Για το ευρύ κοινό, ο Προκόπης Αγαθοκλέους είναι ο άνθρωπος που δάνεισε το βλέμμα του στον Αγιο Παΐσιο – μια ταύτιση τόσο απόλυτη που θα μπορούσε να εγκλωβίσει οποιονδήποτε καλλιτέχνη χωρίς στιβαρή εσωτερική συγκρότηση.
Αυτή η σπάνια πνευματική συνομιλία με το κοινό, που ξεκίνησε μέσα από το τηλεοπτικό φαινόμενο «Αγιος Παΐσιος – Από τα Φάρασα στον Ουρανό» στη συχνότητα του MEGA, στάθηκε η αφορμή για να γεννηθεί η ταινία.

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Το κινηµατογραφικό «απόσταγµα» της σειράς, µια εµβληµατική παραγωγή της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου σε συνεργασία µε το Ινστιτούτο «Αγιος Μάξιµος ο Γραικός» (σηµειώνεται ότι τα έσοδα της ταινίας θα διατεθούν σε συλλόγους πολύτεκνων οικογενειών), ξεκίνησε το ταξίδι του στις κινηµατογραφικές αίθουσες στις 29 Ιανουαρίου, δίνοντας νέα, µεγεθυµένη διάσταση σε ένα έργο που ξεπέρασε τα στενά όρια της τηλεοπτικής επιτυχίας.
Για τον κύπριο ηθοποιό ο ρόλος του Αγίου Παϊσίου δεν είναι το τέλος, αλλά ο σημαδιακός σταθμός σε μια διαδρομή που ξεκίνησε από τις σχολικές γιορτές και τις παραστάσεις στη γενέτειρά του, στην επαρχία της Λεμεσού, και ξεδιπλώνεται σε διαφορετικές και απαιτητικές δουλειές: στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, στην παγκόσμια περιοδεία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, στο Θέατρο Βρετάνια, όπου εφέτος συμμετέχει στην παράσταση «Αρωμα γυναίκας» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ασπιώτη.

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Ο Αγαθοκλέους δεν ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που χρησιμοποιούν την αναγνωρισιμότητά τους ως νόμισμα για να ενισχύουν την αυτοαναφορικότητα και τη φιλαυτία τους. Αντιθέτως, παραμένει ένας εργάτης της σκηνής που διαχειρίζεται τη δημοσιότητα και την προβολή με μια σχεδόν παλιομοδίτικη – αλλά όχι ξεπερασμένη – ευγένεια.
Με τη ζωή του μοιρασμένη ανάμεσα σε Αθήνα και Κύπρο, ο ηθοποιός μιλάει για το κόστος της νομαδικής καθημερινότητας, για την ανθρώπινη αγκαλιά που μας λείπει και για την αδιαπραγμάτευτη ανάγκη του να αλλάζει διαρκώς πρόσωπα για να παραμένει, τελικά, ο εαυτός του.

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Κύπρο. Σωστά;
«Εχω γεννηθεί και έχω μεγαλώσει στην Κύπρο. Συγκεκριμένα στον Αρακαπά, ένα χωριό της επαρχίας Λεμεσού».
Και πότε αποφασίζετε να φύγετε από το νησί για να έρθετε στην Αθήνα;
«Από το νησί έφυγα με το που τελείωσα τη στρατιωτική μου θητεία. Αυτό έγινε το 2006».
Αρα είχατε στο μυαλό σας ότι θέλετε να κυνηγήσετε κάτι στην Ελλάδα.
«Είχα στο μυαλό μου ότι θέλω να γίνω ηθοποιός και ήθελα να δώσω εξετάσεις για τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και τη Σχολή του Καρόλου Κουν. Τότε το Ιδρυμα Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου έδινε τέσσερις υποτροφίες για τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης.
Πάλεψα για αυτές τις υποτροφίες και μάλιστα την πρώτη φορά δεν πέρασα. Είχα δώσει εξετάσεις με το που τελείωσα το σχολείο και απέτυχα. Οταν όμως πλησίαζε το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας, ξαναέδωσα στη Σχολή του Εθνικού και πέρασα. Φοίτησα εκεί τρία χρόνια».
«Καμία σειρά και καμία ταινία δεν είναι μόνο ο κεντρικός χαρακτήρας, όσο προσωποκεντρική κι αν είναι»
Καταλαβαίνω ότι για να το παλέψετε, παρά την αρχική απογοήτευση, υπήρχε μια μεγάλη επιθυμία να γίνετε ηθοποιός. Πότε το καταλάβατε εσείς πρώτη φορά; Πότε είπατε «θέλω να γίνω ηθοποιός»;
«Στο Δημοτικό είχα την πρώτη επαφή. Οταν, ξέρετε, ανεβαίναμε παιδάκια στη σκηνή – όλοι το έχουμε κάνει λίγο-πολύ – για να παίξουμε, να κάνουμε μια παράσταση, μια γιορτούλα. Ολη αυτή η επαφή ξαφνικά άρχισε να αποκτά νόημα μέσα από ένα κείμενο, όταν έπρεπε να υποδυθώ έναν χαρακτήρα. Αυτό με μάγεψε.

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Κάπου στο Γυμνάσιο πια, όταν μπήκα στον θεατρικό όμιλο του σχολείου, πήρε άλλη μορφή. Οφείλω να πω ότι στην αρχή ήμουν ένα παιδί πολύ συνεσταλμένο, χαμηλών τόνων. Ενώ κοινωνικά, στις παρέες μου και στους φίλους μου, ήμουν έτσι, θυμάμαι στη σκηνή γινόμουν ένα άλλο παιδί, ανοιχτό, πρόσχαρο και κοινωνικό.
Ξέροντάς με, λοιπόν, ένας φίλος μου με πήρε από την τάξη μια μέρα στη Β’ Γυμνασίου και με πήγε στον όμιλο. Εκεί, το πιο επαγγελματικό πλαίσιο, με τα κοστούμια και το μακιγιάζ, ήταν μια αποκάλυψη. Παρασύρθηκα. Αποφάσισα ότι αυτό θέλω να κάνω και άρχισα να παλεύω, φυσικά και με τη στήριξη της οικογένειάς μου».
Τι είχατε παίξει σε εκείνη τη σχολική παράσταση; Θυµάστε;
«Είχα κάνει τον ταβερνιάρη στο “Παραμύθι χωρίς Ονομα”. Στο Δημοτικό θυμάμαι είχα κάνει το “Ονειρο ενός Σκιάχτρου” του Ευγένιου Τριβιζά. Με Τριβιζά και Καμπανέλλη ερωτεύτηκα το θέατρο».
«Αν κανείς μελετήσει τον Αγιο Παΐσιο, έχει μόνο να κερδίσει, αρκεί να μπορεί να ακούσει και να καταλάβει. Το πνευματικό εύρος του είναι απλησίαστο»
Τι ήταν αυτό που σας γοήτευε τόσο; Η έκφραση με έναν τρόπο που δεν μπορούσατε στη ζωή σας; Είπατε προηγουμένως ότι ήσασταν ένα συνεσταλμένο παιδί.
«Ακριβώς. Η τέχνη είναι, ούτως ή άλλως, τρόπος έκφρασης. Κυρίως αυτό που με μάγεψε, και συνεχίζει να με μαγεύει ακόμα όσον αφορά το θέατρο, είναι το γεγονός ότι καλούμαι να γνωρίσω στην ολότητά του έναν χαρακτήρα και να τον ενσαρκώσω για να τον συστήσω στους θεατές. Εχει να κάνει με την κοινή καλλιτεχνική συγκίνηση. Αυτή η συνύπαρξη είναι που τελικά με κινεί».
Στην Κύπρο, στο χωριό όπου μεγαλώσατε, δεν σας φαινόταν πολύ μακρινό το να έρθετε στην Αθήνα και να γίνετε ηθοποιός;
«Νομίζω ότι ως άνθρωπος είχα πάντα τη ροπή να επιδιώκω μακρινά πράγματα και να κάνω μεγάλα όνειρα, προσγειωμένα μεν, αλλά με την τάση να κυνηγάω κάπως το αδύνατο».

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Δεν έχει και απογοητεύσεις αυτό το κυνήγι;
«Φυσικά υπάρχει απογοήτευση. Δεν νομίζω, βέβαια, ότι την έχω ζήσει ακόμη στην ολότητά της. Αλλά πιστεύω ότι είναι ένα στάδιο που κάθε άνθρωπος περνάει. Και τελικά, ό,τι δεν μας σκοτώνει, μας κάνει και λίγο πιο δυνατούς».
Στο μεσοδιάστημα, δηλαδή στα χρόνια από τη σχολή στο Εθνικό μέχρι να σας γνωρίσουμε μέσω της σειράς ως Αγιο Παΐσιο, τι κάνατε;
«Εκανα πάρα πολύ θέατρο. Δεν ξέρω πόσες πρεμιέρες έχω αυτή τη στιγμή στο δυναμικό μου, αλλά έχω δουλέψει πολύ.
Με το Εθνικό Θέατρο, με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, με πολλές ελεύθερες ομάδες, κυρίως στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα. Εχω δουλέψει με τον Θεόδωρο Τερζόπουλο και με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Μάλιστα, το 2015 έκανα παγκόσμια περιοδεία με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου για το “Still Life”, αντικαθιστώντας τον Αρη Σερβετάλη.
Το βιογραφικό μου θα έλεγα ότι είναι ευλογημένο. Αυτό αισθάνομαι. Η συνύπαρξή μου με σπουδαίους καλλιτέχνες ήταν το πραγματικό μου πανεπιστήμιο».
«Μελέτησα τον μοναχισμό και την ιεροσύνη. Επισκεπτόμουν το Αγιο Ορος, μιλούσα με ανθρώπους που τον γνώρισαν, με συγγενείς του»
Σας έλειπε καθόλου αυτό που απολαύσατε όταν υποδυθήκατε πια τον Αγιο Παΐσιο στη σειρά του MEGA; Εννοώ αυτή τη δημοσιότητα, την αναγνώριση.
«Δεν την κυνήγησα ποτέ. Και, ξέρετε, η σειρά δεν είμαι εγώ. Καμία σειρά δεν είναι μόνο ο κεντρικός χαρακτήρας, όσο προσωποκεντρική κι αν είναι.
Η σειρά είναι όλοι οι άνθρωποι που δουλεύουν: ο σκηνοθέτης, ο σκηνογράφος, ο φωτιστής, ο σεναριογράφος, το μακιγιάζ, το art department, οι τεχνικοί, οι συνάδελφοι ηθοποιοί.
Ακόμα και μετά από αυτή την αναγνώριση, εγώ δεν κυνηγάω τη δημοσιότητα. Πολλές από τις συνεντεύξεις που έδωσα ήταν μια υποχρέωση για την προώθηση της σειράς και μια “σύσταση” στο ευρύ κοινό. Αλλά ποτέ δεν ήταν αυτοσκοπός.
Αυτό που κυνηγάω είναι το πώς θα συστήσω καλύτερα έναν χαρακτήρα. Φαίνεται ότι στη σειρά “Αγιος Παΐσιος – Από τα Φάρασα στον Ουρανό”, με τη βοήθεια όλων, τα κατάφερα. Η αναγνώριση και η ταύτιση που ζω με τον κόσμο στον δρόμο είναι συγκινητικές».

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Πώς σας βρήκαν για αυτόν τον ρόλο;
«Με προσέγγισε ο Γιώργος Τσιάκκας, ο σεναριογράφος. Μου είπε ότι σκέφτεται να κάνει αυτή τη σειρά και με θέλει για τον κεντρικό ρόλο, τον Αγιο Παΐσιο. Μάλιστα μου είπε ότι θα μπορούσα να τον υποδυθώ σε όλες τις ηλικίες. Τότε είχα τρομάξει λίγο. “Γιώργο, θα τα καταφέρω από 16 χρόνων έως 70;”, τον ρώτησα. Επρεπε να δούμε τα πρακτικά: την κινησιολογία, τη φωνή.
Ο Αγιος ήταν ένας ασκητής, πολύ αυστηρός με τον εαυτό του. Στην αρχή με τρόμαξε η ευθύνη, αλλά τελικά νίκησε το ενδιαφέρον μου να υπάρξω για λίγο αυτή η μορφή, να προσπαθήσω να τον καταλάβω για να τον ενσαρκώσω.
Αρχισα να μελετώ τον μοναχισμό και την ιεροσύνη. Επισκεπτόμουν το Αγιο Ορος για δεκαήμερα, μιλούσα με ανθρώπους που τον γνώρισαν, με συγγενείς του. Είχαμε ξεκινήσει με τον Γιώργο και με τον Στάμο Τσάμη, τον σκηνοθέτη, μια πολύ μεγάλη έρευνα. Ηταν μια τεράστια πρόκληση για όλους μας».
«Ειχα πάντα τη ροπή να επιδιώκω μακρινά πράγματα και να κάνω μεγάλα όνειρα, προσγειωμένα μεν, αλλά με την τάση να κυνηγάω κάπως το αδύνατο»
Σας ανησυχεί το γεγονός ότι πολλοί σάς ταύτισαν τόσο πολύ με τον ρόλο του Αγίου;
«Αν με ανησυχεί η ταύτιση; Ανθρωπος είμαι, το έχω ξαναπεί ότι σίγουρα έχει ταυτιστεί πολύς κόσμος, αλλά η δουλειά των ηθοποιών είναι να αλλάζουμε πρόσωπα».
Υπήρξαν στιγμές που το όριο ανάμεσα στον ρόλο και τον εαυτό σας έγινε δυσδιάκριτο μέσα σας;
«Οχι, δεν μπερδεύτηκα. Μπορώ να σας πω ότι πολλά πράγματα “καθάρισαν”. Αν δοκιμάσετε να διαβάσετε κάποιο βιβλίο που έχει συγγράψει ο Αγιος ή τους “Πνευματικούς Λόγους” του, αυτό που θα πάρετε είναι καθαρότητα. Και αυτό που λείπει από τις μέρες μας είναι η καθαρότητα της ψυχής, η πνευματική γαλήνη.
Αν κανείς μελετήσει τον Αγιο Παΐσιο, έχει μόνο να κερδίσει, αρκεί να μπορεί να ακούσει και να καταλάβει. Το πνευματικό εύρος του είναι απλησίαστο. Στις μέρες μας έχει επικρατήσει μια μόδα γύρω από το όνομά του, που κατά τη γνώμη μου είναι λάθος. Ο Αγιος έζησε με θυσιαστική αγάπη που μεταφραζόταν σε αγάπη για τον πόνο του ανθρώπου».

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Αν έπρεπε να ξεδιαλέξετε μια στιγμή από αυτή την εμπειρία που ζήσατε στη σειρά, ποια θα ήταν αυτή;
«Σίγουρα δεν μπορώ να διαλέξω μία μόνο στιγμή, ήταν τόσο γεμάτη η εμπειρία. Από τις 700 σκηνές που γυρίσαμε, έπαιζα στις 600.
Θυμάμαι όμως συγκεκριμένα, λίγο προτού ξεκινήσουμε να γυρίζουμε τον δεύτερο κύκλο, είχα συναντηθεί στο σπίτι του σεναριογράφου Γιώργου Τσιάκκα με τον πατέρα Χρήστο Μήτσιο, τον γνωστό παπα-ΠΑΟΚ. Τον είχε ρωτήσει ο Γιώργος: “Πάτερ, αν θέλατε να μείνει κάτι από αυτό που πάμε να κάνουμε, τι θα ήταν;”. Και ξέρετε τι απάντησε; “Ενα χάδι και μια αγκαλιά”.
Αυτό με είχε συγκλονίσει. Με έβαλε σε μια σκέψη. Τι σημαίνει σήμερα ένα χάδι και μια αγκαλιά; Είναι κάτι που μας λείπει. Ο ίδιος ο Αγιος έλεγε: “Εάν αγαπάς αληθινά, δεν χρειάζεται να το δείξεις”. Η πραγματική αγάπη δεν χρειάζεται τίποτα».
Μιλήστε μας για την περίοδο μετά από αυτή τη σημαδιακή εμπειρία. Χρειαστήκατε ένα διάλειμμα;
«Είχα πάρει ένα µεγάλο διάλειµµα, ένα πεντάµηνο σίγουρα, για ανασύνταξη και ξεκούραση λόγω των έντονων γυρισµάτων και των ταξιδιών. Γυρίσαµε τη σειρά σε πέντε πόλεις και τα γυρίσµατα ήταν κατ’ εξοχήν εξωτερικά. Πήρα τον χρόνο µου και εφέτος ανέβηκα στην Αθήνα.
Είναι η πρώτη φορά που κάνω σεζόν στην Αθήνα, στο θέατρο Βρετάνια, µε τον Ακη Σακελλαρίου, την Ξένια Καλογεροπούλου, τη Μαριάννα Πουρέγκα και πολλούς ακόµα αγαπητούς συναδέλφους και συντελεστές. Είχα κάνει και το 2022-2023 στο Θέατρο Ρεξ τα “Φώτα της Πόλης”, υποδυόµενος τον Τσάρλι Τσάπλιν σε σκηνοθεσία Αµάλιας Μπένετ».
«Με Τριβιζά και Καμπανέλλη ερωτεύτηκα το θέατρο»
Τι σας έκανε να πείτε το «ναι» για σεζόν στην Αθήνα εφέτος;
«Αισθάνθηκα πιο σίγουρος, πιο έτοιµος. Στην Αθήνα είχα ανέβει και άλλες φορές χωρίς να µε ξέρει κανείς – τον Σαρλό στο Εθνικό τον έκανα πριν από τη µεγάλη δηµοσιότητα της σειράς.
Εφέτος ένιωσα ότι υπάρχει ένα πιο στρωµένο έδαφος. Είµαι εδώ για να συνεχίσω αυτόν τον αγώνα. Η Αθήνα είναι µια δύσκολη και γεµάτη προκλήσεις πόλη, αλλά παράλληλα γεµάτη µε αναφορές και ανθρώπους που µε εµπνέουν».
Είναι λίγο νομαδική η ζωή σας. Πώς είναι να μην έχει κανείς μια σταθερή βάση;
«Εμένα προσωπικά μού αρέσει, όμως πια δεν είμαι μόνος μου. Εχω οικογένεια, έχω δύο παιδιά. Οπότε εκεί είναι το κόστος.
Αν ο Προκόπης είχε να διαλέξει μόνο για τον εαυτό του, θα σας έλεγα ότι μου αρέσει να μην έχω σταθερή βάση, με ενεργοποιεί και με εμπνέει το καινούργιο. Αλλά πια ξέρω ότι χρειάζεται να είµαι εκεί για τα παιδιά µου.
Είναι έξι και οκτώ χρόνων, στην Α’ και Β’ Δηµοτικού, στην Κύπρο. Δεν αποφασίζω πια µόνος µου για το µέλλον. Οταν είµαι κοντά τους, είµαι 100% εκεί, αλλά όταν λείπω φροντίζω να δηλώνω παρών συναισθηµατικά και µε οποιονδήποτε τρόπο µπορώ».

© Ανδρέας Σιμόπουλος
Επόμενα σχέδια;
«Εχω μια πολύ όμορφη θεατρική πρόταση για το καλοκαίρι στην Κύπρο. Και από τον Αύγουστο θα βρίσκομαι στην Ουψάλα της Σουηδίας για να επαναδημιουργήσουμε με σουηδικό θίασο τα “Φώτα της Πόλης” (τον Σαρλό) με τον Θοδωρή Οικονόμου και την Αμάλια Μπένετ.
Οπότε πάλι νομάς και του χρόνου, αλλά ευτυχώς δύο μήνες το καλοκαίρι θα είμαι στον τόπο μου».
Αλήθεια, ο ρόλος του Αγίου λειτούργησε ως ανάχωμα για επόμενες προτάσεις;
«Οχι. Αµέσως µετά την επιτυχία της σειράς είχα πολλές θεατρικές προτάσεις στην Αθήνα για διαφορετικά πράγµατα. Αυτή είναι η δουλειά µας. Οι ηθοποιοί πρέπει να δηµιουργούν χαρακτήρες. Στην Κύπρο έχω κάνει και κωµικούς ρόλους, έχω υποδυθεί ακόµα και ρόλους δολοφόνων».
Ποιον από όλους αυτούς τους ρόλους φέρετε πιο έντονα μέσα σας;
«Σίγουρα κρατάω τον ρόλο του Αγίου Παϊσίου. Θεατρικά, τον “Ριχάρδο τον Γ΄”, που έπαιξα στον ΘΟΚ το 2019, και τον Σαρλό, τον οποίο θα κάνω ξανά στη Σουηδία».
Στην ταινία για τη ζωή του Αγίου Παϊσίου, που μόλις κυκλοφόρησε στις αίθουσες, θα σας δείτε;
«Ναι, νομίζω ότι θα πάω να με δω. Η τεράστια απήχηση που είχε η σειρά ήταν αυτό που έσπρωξε τους ανθρώπους της παραγωγής να σκεφτούν κάτι τέτοιο.
Η ταινία είναι το απόσταγμα των δύο κύκλων της σειράς. Και η κινηματογραφική αίθουσα είναι μια άλλη εμπειρία, πιο γεμάτη σε ήχο και εικόνα. Πιστεύω ότι ο κόσμος θα συγκινηθεί και με αυτή την εκδοχή της ιστορίας».
INFO: Η ταινία «Aγιος Παϊσιος» προβάλλεται στις αίθουσες από τη Feelgood. Τα έσοδα από τις εισπράξεις θα διατεθούν σε συλλόγους πολύτεκνων οικογενειών
