Ζέτα Μακρυπούλια: «Κάποια πράγματα πήραν περισσότερο χρόνο, αλλά ήρθαν την κατάλληλη στιγμή»

Η γοητευτική ηθοποιός φωτογραφίζεται αποκλειστικά για το ΒΗΜAgazino, μιλάει για την παράσταση «Τζένη Τζένη» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, κοιτάζει πλέον την πορεία της κατάματα και παλεύει με την αίσθηση ματαιότητας που την κατέκλυσε αναζητώντας ξανά τον ενθουσιασμό.

Η Ζέτα Μακρυπούλια φοράει λευκές γόβες, λευκό παντελόνι και ένα κίτρινο πουκαμισάκι. Εχει δεμένο στον λαιμό ένα κόκκινο φουλάρι, με τα ξανθά μαλλιά της κρεπαρισμένα
α λα 60s. Σωστό φιγουρίνι της εποχής εκείνης, λοιπόν, η Υβόννη Καρίπη – ο χαρακτήρας που υποδύεται –, την οποία στην πρώτη της σκηνή συναντάμε κρεμασμένη από το μπράτσο του αγαπημένου της Νίκου Μαντά, που ενσαρκώνει ο Χρήστος Λούλης. Οι δυο τους βρίσκονται επάνω στο νοητό κατάστρωμα του πλοίου που έχει στήσει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο θαυματοποιός σκηνοθέτης Νίκος Καραθάνος, μεταφέροντας στη σκηνή, στο πλαίσιο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη, τη θρυλική ταινία τού 1966 «Τζένη Τζένη» του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο Πρετεντέρη – Γιαλαμά. Και η Υβόννη Καρίπη ταξιδεύει προς τις Σπέτσες αμέριμνη. Σκοπός της, να παντρευτεί με ορθόδοξο θρησκευτικό γάμο τον «Νίκο της» – τον οποίο ο εφοπλιστής θείος του προορίζει για βουλευτή –, μια και ο γάμος που σύναψε στην Αμερική μαζί του είναι άκυρος: γκάνγκστερ τούς πάντρεψε και όχι δικαστής. Φευ. Το δίδυμο των σεναριογράφων είχε άλλα σχέδια για την τύχη της Υβόννης. Γιατί κάτι η πολιτική και κυρίως ο έρωτας θα οδηγήσουν τον «Νίκο της» στην αγκαλιά της μελαχρινής, σοφιστικέ – που ενίοτε όμως «ρίχνει» και το χασάπικό της – Τζένης.

Και κάπως έτσι, η τελευταία σκηνή τού «Τζένη Τζένη», όπου ο Ανδρέας Μπάρκουλης ως Νίκος Μαντάς συναντιέται μεσοπέλαγα με την Τζένη Καρέζη και καθώς φιλιούνται πέφτουν στα νερά του Αιγαίου, πέρασε στο συλλογικό φαντασιακό ως η απόλυτη εικόνα του έρωτα που γεννά το ελληνικό καλοκαίρι – ενισχύοντας μέσα μας την πεποίθηση ότι «ζήσαν αυτοί καλά». Οσο για το «κι εμείς καλύτερα», είναι μια άλλη υπόθεση…

Και η Υβόννη, αφού την άφησε ο Νίκος, τι να απέγινε άραγε; Η ερώτηση αυτή, ομολογώ, δεν με είχε απασχολήσει διόλου, παρά τις εκατοντάδες φορές που παραδόθηκα στην καθησυχαστική γοητεία της ταινίας που σημάδεψε και τα δικά μου παιδικά χρόνια. Πρώτη φορά αναρωτήθηκα τώρα. Ισως γιατί υπέκυψα στη μαγνητική σκηνική γοητεία της Ζέτας Μακρυπούλια, που έδωσε στην αφελή Υβόννη – την οποία είχε ερμηνεύσει εξαίρετα και η Μαρία Σόκαλη στο σινεμά – κάτι από την απελπισία μιας γυναίκας που χάνει τον άνδρα που αγαπά. Βλέποντάς την άλλωστε δίπλα στο «χολιγουντιανού τύπου» σινεμασκόπ της Finos Film που δεσπόζει στο σκηνικό ή να χορεύει τσα τσα, σκέφτεσαι ότι η Ζέτα Μακρυπούλια έχει δραπετεύσει στον χωροχρόνο απευθείας μέσα από τα στούντιο του Φίνου.

Με αυτή την εποχή της αθωότητας ανοίγει άλλωστε διάλογο και η συγκινητική παράσταση που υπογράφει ο Νίκος Καραθάνος, η οποία ξεκινά με το «θρυλικό» «Γκόρτσος» του Διονύση Παπαγιαννόπουλου να ακούγεται στην πλατεία σαν ψίθυρος που σιγά-σιγά δυναμώνει. Και ο διαλεκτός θίασος – Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Νίκος Καραθάνος, Αγγελος Παπαδημητρίου, Χρήστος Λούλης, Χάρις Αλεξίου, Κώστας Μπερικόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα – υπό το βλέμμα των φωτογραφιών της Καρέζη, του Παπαγιαννόπουλου, του Κωνσταντάρα, σαν ένας θίασος «σκιών», φαντασμάτων των ηρώων της κλασικής ταινίας, συνθέτει ένα καλοκαιρινό, ηλιόλουστο ρέκβιεμ· έναν θρήνο για το τέλος της εποχής της αθωότητάς μας.

Φωτο: Θανάσης Κρίκης (10AM)

Το ραντεβού μας με τη Ζέτα Μακρυπούλια είναι προγραμματισμένο για την επόμενη ημέρα, αφού δω την παράσταση. Είναι πρωί· η φωνή της είναι κάπως βραχνή. Αισθάνομαι αρχικά να είναι επιφυλακτική μαζί μου. Γνωρίζω καλά ότι τα τελευταία χρόνια δίνει σπάνια πλέον συνεντεύξεις. Την αγχώνουν. Η ίδια έχει ομολογήσει ότι την ημέρα προβολής μιας μεγάλης τηλεοπτικής της συνέντευξης έπαθε κρίση πανικού. Δεν την αδικώ. Το κορίτσι που ξεκίνησε την πορεία του στην ελληνική showbiz μόλις 13 ετών, αναδείχθηκε στο next best thing του εγχώριου star system και την ίδια στιγμή είδε τη ζωή της να τεμαχίζεται από την αδηφάγα, σαφώς μισογυνιστική, ηδονοβλεπτική μηχανή της μεσημεριανής ζώνης και εν γένει της κίτρινης δημοσιογραφίας που μεσουρανούσε στα 00s. Πότε θα παντρευτεί; Γιατί χώρισε; Πότε θα γίνει μάνα; Και τελικά πόσο καλή ηθοποιός είναι η Ζέτα;

Και εκείνη δεν απαντούσε. Απλώς δούλευε σκληρά. Για παράδειγμα, με την Αμαλία της στο «Στο παρά 5» του Γιώργου Καπουτζίδη παρέδωσε μια ηρωίδα που κέρδισε επάξια τη θέση της στο πάνθεον της ελληνικής μυθοπλασίας. Στο «Ηρθες και θα μείνεις», σε σκηνοθεσία του Γρηγόρη Βαλτινού, σάρωσε τη σκηνή με στόφα μεγάλης θεατρίνας, ενώ στο «Γιούγκερμαν» του Δημήτρη Τάρλοου δοκίμασε να παίξει αριστοτεχνικά με τις ψυχρές αποχρώσεις της ψυχής της Ντάινας, της εμβληματικής ηρωίδας του Μ. Καραγάτση.

«Ημουν ένας άνθρωπος που είχα πάντα θέμα με το τι θα πουν οι άλλοι για εμένα» θα μου πει στη διάρκεια της συζήτησής μας. «Μεγάλο χάσιμο χρόνου αυτό. Μέχρι να γίνω γνωστή σκεφτόμουν τι θα πει το περιβάλλον μου – αργότερα προστέθηκαν άπαντες. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πώς όλη αυτή η ανθρωποφαγία που βίωσα τότε λειτούργησε επάνω μου. Την ίδια στιγμή, είμαι ένας χαρακτήρας που θέλω να δείχνω προς τα έξω ότι μπορώ να αντέξω τα πάντα».

«Μήπως αυτό τελικά σάς έκανε κακό;» τη ρωτώ.

«Πείτε ότι έβγαινα σε μια εκπομπή και έκανα ένα ξέσπασμα, έκλαιγα δημόσια. Πιθανότατα θα έβγαινε προς τα έξω ότι ναι, είμαι τελικά κι εγώ άνθρωπος, ότι πληγώνομαι με τις βολές. Δεν πέφτουν μόνο πάνω στον τοίχο που είχα υψώσει – χτυπάνε και την ψυχή μου. Δεν το έκανα. Νόμιζα τότε ότι ήμουν δυνατή, αλλά τώρα που έχω το θάρρος να με κοιτάξω βαθιά και να με “κάνω κομματάκια”, διακρίνω ότι υπήρχε φόβος – πάρα πολύς, χωρίς λόγο κιόλας. Ισως όμως τελικά η στάση σιωπής που επέλεξα τότε να ήταν και το πιο έξυπνο πράγμα που είχα να κάνω. Γιατί διαισθητικά καταλάβαινα ότι με το σύστημα αυτό τότε δεν τα έβγαζες πέρα. Ηταν τεράστια η ανθρωποφαγία. Αυτό που έκανα λοιπόν ήταν να κλειστώ στο σπίτι μου, ξέροντας ότι εάν μιλούσα και απαντούσα δημόσια, πιθανότατα θα έδινα τροφή σε αυτό το τέρας. Γιατί δεν μπορούσα να το βάλω στη θέση του, να το “φυλακίσω”. Οπότε είπα “θα δεχθώ όλα τα βέλη μέχρι τέλους”» αναφέρει.

Και ύστερα από μια μικρή παύση προσθέτει: «Και μπαίνω σε αυτή τη συζήτηση σήμερα, όχι τόσο για εμένα, γιατί τη διαδρομή με την ψυχή μου την έχω κάνει και την κάνω, αλλά πιο πολύ γιατί θέλω να πω σε όλους μας πως κάθε φορά που κρίνουμε τον απέναντι τόσο εύκολα και προβάλλουμε το αρνητικό μας πρόσημο επάνω του, ας προσπαθήσουμε έστω και για λίγο να καταλάβουμε το πώς μπορεί να νιώθει η ψυχή του».

Φωτο: Θανάσης Κρίκης (10AM)

Κυρία Μακρυπούλια, τι συμβολίζει η ταινία «Τζένη Τζένη» για εσάς;

«Είναι το μεγάλωμά μου. Ενηλικιώθηκα βλέποντας πάρα πολύ ελληνικό κινηματογράφο. Προέρχομαι από μια απλή, λαϊκή οικογένεια. Ηταν πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα που παρακολουθούσαμε. Οπότε για εμένα το “Τζένη Τζένη” είναι το σαββατόβραδό μου, η Κυριακή μου, τα πρώτα καρδιοχτύπια μου. Ταυτιζόμουν με τους ήρωες, με τους έρωτες, με την αγάπη, με τον αυθορμητισμό, με την αγνότητα, με την αλήθεια τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ξέρω απ’ έξω όλους τους διαλόγους της ταινίας. Δηλαδή ακόμη και στις πρόβες τώρα, όταν κάποιος κολλούσε στα λόγια, ρωτούσε εμένα».

Οπότε, φαντάζομαι, είπατε αμέσως το «ναι» στον Νίκο Καραθάνο;

«Ναι! Θυμάμαι, ήμουν σπίτι και έκανα δουλειές όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Νίκος μού είπε ότι ετοιμάζει το “Τζένη Τζένη” και με ρώτησε αν θα ήθελα να είμαι μέρος της παράστασης. Δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη, δέχθηκα αμέσως, όπως και στην πρώτη μας συνεργασία, στην παράσταση “Μια νύχτα στην Επίδαυρο”. Τότε μάλιστα που μου το είχε προτείνει δεν είχε καν το κείμενο της παράστασης στα χέρια του. Το έργο υπήρχε μόνο ως ιδέα».

Αλήθεια, πώς γνωριστήκατε;

«Τον γνώριζα φυσικά μέσα από τις δουλειές του και από τον φίλο μου, τον Θανάση Αλευρά, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί αρκετές φορές. Μου είχε πει μάλιστα ο Θανάσης ότι ο Νίκος τού είχε μιλήσει για εμένα, ότι του αρέσω ως ηθοποιός. Δεν είχα δώσει πολλή σημασία. Πάντα αυτό που σου αρέσει να ακούς το αφήνεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου μέχρι να γίνει πραγματικότητα. Και έγινε. Με πήρε, θυμάμαι, ένα τηλέφωνο, κλείσαμε ένα ραντεβού. Ηταν αρχικά διστακτικός μαζί μου. Ποιος ξέρει πώς θα φανταζόταν ότι είμαι. Και ύστερα μαγικά έγινε το “κλικ” μεταξύ μας. Ο Νίκος με “διάβασε” κατευθείαν. Είμαι ένας πολύ κλειστός άνθρωπος και εκείνος κατάλαβε ότι έπρεπε να μου δώσει το περιθώριο να πάρω τον χρόνο μου ώστε να νιώσω ασφαλής και να μπορέσω να απελευθερωθώ. Ο Νίκος ως σκηνοθέτης έχει άπειρα προσόντα. Πραγματικά, δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει και στο τέλος όλοι οι ηθοποιοί των παραστάσεών του γίνονται ένα σώμα. Καταρρίπτει την έννοια του πρωταγωνιστή, του δευτεραγωνιστή. Μαζί του κάνεις θέατρο, αληθινό, αγνό, χωρίς να ασχολείσαι με όλα τα υπόλοιπα. Ο ρόλος της Υβόννης, για παράδειγμα, από γραφής, είναι ο αντιήρωας του έργου. Χωρίς να γίνει καν ζήτημα, με ώθησε να του δώσω και μία άλλη υπόσταση. Του χρωστάω ευγνωμοσύνη για πολλά του Νίκου. Και θα κρατώ πάντα μέσα μου μια σκηνή που μου χάρισε στην προηγούμενη παράστασή μας, “Μια νύχτα στην Επίδαυρο”. Εάν την είχατε δει, ίσως να θυμάστε ότι υπήρχε ένας κρεμασμένος άνθρωπος στη σκηνή, που δεν του έδινε σημασία κανείς εκτός από τον δικό μου ρόλο. Αντίθετα, οι υπόλοιποι μου φώναζαν: “Ελα να παραγγείλουμε στην ταβέρνα! Μην κοιτάς από εκεί! Μην τον κοιτάς!”. Αυτό το “μην κοιτάς την πραγματικότητα” είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία μας σήμερα».

Τι σας θυμώνει γύρω μας;

«Η βία. Δεν μας αναγνωρίζω πλέον. Δεν γίνεται να ξυπνάμε κάθε μέρα και να θεωρούμε φυσιολογικό ότι κάποιος έσπασε το πόδι μιας κοπέλας επειδή πήγε να του πάρει τη θέση πάρκινγκ. Δεν γίνεται κάποιος να σηκώνει μαχαίρι γιατί η γυναίκα του τον χώρισε. Και, πραγματικά, δεν ξέρω πότε έγινε αυτή η μετάβαση, πώς αποφασίσαμε ως κοινωνία ότι μπορεί κάποιος να παίζει με την ανθρώπινη ζωή και να την αφαιρεί με τόση ευκολία. Είναι όλοι εν βρασμώ. Σκέφτομαι ότι ένα κομβικό σημείο ήταν η καραντίνα. Συσσωρεύθηκε πολύς θυμός. Και ύστερα οι πόλεμοι γύρω μας. Εθιστήκαμε με έναν τρόπο στη βία. Πριν από δύο χρόνια, θυμάμαι, ήμουν για παραστάσεις στην Κύπρο και έβλεπα από μακριά τις βόμβες να σκάνε στον ουρανό της Μέσης Ανατολής σαν μικρά, “τζούφια” πυροτεχνήματα, ενώ εγώ έτρωγα την πίτσα μου στο μπαλκόνι μου. Τις πρώτες ημέρες πάγωσα. Και ύστερα τρόμαξα με τον ίδιο μου τον εαυτό, όταν συνήθισα την εικόνα. Ισως γιατί όλα έχουν γίνει ένα scroll στο κινητό – από το πώς φτιάχνεις ένα κέικ χωρίς θερμίδες μέχρι την οβίδα που θερίζει αθώα παιδιά. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μία δίνη και ξέχασε τι σημαίνει δικαιοσύνη, καλοσύνη, αλήθεια, ομορφιά. Και όμως για αυτά είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, όχι για τα άλλα».

Φωτο: Θανάσης Κρίκης (10AM)

Κυρία Μακρυπούλια, γιατί γίνατε ηθοποιός;

«Για το αίσθημα, το χτυποκάρδι. Πριν αποφασίσω να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή, βρέθηκα τυχαία επάνω στη σκηνή. Είχα πάει να πάρω μια συνέντευξη από έναν ηθοποιό, κάπως μπερδεύτηκα και, αντί να πάω στο καμαρίνι, βρέθηκα στη σκηνή. Στο ένα λεπτό που έμεινα μόνη εκεί πάνω, με την άδεια πλατεία απέναντί μου, δεν μπορώ να το βάλω σε λόγια, αλλά ένιωσα κάτι βαθύ. Και αυτό το αίσθημα προφανώς συνδυάζεται και με άλλα πράγματα μέσα μου. Είμαι ένας άνθρωπος πολύ κλειστός. Ισως γι’ αυτό είχα για χρόνια και τη φήμη της “ξινής”. Το θέατρο λοιπόν σε βοηθάει λίγο να κρύβεσαι πίσω από τους ρόλους και την ίδια στιγμή κάνεις δουλειά με τον εαυτό σου. Βέβαια, δεν είναι ψυχοθεραπεία. Μην μπερδευόμαστε. Και το λέω αυτό ως άνθρωπος που έχει κάνει χρόνια ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση».

Εχετε παίξει σε μεγάλες παραγωγές, εμπορικές κωμωδίες, μιούζικαλ. Θα σας ενδιέφερε και ένα άλλου είδους ρεπερτόριο;

«Και ναι και όχι. Βρίσκομαι σε μια φάση που είμαι ικανοποιημένη με τα πράγματα που έρχονται. Αλλά και σε αυτά που έχω κάνει υπάρχει και αυτό το άλλου είδους ρεπερτόριο που καταλαβαίνω ότι εννοείτε. Για παράδειγμα, ο “Γιούγκερμαν”, που έκανα με τον Δημήτρη Τάρλοου, ή ο “Δον Ζουάν”, με τον Θέμη Μουμουλίδη. Τώρα, δεν ξέρω αν εννοείτε εάν θέλω να παίξω τραγωδία…».

Θα μου επιτρέψετε μια προσωπική παρατήρηση: νιώθω ότι ίσως αδικήσατε το ταλέντο σας…

«Ετσι λέτε; Μπορεί να έχετε και δίκιο. Αλλά το παλεύω. Πλέον αγαπώ και προστατεύω τον εαυτό μου ζώντας με τους δικούς μου όρους. Και έρχονται ωραία πράγματα. Για παράδειγμα, η συνεργασία με τον Νίκο Καραθάνο θα συνεχιστεί. Για χρόνια προσπαθούσα να αποδεικνύω ποια είμαι, πίεζα τα πράγματα προς μία κατεύθυνση. Μη φανταστείτε βέβαια και πολύ. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που διατηρούν σχέσεις για το συμφέρον τους, και για να προχωρήσεις, δυστυχώς, στην τηλεόραση και στο θέατρο πρέπει να κινείσαι και έτσι. Εγώ είμαι ανίκανη για αυτό. Μπορεί λοιπόν κάποια πράγματα να πήραν περισσότερο χρόνο για να έρθουν στη ζωή μου. Αλλά ίσως ήρθαν τελικά την κατάλληλη στιγμή».

Υπήρξαν συνεργασίες που σας στενοχώρησαν στο θέατρο;

«Βεβαίως. Που με πίεσαν, με στενοχώρησαν, που με θύμωσαν, που με αδίκησαν. Από όλα έχει ο μπαξές του θεάτρου. Μάλιστα, ύστερα από μια συγκεκριμένη συνεργασία έγινε ένα “κρακ” μέσα μου και είπα “τέλος”, ότι από εδώ και πέρα εγώ θα ελέγχω τα πράγματα και θα είμαι μόνο σε δουλειές που πραγματικά έχουν να δώσουν κάτι σε εμένα και να πουν κάτι στο κοινό».

Συγχωρήσατε αυτούς που σας έβλαψαν;

«Είμαι της άποψης ότι πρέπει να συγχωρείς τους ανθρώπους. Αλλά όχι τις καταστάσεις, τις ενέργειες. Τις ενέργειες δεν πρέπει να τις ξεχνάς. Αλλά εγώ καμιά φορά τις ξεχνάω και την ξαναπατάω από τους ίδιους ανθρώπους».

Υπήρξαν άνθρωποι που σας ζήτησαν συγγνώμη στην πορεία σας;

«Ναι, κυρίως δημοσιογράφοι για εκείνη την αλησμόνητη εποχή, για όλα αυτά τα κακεντρεχή που εκτόξευαν εναντίον μου. Μου ζήτησαν συγγνώμη για να τους δώσω μια συνέντευξη και κάπως να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Αφενός αυτό δεν χρειάζεται πλέον. Αφετέρου, όπως σας είπα και πριν, δεν κρατάω κακία. Θυμάμαι τις πράξεις, αλλά βρίσκω δικαιολογία λόγω του κλίματος εκείνης της περιόδου. Δεν θέλω βέβαια να το παίζω και αγία. Υπάρχουν άνθρωποι που παραμένουν ακόμη σε blacklist για εμένα».

Με ό,τι κάνετε στην τηλεόραση είστε ευχαριστημένη;

«Οταν μπαίνω στο πλατό του “Rouk Zouk” και ακούω το “3, 2, 1, πάμε”, είναι σαν να πατάς το κουμπί της χαράς, της ελευθερίας, του παιδιού μέσα μου. Είναι η ψυχοθεραπεία μου αυτή η εκπομπή. Και δεν πίστευα ότι θα μου συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο. Οπως σας είπα, είμαι ένας άνθρωπος που φοβάται την έκθεση. Στο “Rouk Zouk” όμως είμαι όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό που είμαι πίσω από την πόρτα του σπιτιού μου. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι εγώ, που είμαι βουτηγμένη στη συστολή, θα μπορούσα να είμαι τόσο διαχυτική με ανθρώπους που βλέπω πρώτη φορά. Δεν έχω υπάρξει ποτέ έτσι προηγουμένως».

Μιλήστε μας και για το νέο σας τηλεοπτικό project.

«Για εµένα είναι µια εντελώς καινούργια διαδικασία. Παρ’ όλο που είµαι 35 χρόνια στον χώρο, τέτοιου είδους εκποµπή όπως το “Moments” δεν έχω παρουσιάσει ξανά. Μου αρέσει που ως περιεχόμενο δεν έχει κάποιον “πονηρό” σκοπό, δεν αναζητά το κίτρινο ή τη φθηνή συγκίνηση. Και σε αυτό ήταν σύμμαχοί μου εξαρχής και ο ΑΝΤ1 και η εταιρεία παραγωγής, η Foss Productions. Απολαμβάνω που όσοι καλεσμένοι έχουν μέχρι στιγμής έρθει στην εκπομπή έχουν φύγει με ένα χαμόγελο στα χείλη, βλέποντας στιγμές της ζωή τους να περνούν από μπροστά τους».

Εσείς είστε ικανοποιημένη με τη δική σας ζωή; Περάσατε ποτέ κρίση ηλικίας;

«Με πετυχαίνετε ακριβώς σε αυτή τη φάση. Βέβαια, δεν είναι μια κρίση ηλικίας που σχετίζεται με την εμφάνισή μου, τις ρυτίδες μου. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Προσωπικά, έχω ένα μεγάλο θέμα με την αλλαγή. Την απεχθάνομαι. Μου είναι δύσκολο δηλαδή να αλλάζουν οι σχέσεις γύρω μου, οι αισθηματικές, οι φιλικές, οι επαγγελματικές, ακόμη και τα πράγματα ή τα αντικείμενα που με περιβάλλουν. Και τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά τα 45 μου, συνειδητοποίησα ότι η ζωή είναι μόνο “αλλαγή”. Και έτσι δυσκολεύομαι πολύ. Ολα αλλάζουν. Αλλάζουν οι άνθρωποι με τους οποίους περνάμε τη ζωή μας, οι φίλοι μας, ακόμη και ο ίδιος ο εαυτός μας. Και εγώ, που μεγάλωσα με τον ρομαντισμό του περίφημου “για πάντα”, όταν αυτό γκρεμίστηκε, κατακρημνίστηκα και μέσα μου. Με τύλιξε ένα πέπλο ματαιότητας. Γιατί εάν όλα τελικά γεννιούνται, κάνουν έναν κύκλο για να πεθάνουν, τι μένει; Οπότε παλεύω ακόμα με αυτό το αίσθημα ματαιότητας – δεν ξέρω εάν το έχω νικήσει εντελώς ακόμη. Θα έλεγα ότι αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη δίνη μιας αλλαγής».

Τι έχει αλλάξει ριζικά μέσα σας;

«Είμαι σε μια διαδικασία τού να επαναφέρω τη χαρά, την ανεμελιά στη ζωή μου. Με τύλιξε για πολύ καιρό αυτή η ματαιότητα για την οποία σας μίλησα».

Φλερτάρατε με αυτό που λέγεται κατάθλιψη;

«Οχι με αυτό που θα έλεγε κανείς διαγνωσμένη κατάθλιψη. Θέλω να είμαι προσεκτική με τις λέξεις. Αλλά με ένα βαρύ αίσθημα ματαιότητας, ναι. Εμένα η καραντίνα, ξέρετε, με βοήθησε πολύ. Επέτρεψα για πρώτη φορά στον εαυτό μου να βουλιάξει, να κλάψει ελεύθερα, να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του χωρίς ρολόι, χωρίς ενοχή. Γιατί ήταν η μόνη περίοδος που δεν συναναστρεφόμουν κόσμο, γιατί δεν υπήρχε το κομμάτι της δουλειάς, των γυρισμάτων, και έτσι κανείς δεν μπορούσε να δει την αδυναμία μου, την οποία θέλω πάντα να κρύβω».

Υπήρξε περίοδος που κρυβόσασταν από τους γύρω σας;

«Για δύο χρόνια πήγαινα στα γυρίσματα του “Rouk Zouk” και είχα μάθει να μπαίνω κάπως στο ρελαντί. Ξυπνούσα δηλαδή με ένα βάρος και έλεγα μέσα μου: “Σου επιτρέπω να το νιώθεις μέχρι τις 12, που θα πας στο γύρισμα”. Ξεκινούσα παίζοντας κάτι σαν θέατρο, γιατί δεν ήθελα να καταλάβει κανείς πώς είμαι. Και μπαίνοντας σε αυτή τη διαδικασία μετά πραγματικά χαλάρωνα. Γι’ αυτό είμαι ίσως τόσο δεμένη με το “Rouk Zouk”, γιατί την πραγματική ζωή μου την τύλιγε τότε η ματαιότητα. Στην καραντίνα λοιπόν για πρώτη φορά διαλύθηκε ο χρόνος και επέτρεψα στον εαυτό μου να βγάλει τα συμπεράσματά του, να βρει τα λάθη του, τα καλά, τα στραβά του».

Κοιτώντας την πορεία σας, βάλατε πρώτα τη ζωή σας ή την καριέρα σας;

«Πάντα με ενδιέφερε πιο πολύ η ζωή μου. Η ζυγαριά έγερνε πάντα εκεί. Σήμερα τα πράγματα είναι κάπου στη μέση. Αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου την προσοχή μου την είχα στραμμένη στην προσωπική μου ζωή: να αγαπώ τους άλλους, να είμαι ερωτευμένη».

Σήμερα τον έχετε απομυθοποιήσει σε έναν βαθμό τον έρωτα;

«Ναι. Θα ήταν αστείο τώρα να ερωτευθώ ξαφνικά όπως ερωτευόμουν στα 18 μου. Δεν νομίζετε;».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version