα drones και στις δύο πλευρές. Το 80% των απωλειών στο πεδίο της μάχης προκαλείται πλέον από drones. Οι Ουκρανοί αναπτύσσουν νέες δυνατότητες: διαθέτουν ήδη νέο πύραυλο cruise και πιθανότατα μέσα στον επόμενο χρόνο θα έχουν και βαλλιστικούς πυραύλους. Οι ρωσικές απώλειες ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, οι ουκρανικές κυμαίνονται μεταξύ 400.000 και 600.000 – νεκροί, τραυματίες, αγνοούμενοι, αιχμάλωτοι. Οι Ρώσοι έχουν χάσει περισσότερους άνδρες απ’ όσους οι ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και σε έναν μόνο μήνα οι ρωσικές απώλειες ξεπέρασαν εκείνες που είχε η Σοβιετική Ενωση σε δέκα χρόνια πολέμου στο Αφγανιστάν.
Προς το παρόν ο πρόεδρος Ζελένσκι αντέχει. Η δημοτικότητά του παρουσιάζει διακυμάνσεις και φαίνεται πως δύσκολα θα κέρδιζε μια νέα εκλογική αναμέτρηση, εκτός αν άλλαζαν δραστικά οι συνθήκες υπέρ του. Πλέον, οι Ουκρανοί είναι διατεθειμένοι να παραχωρήσουν εδάφη με αντάλλαγμα την ειρήνη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Ουκρανών θέλει να δει αυτόν τον πόλεμο να τελειώνει. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρόκειται να παραδώσουν την κυριαρχία τους στη Ρωσία. Υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος μέχρι μια βιώσιμη συμφωνία, όπως γίνεται σαφές από τις μέχρι τώρα ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. Η Ουκρανία ζητεί εγγυήσεις ασφάλειας. Θέλει διασφαλίσεις ότι θα υπάρξουν μηχανισμοί που θα αποτρέψουν τη Ρωσία από το να επανεξοπλιστεί και να εξαπολύσει νέα επίθεση σε δύο με πέντε χρόνια».
Αυτό θα θεωρηθεί νίκη;
«Βραχυπρόθεσμα, “νίκη” σημαίνει κατάπαυση των εχθροπραξιών. Μακροπρόθεσμα, “νίκη” σημαίνει μια σταθερή και βιώσιμη συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών που θα αποτρέψει την επανάληψη του πολέμου, επιτρέποντας στην Ουκρανία να επικεντρωθεί στην οικονομική ανασυγκρότηση και την ανοικοδόμησή της».
Κατά τη γνώμη σας, ο πρόεδρος Πούτιν έχει υπερεκτιμήσει τις δυνατότητές του;
«Προσωπικά πιστεύω ότι ο πρόεδρος Πούτιν έχει υπερεκτιμήσει τις δυνατότητές του και ότι “παρατράβηξε το σκοινί” – και σε σχέση με την Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, όμως, αφύπνισε τους Ευρωπαίους».
Οι ΗΠΑ έχουν ξεκάθαρη εικόνα για το τι συμβαίνει στην Ουκρανία;
«Οι ΗΠΑ διατηρούν πολύ ισχυρή παρουσία στην Ουκρανία σε επίπεδο πληροφοριών και εξαιρετικές σχέσεις με όλες τις ουκρανικές υπηρεσίες. Υπάρχει στενή συνεργασία με τη Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών (GUR) και την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας (SBU), η οποία έχει ευθύνη για επιχειρήσεις βαθιάς διείσδυσης και στοχευμένων δολοφονιών εντός της Ρωσίας. Και οι δύο επιχειρούν και εντός ρωσικού εδάφους. Ποτέ άλλοτε η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δεν ήταν τόσο κρίσιμη όσο σήμερα. Στο παρασκήνιο η συνεργασία είναι ισχυρή».
Θεωρείτε ότι οι φιλοδοξίες της Ρωσίας υπερβαίνουν τα όρια της Ουκρανίας;
«Αν ο Πούτιν καταφέρει να επιβάλει όλες τις απαιτήσεις του, τότε, ναι, θα μπορούσε να στραφεί σε άλλες περιοχές – για παράδειγμα στο ρωσόφωνο τμήμα της Εσθονίας. Ή να αποπειραθεί να θέσει υπό πίεση τον διάδρομο του Σουβάλκι, το στενό πέρασμα μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας που συνδέει τη Λευκορωσία με τον (ρωσικό) θύλακα του Καλίνινγκραντ. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να ανακοπεί τώρα ο Πούτιν. Θεωρώ ότι σε περίπτωση κατάπαυσης του πυρός στην Ουκρανία, ίσως δούμε αύξηση ενεργειών δολιοφθοράς στην Ευρώπη».
Κατά την άποψή σας, αυτές οι ενέργειες εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ιδεολογικό και ιστορικό ρωσικό αφήγημα;
«Υπάρχει σιωπηρή ανησυχία στη ρωσική ελίτ και αυτή αφορά την Κίνα. Ο Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ προβάλλουν δημόσια μια εικόνα στενής στρατηγικής σχέσης, μιας “ειδικής εταιρικής σχέσης”. Παρασκηνιακά, κανείς δεν το πιστεύει. Θεωρούν ότι πρόκειται για έναν γάμο συμφέροντος – ίσως και αναγκαστικό. Μακροπρόθεσμα, η πραγματική στρατηγική πρόκληση για τη Ρωσία δεν είναι η Ουκρανία ούτε το ΝΑΤΟ, αλλά η Κίνα. Η Ρωσία αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση, ιδιαίτερα στην Απω Ανατολή. Εάν η Κίνα επιδιώξει εδαφική επέκταση, η περιοχή αυτή θα ήταν ευάλωτη».
Οι ΗΠΑ, πάντως, φαίνεται να εκτίμησαν λάθος την κατάσταση το 2022.
«Εγιναν σοβαρά λάθη από την κυβέρνηση Μπάιντεν. Πριν καν ξεκινήσει ο πόλεμος, υπήρχε η αίσθηση ότι η Ουκρανία ήταν “ξεγραμμένη”. Πιστεύω ότι υπήρξε σημαντική αποτυχία εκτίμησης της κατάστασης από τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών. Προέβλεψαν σωστά ότι ο Πούτιν θα εισέβαλλε, ωστόσο υπερεκτιμήθηκαν σημαντικά οι δυνατότητες και η επιχειρησιακή ικανότητα του ρωσικού στρατού, ενώ υποτιμήθηκε σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα των Ουκρανών να αμυνθούν αποτελεσματικά. Αν αυτές οι εκτιμήσεις είχαν γίνει σωστά εξαρχής, ενδεχομένως η κυβέρνηση Μπάιντεν να μην είχε στραφεί προς μια λογική ότι “η Ουκρανία δεν θα αντέξει”».
Πώς βλέπετε την κατάσταση στο Ιράν;
«Η γενική εκτίμηση είναι ότι εφόσον υπάρξει στο μέλλον η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ εσωτερικής πίεσης και εξωτερικής στήριξης, ενδέχεται να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για ουσιαστικές αλλαγές».
Η Σαουδική Αραβία πρέπει να φοβάται τυχόν αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη;
«Η Σαουδική Αραβία, ως καθεστώς, ίσως να έχει πολλά να χάσει από μια επιτυχημένη λαϊκή ανατροπή στο Ιράν. Η μεγάλη τραγωδία είναι ότι ο περσικός λαός θα μπορούσε να αποτελέσει εξαιρετικό σύμμαχο της Δύσης και της Μέσης Ανατολής εάν υπήρχε διαφορετική πολιτική ηγεσία. Ενα νέο καθεστώς που θα απαρνιόταν τις πυρηνικές φιλοδοξίες και θα αναγνώριζε το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ θα άλλαζε ριζικά το γεωπολιτικό τοπίο».
Το Ιράν ήταν από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν το νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ το 1948.
«Πολύ εύστοχη διαπίστωση. Δεν υπάρχει εγγενής εχθρότητα μεταξύ του περσικού λαού και του Ισραήλ. Ο ιρανικός λαός θεωρείται ιστορικά ανεκτικός. Η συστηματική αντι-ισραηλινή και αντι-αμερικανική στάση αποδίδεται κυρίως στο καθεστώς και όχι στην κοινωνία συνολικά. Η διαπίστωση πλέον στις δυτικές πρωτεύουσες είναι πως το “κλειδί” είναι η αλλαγή καθεστώτος».
