Χαλαρός τρόπος ζωής, έντονη σχέση με το καλοκαίρι, βαθιά σύνδεση με τον ανιμισμό, τη μυθολογία και τις αρχαίες κουλτούρες. Ο βραζιλιάνος επιμελητής Ραφαέλ Φονσέκα μπορεί να ήρθε από μακριά, ωστόσο ένιωσε σχεδόν αμέσως στο στοιχείο του κατά την παραμονή του στην Αθήνα. «Παρότι η αποικιοκρατική εμπειρία δεν υπήρξε η ίδια ανάμεσα στις δύο χώρες, κάπως έχει αναπτυχθεί μια συναφής πολιτισμική δυναμική» θα πει στη διάρκεια της συζήτησής μας στο κέντρο της πόλης, σε ένα περιβάλλον όπου μοιάζει πλήρως εναρμονισμένος με τον ρυθμό, το φως και την ατμόσφαιρα της αθηναϊκής καθημερινότητας.
Πολίτης του κόσμου, όπως κάθε αναγνωρισμένος επιμελητής παγκόσμιας εμβέλειας που γνωρίζει ότι για να είναι μέσα στα πράγματα θα πρέπει να κινείται με άνεση στο διεθνές πεδίο της σύγχρονης τέχνης, ο Ραφαέλ Φονσέκα βρέθηκε στην Ελλάδα λίγο πριν από το επόμενο πυκνό ταξιδιωτικό πρόγραμμά του – για αρχή περιλαμβάνει την Ταϊβάν και στη συνέχεια τη Βενετία, όπου επιμελείται το εθνικό περίπτερο της ασιατικής χώρας στην επικείμενη Μπιενάλε.
Στην Αθήνα, από την άλλη, ήρθε ως προσκεκλημένος του προγράμματος φιλοξενίας της ARTWORKS (Athens Curatorial Residency, A/ACR, που έχει κύριο υποστηρικτή το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος), κάτι που ταιριάζει απόλυτα με τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της διαδρομής του. Αλλωστε, τη συνιδρύτρια και διευθύντρια του οργανισμού Μαρίλη Κωνσταντινοπούλου καθώς και τον επιμελητή Πάνο Γιαννικόπουλο τους γνώρισε στην Μπιενάλε της Σάρτζα, στη Μέση Ανατολή, επιβεβαιώνοντας πως οι επαγγελματικές σχέσεις στον κόσμο της τέχνης συχνά διαμορφώνονται μέσα από τέτοιες διεθνείς συναντήσεις.
Ο Φονσέκα έκανε, ουσιαστικά, μια ιδιότυπη έρευνα πεδίου στην Αθήνα, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει πού ακριβώς στάθηκε το ενδιαφέρον του, παρότι παραδέχεται ότι ορισμένοι καλλιτέχνες τον εντυπωσίασαν ιδιαίτερα. Με μια διάθεση διακριτικού μυστηρίου, προτιμά να μιλάει περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να συνεργάζεται και να διαμορφώνει αφηγήσεις παρά να προαναγγέλλει συγκεκριμένες επιλογές.
Τον ελκύουν λοιπόν δημιουργοί που κινούνται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα, που χτίζουν ολόκληρους κόσμους και επαναπροσδιορίζουν εικόνες από άλλες εποχές, είτε αυτές αφορούν πιθανά μέλλοντα είτε εναλλακτικές εκδοχές του παρόντος. Δεν περιορίζεται ούτε από το μέσο ούτε από την ηλικία. Συνεργάζεται με ζωγράφους και performers, με πολύ νέους δημιουργούς αλλά και με κωφούς καλλιτέχνες, αναζητώντας κάθε φορά διαφορετικές φωνές και προσεγγίσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει επίσης σε όσους αξιοποιούν το χιούμορ και αποφεύγουν να εγκλωβίζονται αποκλειστικά στην αναπαραγωγή τραύματος ή βίας.
Τον γοητεύουν οι πειραματικές πρακτικές, οι καλλιτέχνες που επενδύουν χρόνο και ενέργεια στο να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο ή να προχωρήσουν την έρευνά τους ένα βήμα παραπέρα, ειδικά όταν καλούνται να δημιουργήσουν ένα νέο έργο. Οπως λέει χαρακτηριστικά: «Μου αρέσει πολύ η αδρεναλίνη όταν δουλεύω με καλλιτέχνες που δεν ξέρουν ακριβώς τι θα κάνουν και αποφασίζουν τα πάντα την ώρα της εγκατάστασης».
Εκεί, στον (Παγκόσμιο) Νότο
Παράλληλα, όσο βρισκόταν στην Αθήνα, έκανε μια παρουσίαση της δουλειάς του και μετέφερε την εμπειρία του από τη θέση του επιμελητή της 14ης Mercosur Biennial στο Πόρτο Αλέγκρε, στη νότια Βραζιλία, το 2025, «μία από τις σημαντικότερες και παλαιότερες διοργανώσεις αυτού του τύπου που επιβιώνει μέχρι σήμερα στη Λατινική Αμερική», όπως θα πει. Πρόκειται για έναν χώρο συνάντησης και ανταλλαγής εμπειριών με στόχο να ενισχυθεί η καλλιτεχνική παραγωγή της Λατινικής Αμερικής και του Παγκόσμιου Νότου γενικότερα: «Εκεί ανήκω και θεωρώ σημαντικό τον γεωγραφικό αυτόν προσδιορισμό.
Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω ότι η έννοια του Παγκόσμιου Νότου είναι αρκετά περίπλοκη. Για παράδειγμα, σε τέτοιες διοργανώσεις, αν κάποιος γεννήθηκε στην Αλγερία αλλά μεγάλωσε στο Παρίσι, μπορούσε να συμμετάσχει. Ή, αντίστροφα, αν κάποιος γεννήθηκε στο Παρίσι αλλά έζησε στην Αλγερία για πέντε χρόνια, επίσης μπορεί. Ετσι, η έννοια του Παγκόσμιου Νότου είναι συχνά φαντασιακή και εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, την καταγωγή, την οικογενειακή ιστορία ή ακόμη και από το αν κάποιος καλλιτέχνης έζησε ως πρόσφυγας στον Βορρά ενώ προερχόταν από τον Νότο». Γενικότερα, επισημαίνει ότι οι καλλιτέχνες του Νότου διαθέτουν συνήθως λιγότερα θεσμικά προνόμια σε σύγκριση με εκείνους του Βορρά: «Για παράδειγμα, χώρες όπως η Νορβηγία ή η Φινλανδία έχουν πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση για τις εικαστικές τέχνες, παρότι ο πληθυσμός τους είναι μικρότερος από… το Ρίο ντε Τζανέιρο».
Γι’ αυτό θεωρεί σημαντικό να δίνει ευκαιρίες σε καλλιτέχνες του Νότου και να δημιουργεί εκθέσεις που λαμβάνουν υπόψη την ποικιλομορφία, όσον αφορά το φύλο, τη φυλή και γενικότερα την προέλευση: «Παράλληλα, όμως, τώρα που πλησιάζω τα 40, δεν νιώθω πλέον ότι πρέπει να δουλεύω αποκλειστικά με καλλιτέχνες από αυτή την ευρεία περιοχή. Είμαι ανοιχτός στη συνεργασία και με δημιουργούς από τον Βορρά, με βασική προϋπόθεση ότι το έργο τους είναι καλό. Αλλά αυτό είναι, σε κάθε περίπτωση, το πρώτο κριτήριο».
Χρήσιμες γενικεύσεις
Ο Φονσέκα ζει πλέον στον Βορρά, καθώς είναι επιμελητής και επικεφαλής του Τμήματος Μοντέρνας και Σύγχρονης Λατινοαμερικανικής Τέχνης στο Denver Art Museum. Αλλος ένας ιδιαίτερα ευρύς όρος που χρησιμοποιείται συχνά από τα μουσεία σύγχρονης τέχνης προκειμένου να οργανώσουν γεωγραφικά και πολιτισμικά πολύ διαφορετικές καλλιτεχνικές πρακτικές κάτω από μία ενιαία ομπρέλα: «Η έννοια της “Λατινικής Αμερικής” στην τέχνη είναι σε μεγάλο βαθμό μια επινόηση των κρατών του Βορρά, ειδικά των μουσείων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι σημαντική στον χώρο της τέχνης, γιατί δημιουργεί μια γεωπολιτική αφήγηση και μια αίσθηση ενότητας και διαλόγου ανάμεσα σε χώρες που μοιράζονται ορισμένα κοινά στοιχεία.
Ταυτόχρονα, όμως, ο όρος μπορεί να γίνει και μια “παγίδα ταυτότητας”, γιατί οι ιστορίες των χωρών είναι πολύ διαφορετικές. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στα τοπία, στους ιθαγενείς πληθυσμούς, στις γλώσσες: πρόκειται ουσιαστικά για μια γενίκευση μιας εξαιρετικά ποικιλόμορφης ηπείρου. Μπορεί να είναι χρήσιμη ως εισαγωγή ή ως διδακτικό εργαλείο, αλλά όταν δουλεύεις ουσιαστικά στην περιοχή, αυτή η γενίκευση μπορεί να περιορίσει την κατανόηση των πραγματικών διαφορών. Για παράδειγμα, πολλοί συνάδελφοί μου που ειδικεύονται στη λατινοαμερικανική τέχνη και ζουν στις ΗΠΑ έχουν επισκεφθεί κυρίως μεγάλες χώρες, όπως η Βραζιλία, η Κολομβία, η Αργεντινή, το Μεξικό, η Χιλή και το Περού, αλλά όχι την Παραγουάη ή τη Βολιβία.
Αν θέλεις να είσαι πραγματικά ειδικός στην περιοχή, πρέπει να επισκεφθείς όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, τη Δομινικανή Δημοκρατία, την Κούβα κ.ά., ώστε να κατανοήσεις από κοντά αυτές τις πολυπλοκότητες. Για να συνοψίσω, η έννοια της Λατινικής Αμερικής είναι μια φαντασιακή κατασκευή που έχει όμως τη σημασία της, γιατί δημιουργεί ένα πλαίσιο και ενισχύει τις διασυνδέσεις στον χώρο της τέχνης».
Μεγαλώνοντας στην πόλη των θεών
Ο Φονσέκα είναι ένας γοητευτικός συνομιλητής και η γοητεία του φαίνεται να πηγάζει από την ίδια τη ζωή του, γεμάτη απρόβλεπτες στροφές που τον οδήγησαν σε σημαντικούς ρόλους στον κόσμο της τέχνης. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρίο ντε Τζανέιρο και το 2004 ήθελε αρχικά να σπουδάσει κινηματογράφο και να γυρίζει ντοκιμαντέρ, αλλά έχασε την προθεσμία υποβολής αιτήσεων και έτσι κατέληξε στο νεοσύστατο τμήμα Ιστορίας της Τέχνης στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (UERJ), το οποίο είχε ιδρυθεί μόλις δύο χρόνια νωρίτερα ως μέρος του Instituto de Artes – ανήκει στους πρώτους αποφοίτους της χώρας, όπως διευκρινίζει.
Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στο UNICAMP και διδακτορικό στο UERJ, ολοκληρώνοντας ένα επιστημονικό ταξίδι που τον βοήθησε να εμβαθύνει την εξειδίκευσή του στην περίοδο της Αναγέννησης. Η εμπειρία του ως καθηγητή στο εκλεκτό γυμνάσιο Colégio Pedro II, όπου κλήθηκε να διδάξει σύγχρονη τέχνη, τον οδήγησε να μελετήσει συστηματικά το πεδίο και να αρχίσει να γράφει κριτικά κείμενα για περιοδικά, ανάμεσά τους το τριμηνιαίο «ArtNexus» της Κολομβίας, μέχρι που σύντομα τον κάλεσαν να επιμεληθεί την πρώτη του έκθεση.
Ο Φονσέκα είναι ο πρώτος στην οικογένειά του που σπούδασε και η επαφή του με τις τέχνες στην παιδική ηλικία ήταν περιορισμένη: έβλεπε ταινίες στο σπίτι και δεν είχε πάει ποτέ σε μουσείο με τους γονείς του. «Η μεγάλη επιρροή ήρθε από το MTV και τα μουσικά βίντεο των 90s, είχα πάντα λίγο vintage γούστο στη μουσική» θα πει. Η πρώτη του σχέση με την τέχνη είχε ρίζες στο σπίτι: «Εβλεπα από μικρός τη μητέρα μου, που ήταν μοδίστρα, να φτιάχνει ρούχα.
Ηταν, δηλαδή, σαν γλύπτρια: έπαιρνε τα μέτρα, ζωγράφιζε με ιδιαίτερα οξυμμένη διαίσθηση σαν σχεδιάστρια μόδας και μετά δημιουργούσε το ρούχο στις τρεις διαστάσεις του. Νομίζω επίσης ότι το ενδιαφέρον μου προήλθε και από τη μουσική. Η μητέρα μου τραγουδούσε και ο πατέρας μου επίσης αγαπούσε να βάζει τη μουσική δυνατά στο σπίτι. Πάντα σάμπα, βραζιλιάνικη μουσική. Αλλά στη μητέρα μου άρεσαν ο Φρέντι Μέρκιουρι και ο Μάικλ Τζάκσον. Οταν οι γονείς μου χώρισαν και πήγαινα στο σπίτι του πατέρα μου, κάθε φορά που ήμουν μαζί του πηγαίναμε σινεμά. Νομίζω ότι αυτές οι εμπειρίες με ώθησαν να θέλω να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο, να δουλέψω με μουσικά βίντεο και να δημιουργώ έργα που απελευθερώνουν τη φαντασία».
Η προσωπική του ταυτότητα αντανακλά τη σύνθεση της βραζιλιάνικης κοινωνίας: η μητέρα του είναι μαύρη, ο πατέρας του λευκός και ο ίδιος περνά άνετα για λευκός. Ωστόσο, όπως επισημαίνει και ο Πάουλο Σκοτ στο καίριο βιβλίο του «Φαινότυποι» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg), αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία παραβλέπει τις διαφορές – ας μην ξεχνάμε ότι η Βραζιλία ήταν η τελευταία χώρα της Λατινικής Αμερικής που κατήργησε τη δουλεία, το 1888: «Κάποιοι από τους φίλους μου γεννήθηκαν με σκούρο δέρμα. Φυσικά αυτό σε επηρεάζει, και όσο πιο σκούρος είσαι τόσο περισσότερες εμπειρίες διακρίσεων δέχεσαι. Γνωρίζω καλά το φαινόμενο του “colorism”. Πιστεύω ότι εξαρτάται και από το πού ζεις στη Βραζιλία. Κάποιες πόλεις, όπως η Σαλβαδόρ στην Μπαΐα, έχουν μεγαλύτερη συγκέντρωση μαύρων ανθρώπων. Ακόμη και εκεί, όμως, οι φίλοι μου με μαύρο δέρμα εξακολουθούν να υφίστανται ρατσισμό. Αυτό μας επηρεάζει σε πολλαπλά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι, επιτέλους, μετά από αιώνες που δεν είχαμε τόσο ορατή παρουσία στη δημόσια συζήτηση, τώρα εμφανίζεται η πρώτη γενιά μαύρων δημιουργών – καλλιτεχνών της δικής μου γενιάς και των προηγούμενων – που αναγνωρίζονται, κάνουν ατομικές εκθέσεις, μοιράζονται τις προοπτικές τους και σχηματίζουν μια συλλογική φωνή». Είναι μια κοινωνική ανατροπή που δεν συμβαίνει δίχως μια μικρή ψυχική αναστάτωση: «Η μητέρα μου εργάστηκε και ως υπηρέτρια σε σπίτια πλούσιων ανθρώπων στο Ρίο και τώρα εγώ συναναστρέφομαι με ανθρώπους με τους οποίους εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ έχει μια παρόμοια σχέση τη δεκαετία του ’60. Είναι παράξενο να βλέπεις αυτή την κοινωνική αναδιάρθρωση. Είμαι 38 χρόνων και πιστεύω ότι η γενιά μας, οι Millennials στη Βραζιλία, είναι ίσως η πρώτη που περιλαμβάνει δημιουργούς προερχόμενους από αυτή την κοινωνική τάξη. Στους ακόμα νεότερους βλέπουμε ακόμα περισσότερα παραδείγματα. Και πιστεύω ότι αυτό είναι καταπληκτικό».
