Τη νύχτα του προπερασμένου Σαββάτου, ενώ μια σφοδρή χιονοθύελλα παρέλυε μεγάλο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών και η χώρα συγκλονιζόταν από την εν ψυχρώ δολοφονία του διαδηλωτή Αλεξ Πρέτι στη Μινεσότα, ο Λευκός Οίκος ετοιμαζόταν για μια ιδιωτική κινηματογραφική προβολή.
Στο East Room, με black tie dress code, στρατιωτική μπάντα και συλλεκτικές συσκευασίες ποπκόρν και άλλα σνακ που έφεραν το όνομα της οικοδέσποινας της βραδιάς, η πρώτη κυρία των ΗΠΑ παρουσίαζε το «Melania», το εξουσιοδοτημένο ντοκιμαντέρ για τη ζωή της, λίγες μόλις ημέρες πριν από την παγκόσμια κυκλοφορία του. Ηταν μια εκδήλωση που έμοιαζε περισσότερο με επίδειξη ισχύος παρά με πρεμιέρα καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Μεταξύ των περίπου 70 καλεσμένων συγκαταλέγονταν η βασίλισσα Ράνια της Ιορδανίας, ο CEO της Apple Τιμ Κουκ, η πρόεδρος του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης Λιν Μάρτιν, ο Μάικ Τάισον, ο ιδρυτής της Zoom Ερικ Γιούαν, καθώς και η φωτογράφος Ελεν φον Ουνβερτ, που υπογράφει και την εικόνα η οποία κοσμεί την επίσημη αφίσα της ταινίας.
Πρόκειται για μία από τις πιο ακριβές παραγωγές ντοκιμαντέρ όλων των εποχών. Η Amazon MGM Studios φέρεται να κατέβαλε περίπου 40 εκατομμύρια δολάρια για τα δικαιώματα της ταινίας – ποσό που περιλάμβανε και αμοιβή 28 εκατομμυρίων δολαρίων προς την ίδια τη Μελάνια Τραμπ.
Παράλληλα, το κόστος για την καμπάνια προώθησης φημολογείται ότι έχει ξεπεράσει τα 35 εκατομμύρια δολάρια, με διαφημίσεις σε τηλεόραση, billboards, μετρό, λεωφορεία και ένα εντυπωσιακό takeover του πρωτοποριακού χώρου ψυχαγωγίας The Sphere στο Λας Βέγκας.
Ο ιδιοκτήτης της Amazon Τζεφ Μπέζος γνωρίζει καλά πως το περιβάλλον του POTUS έχει μεγάλη αδυναμία στις χειρονομίες που συνοδεύονται από πολλά χρήματα – ειδικά όταν αυτές κολακεύουν τη ματαιοδοξία του.

Photo Brian Snyder-Reuters
Για τα δεδομένα του είδους, πρόκειται για νούμερα που συνήθως συναντά κανείς σε εμπορικά blockbusters και όχι σε προσωποκεντρικά ντοκιμαντέρ με ελαφρύ πολιτικό περιεχόμενο. Το στοίχημα της Amazon είναι ξεκάθαρο: η Μελάνια Τραμπ παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά και πολυσυζητημένα πρόσωπα του πλανήτη και η περιέργεια του κοινού θα μεταφραστεί σε εισιτήρια και, αργότερα, σε εκατομμύρια ώρες streaming. Η ίδια, άλλωστε, δεν είναι απλώς το πρόσωπο της ταινίας αλλά και εκτελεστική παραγωγός, με πλήρη έλεγχο: από το μοντάζ και τη χρωματική διόρθωση, μέχρι τη μουσική, το trailer και τη συνολική στρατηγική μάρκετινγκ.
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Μπρετ Ράτνερ, στην πρώτη του υψηλού προφίλ δουλειά μετά τις σοβαρές καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση που αντιμετώπισε το 2017. Παρότι δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες, το όνομά του είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί από το mainstream Χόλιγουντ.
Η επιστροφή του, μέσω ενός «φιλοτραμπικού» project, μόνο τυχαία δεν είναι. Το «Melania» λειτουργεί και ως δοκιμαστικός σωλήνας για το αν υπάρχει χώρος επανόδου στην ενεργό δράση για αμφιλεγόμενους δημιουργούς που συνδέονται ανοιχτά με το νέο πολιτικό status quo. Ο Ράτνερ ήταν άλλωστε υπεύθυνος για την παραγωγή του άλλου «φιλοτραμπικού» ντοκιμαντέρ, «The Man You Don’t Know» (2024).
Η διαφαινόμενη πορεία του φιλμ
Τα γυρίσµατα του ντοκιµαντέρ «Melania» ξεκίνησαν τον Δεκέµβριο του 2024, πραγµατοποιήθηκαν κατά βάση στο Mar-a-Lago στο Παλµ Μπιτς και καταγράφουν πώς πέρασε και τι σκεφτόταν η Μελάνια τις 20 ημέρες μέχρι την ορκωμοσία του συζύγου της το 2025. Ωστόσο, παρά τη λάμψη της πρεμιέρας και τη μεγαλοπρεπή κυκλοφορία σε πάνω από 2.000 αίθουσες στις ΗΠΑ και περισσότερες από 100 στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα πρώτα σημάδια είναι αποθαρρυντικά.
Σύμφωνα με στοιχεία από μεγάλες κινηματογραφικές αλυσίδες που δημοσίευσε η εφημερίδα «The Guardian», οι προπωλήσεις στο Λονδίνο και την περιφέρεια είναι εξαιρετικά χαμηλές – σε ορισμένες περιπτώσεις, μόλις ένα ή δύο εισιτήρια ανά προβολή.
Στελέχη της αγοράς μιλούν για «soft launch» και εκτιμούν ότι η στρατηγική θυμίζει περισσότερο four-walling: μια πρακτική όπου ο διανομέας πληρώνει προκαθορισμένο ποσό στις αίθουσες για να εξασφαλίσει προβολές, ανεξαρτήτως προσέλευσης. Το αποτέλεσμα; Ενα τεράστιο άνοιγμα που οδηγεί σε εξευτελιστικά χαμηλό μέσο όρο εισιτηρίων ανά προβολή – τον πιο σκληρό δείκτη αποτυχίας για κάθε κινηματογραφική κυκλοφορία.
Την περασμένη Δευτέρα, ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντα πιστός στη διάδοση της αλήθειας, δημοσίευσε φωτογραφίες από την εκδήλωση στον Λευκό Οίκο στο Instagram και στο Truth Social, προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια ταινία που «ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗ ΔΕΙΤΕ» και ότι τα εισιτήρια «εξαντλούνται ΓΡΗΓΟΡΑ!».
Η Μελάνια Τραμπ, παρ’ όλο που έχει κρατήσει σχετικά διακριτικό προφίλ στη δεύτερη θητεία της και μοιράζει τον χρόνο της κυρίως μεταξύ Νέας Υόρκης και Φλόριντα, έχει αυξήσει τις δημόσιες εμφανίσεις της εν όψει της κυκλοφορίας του ντοκιμαντέρ και χτύπησε το κουδούνι στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης το πρωί της περασμένης Τετάρτης. Η πρεμιέρα έγινε στις 30 Ιανουαρίου και κάποια στιγμή μέσα στη χρονιά η παραγωγή θα είναι διαθέσιμη για streaming στο Prime Video σε μορφή documentary series.
Το πρόβληµα µε το πρότζεκτ «Melania» δεν είναι πάντως τεχνικό. Είναι δομικό. Πρώτον, πρόκειται για ένα απολύτως ελεγχόμενο, αγιογραφικό ντοκιμαντέρ, χωρίς αφηγηματικό ρίσκο ή κάποια πραγματική αποκάλυψη.
Δεύτερον, η πολιτική πόλωση λειτουργεί αποτρεπτικά: το κοινό που αντιπαθεί τον Τραμπ δεν θα πλησιάσει τις αίθουσες ούτε από περιέργεια, ενώ ακόμη και οι φανατικοί οπαδοί του δεν φαίνεται να είναι γοητευμένοι από τη χλιαρή δημόσια παρουσία της Μελάνια. Τρίτον, το ίδιο το μέγεθος της κυκλοφορίας λειτουργεί εναντίον του φιλμ: όσο πιο πολλές οι αίθουσες τόσο πιο ηχηρή η αποτυχία όταν µένουν άδειες.
Το «Melania» μοιάζει τελικά περισσότερο με ένα ακριβό, καλογυαλισμένο πορτρέτο που προοριζόταν εξαρχής για την τόνωση του ναρκισσισμού των δημιουργών και του αντικειμένου του και όχι για να αγαπηθεί από το κοινό.