Σε μια εποχή γεμάτη περισπασμούς και θόρυβο, δεν είναι τυχαίο το πόσο έχει αγαπηθεί η μουσική του ολλανδού συνθέτη και πιανίστα Γιουπ Μπέιβινγκ, καθώς αμέτρητοι ακροατές παγκοσμίως έχουν βρει στο έργο του κάτι που προάγει τη γαλήνη και τη στοχαστική διάθεση. Τα εκατοντάδες εκατομμύρια streams που έχουν συγκεντρώσει τα κομμάτια του στις ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της δημοτικότητάς του. Αυτή η ξεχωριστή φιγούρα της σύγχρονης μινιμαλιστικής μουσικής θα εμφανιστεί για πρώτη φορά στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου, στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», με ένα πρόγραμμα που θα βασίζεται κυρίως στο νέο άλμπουμ του με τίτλο «Liminal», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 20 Μαρτίου. Με αφορμή την επερχόμενη συναυλία του στη χώρα μας μιλήσαμε με τον 50χρονο καλλιτέχνη για τις καινούργιες δημιουργίες του, για την αξία της σιωπής, καθώς και για τη σχέση μουσικής και Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η λέξη liminal παραπέμπει σε κάτι μεταιχμιακό. Ποιες προσωπικές ή καλλιτεχνικές μεταβάσεις βιώσατε κατά τη διάρκεια της σύνθεσης αυτού του νέου άλμπουμ;
«Πιστεύω ότι βρισκόμουν – και πιθανώς εξακολουθώ να βρίσκομαι – σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Σε συναισθηματικό και υπαρξιακό επίπεδο, ήταν δύσκολο να διατηρώ την ελπίδα και να μην παραδίδομαι στη μοιρολατρία.
Στο έργο μου είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να αγκαλιάζει την ομορφιά, πιστεύοντας ότι έχει τη δύναμη να δημιουργεί συνδέσεις σε έναν κατακερματισμένο και πολωμένο κόσμο. Η ομορφιά έχει πολλές αποχρώσεις, οι οποίες είναι συχνά σχετικές και υποκειμενικές, αλλά πάντα ένιωθα ότι έχει νόημα για εμένα η αναζήτηση στοιχείων στη ζωή και στην τέχνη που υπαινίσσονται κάτι καθολικό. Ωστόσο, τους μήνες πριν από τη δημιουργία αυτού του άλμπουμ, δεν μπορούσα πλέον να βλέπω τον εαυτό μου να ακολουθεί εκείνο το μονοπάτι. Το προνόμιο της αναζήτησης της ομορφιάς άρχισε να μου φαίνεται υποκριτικό μπροστά σε τόσο πολύ πόνο. Καλλιτεχνικά, αισθάνθηκα έλξη προς την οργή, τη στρέβλωση, ακόμα και την καταστροφή, ως τρόπους να εκφράσω τον θυμό που έβραζε μέσα μου. Αλλά αν σκοτώσουμε την ελπίδα, μόνο ο φαταλισμός απομένει. Αρχισα να αναζητώ ένα έρεισμα, μια κατεύθυνση. Η Ιρις βαν Χέρπεν (σ.σ.: ολλανδή σχεδιάστρια μόδας) μού πρότεινε ένα βιβλίο, το “Wild Renaissance: New Paradigms in Art, Ecology and Philosophy” του Γκιγιόμ Λοζέ, και αυτό, μαζί με πολλές συνομιλίες με φίλους και συναδέλφους, με βοήθησε να πεισθώ ότι έπρεπε να συνεχίσω το έργο. Μέσα στη μουσική, ένα μέρος μου αγωνίζεται να βάλει τάξη στο χάος, ενώ ένα άλλο αφήνει κάτι άγριο να εκφράζεται».
Η μουσική σας συχνά φαίνεται να παίζει με τον ήχο και την απουσία του. Πόσο συνειδητά χρησιμοποιείτε τη σιωπή, την παύση, ως συνθετικό εργαλείο;
«Οταν σε ένα δάσος ξαφνικά επικρατήσει σιγή, αυτό σηματοδοτεί κίνδυνο. Ο ήχος μάς καθησυχάζει. Χαρτογραφεί τον περίγυρό μας και ρυθμίζει την ένταση που κουβαλάμε στο σώμα μας. Η σιωπή κάνει το αντίθετο. Αφαιρεί τα σημεία αναφοράς και μας αναγκάζει να στραφούμε προς τα μέσα. Οσο πιο οικεία νιώθεις σε αυτόν τον εσωτερικό χώρο, τόσο περισσότερο αρχίζεις να τον αναζητάς. Για εμένα, η σιωπή συνδέεται με την ένταση μεταξύ ελέγχου και εμπιστοσύνης. Το να είναι ο νους συνεχώς ενεργός, να σαρώνει και να επεξεργάζεται, λειτουργεί ως αξιόπιστος μηχανισμός άμυνας. Το να επιτρέπεις στη σιωπή να επιβληθεί, μπορεί να σου προκαλέσει αναστάτωση, να σε ζορίσει. Στη δική μου περίπτωση, αυτή η μετάβαση δεν ήταν εκούσια. Επιβλήθηκε από ένα burnout που πέρασα. Εκείνη την περίοδο, ο μόνος ήχος που μπορούσα να αντέξω μέσα στη σιωπή ήταν οι απαλοί τόνοι του πιάνου της γιαγιάς μου στο σαλόνι μας. Οπως είναι φυσικό, ο τρόπος με τον οποίο συνθέτω άρχισε να διαμορφώνεται από εκείνη την εύθραυστη ισορροπία. Η σιωπή δεν ήταν αισθητική επιλογή. Ηταν αναγκαιότητα. Στην αρχή της καριέρας μου, δυσκολευόμουν να αφήσω χώρο για τη σιωπή επάνω στη σκηνή. Αυτή η συνθήκη μού προκαλούσε ανασφάλεια. Ερμήνευα τη μουσική βιαστικά, φοβούμενος τις παύσεις. Με την πάροδο του χρόνου, μέσα από την εμπειρία και μια πρακτική αυτεπίγνωσης, έμαθα να εμπιστεύομαι τόσο τη σιωπή όσο και τον εαυτό μου. Τώρα, μερικές φορές αφήνω τη σιωπή να καθοδηγήσει τα πράγματα, ακόμη κι αν προκαλέσει στους θεατές δυσφορία – θα ήθελα το κοινό να αναγκαστεί να παραδοθεί σε αυτήν, όπως κάποτε αναγκάστηκα εγώ».
Η μουσική σας έχει κάτι πολύ προσωπικό, κι όμως η απήχησή της είναι οικουμενική. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτές τις δύο έννοιες;
«Οταν ξεκίνησα, η επιθυμία μου ήταν απλώς να επανασυνδεθώ με τον κόσμο και με τους ανθρώπους. Για να το κάνω αυτό, ένιωθα ότι έπρεπε να συντονιστώ με κάτι καθολικό – την καλοσύνη, την αλήθεια ή την ομορφιά. Επέλεξα την ομορφιά, γιατί μπορείς να την εκφράσεις με ένα πιάνο. Αλλά τι ήξερα εγώ για την ομορφιά; Αρχισα να χρησιμοποιώ ως δείκτη τις φορές που ένιωθα ρίγος. Αν κάτι μού έδινε εκείνη τη σωματική αντίδραση, αναρωτιόμουν αν ήταν προϊόν κοινωνικοποίησης και παιδείας ή κάτι εγγενές, κάτι με το οποίο γεννιόμαστε και που ίσως είναι σχεδιασμένο να μας συνδέει με κάτι μεγαλύτερο. Αν αυτό ίσχυε – και ήλπιζα να συμβαίνει – τότε ίσως οι άλλοι να αντιδρούσαν με τον ίδιο τρόπο. Το πρώτο μου άλμπουμ εξελίχθηκε σε μικρό πείραμα υπαρξιακής επικοινωνίας. Πιστεύω ότι όλα είναι συνδεδεμένα. Μέσα από την τέχνη, το άτομο μπορεί να γίνει μια πύλη από το προσωπικό στο συλλογικό, κυρίως μεταβαίνοντας πέρα από την ορθολογική ερμηνεία της ζωής».
Τι θεωρείτε ότι αποκαλύπτουν οι ζωντανές εκτελέσεις της μουσικής σας που δεν μπορεί να το εκφράσει μια στουντιακή ηχογράφηση;
«Αποκαλύπτουν ότι η μουσική είναι ευμετάβλητη. Η ακουστική, το κοινό, το πιάνο, η συλλογική συγκέντρωση και η ενέργεια
– όλα την επηρεάζουν. Ο στόχος είναι να γίνεις η μουσική. Αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Αλλά μερικές φορές καταλήγουμε να νιώθουμε σαν να πετάμε. Η φυσική παρουσία όλων φέρνει μια διάσταση που δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως στο στούντιο. Το στούντιο μπορεί να διαφυλάξει κάτι εύθραυστο και οικείο. Σε μια συναυλία αυτό είτε θα αναπνεύσει είτε θα καταρρεύσει».
Τι σας κάνει να νιώθετε η σκέψη πως πολλοί άνθρωποι στρέφονται στη μουσική σας για να νιώσουν ηρεμία, ότι τη βλέπουν σαν καταφύγιο;
«Κυρίως νιώθω ευγνωμοσύνη. Αισθάνομαι βέβαια και την ευθύνη να δημιουργώ έναν χώρο που μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στον ακροατή. Αλλά αυτή η ευθύνη είναι επίσης εκείνο που κάνει το έργο ουσιαστικό και ανταποδοτικό. Η πραγματική πίεση εμφανίζεται όταν απουσιάζει η έμπνευση, όταν δεν μπορώ να μπω σε εκείνο το πλαίσιο όπου συμβαίνει η μουσική».
Σε έναν κόσμο με συνεχείς περισπασμούς, έχει αλλάξει ο ρόλος του καλλιτέχνη;
«Ισως ο ρόλος αυτός καθαυτός να μην έχει αλλάξει, αλλά η σημασία του μπορεί να έχει μεταβληθεί. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες λειτουργούν στην υπηρεσία της αλήθειας. Σε εποχές όπου οι περισπασμοί μπορεί να είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να αποκρύπτουν αυτή την αλήθεια, η τέχνη γίνεται πιο αναγκαία. Χρειάζεται να δώσουμε προσοχή σε αυτό που η τέχνη προσπαθεί να μας δείξει – ίσως τώρα περισσότερο από ποτέ, αν και αυτό είναι μια τολμηρή δήλωση».
Αυτή θα είναι η πρώτη σας εμφάνιση στην Αθήνα. Εχετε επηρεαστεί από την αρχαιοελληνική φιλοσοφία στο έργο σας;
«Πολύ – και για αυτό πρέπει να πάω πίσω στον χρόνο. Πολλές από τις σκέψεις μου έχουν επηρεαστεί από φιλοσόφους όπως ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας, ο Πλωτίνος, ο Πλούταρχος και ο Ερμής Τρισμέγιστος. Δεν είμαι ειδικός, αλλά η μελέτη των ιδεών τους με έχει βοηθήσει να αμφισβητώ την πραγματικότητα πιο συνειδητά. Η διερώτηση του τι συνιστά πραγματικότητα και του πώς σχετιζόμαστε με αυτήν βρίσκεται στον πυρήνα όσων κάνω. Η γνώση μου για τη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα είναι περιορισμένη, καθώς έχω επισκεφθεί τη χώρα σας μόνο μία φορά, αλλά θα εκπλαγώ αν εκείνες οι αρχαίες σοφίες δεν αντηχούν ακόμα στα μέρη σας. Χαίρομαι πραγματικά που επιτέλους θα εμφανιστώ στην Αθήνα και θα τη γνωρίσω πιο βαθιά».
Ο μινιμαλισμός ενίοτε απορρίπτεται από κάποιους ως απλότητα χωρίς βάθος. Τι θα θέλατε οι άνθρωποι να καταλάβουν καλύτερα για αυτό το είδος;
«Ο μινιμαλισμός αφορά συχνά την απόσταξη – το να στοχεύσεις στην ουσία – και αυτό δεν είναι εύκολο. Ο όρος συνήθως συνδέεται με αμερικανούς συνθέτες όπως οι Στιβ Ράιχ, Φίλιπ Γκλας και Τέρι Ράιλι, αλλά θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο Ερίκ Σατί προανήγγειλε τον μινιμαλισμό. Ακόμα και ορισμένα κομμάτια του Σοπέν θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά ως μινιμαλιστικά. Η ambient μουσική μοιράζεται συχνά αυτή την ποιότητα – έναν τονικό χορό με τη σιωπή. Η minimal μουσική συχνά απαντά στην υπερένταση που υπάρχει ήδη στην κοινωνία. Προκαλεί μια εσωτερική μετατόπιση αντί για την ανταπόκριση στα εξωτερικά ερεθίσματα. Είναι πιο κοντά στον διαλογισμό. Επιτρέπει την περισυλλογή και δεν απαιτεί συνεχή εγρήγορση από τον εγκέφαλο. Το βάθος δεν έχει να κάνει πάντα με την πυκνότητα».
Ποιοι συνθέτες σάς έχουν επηρεάσει περισσότερο;
«Ο Φίλιπ Γκλας, ο Μάλερ, ο Αρβο Περτ, ο Κιθ Τζάρετ, ο Μόρτον Φέλντμαν, ο Γκουρτζίεφ, οι Radiohead, ο Νιλς Φραμ, ο Μπαχ, ο Σκριάμπιν, ο Γιόχαν Γιόχανσον και πολλοί άλλοι».
Εκτός από τη μουσική, τι άλλο βοηθά το πνεύμα σας να παραμένει ανοιχτό;
«Ο αθλητισμός βοηθά. Ο διαλογισμός βοηθά. Το διάβασμα, αν και δεν προλαβαίνω να διαβάζω όσο θα ήθελα. Η τέχνη. Το δάσος. Προσπαθώ να ισορροπώ το να αποσυνδέομαι από όλα όποτε το χρειάζομαι με το να αφήνω τον εξωτερικό κόσμο να εισβάλλει μέσα μου. Μου αρέσει να είμαι με την οικογένειά μου, όμως έχω επίσης ανάγκη το να περνάω χρόνο μόνος. Και τα δύο είναι απαραίτητα».
Ενα από τα καινούργια κομμάτια σας λέγεται «When humans do algorythms». Πέρα από το λογοπαίγνιο, όμως ποιες είναι οι σκέψεις σας περί μουσικής και ΑΙ;
«Η τεχνολογία είναι ένα εργαλείο. Πάντα χρησιμοποιούσαμε εργαλεία για να δημιουργούμε νέα πράγματα. Οσον αφορά τα θετικά, ελπίζω ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα δώσει χώρο σε νέες μορφές δημιουργίας και λύσεις σε πραγματικά, πρακτικά προβλήματα. Βεβαίως υπάρχει και το AI slop. Αλλά η μουσική ως fast food υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Αυτό που φοβάμαι είναι ότι μπορεί να έρθει μια μέρα που θα σταματήσουμε να ακούμε πραγματικά ή να μας νοιάζει αν κάτι δημιουργήθηκε από άνθρωπο ή μηχανή. Τα παιδιά μου είναι πολύ ξεκάθαρα: αν κάτι τούς αρέσει, τους αρέσει. Ομως εγώ εννοώ κάτι βαθύτερο, μια πιο προσεκτική και συνειδητή προσέγγιση της τέχνης. Η καλή μουσική είναι μια μεταφορά νοήματος από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αν οι πλατφόρμες διανομής και οι αλγόριθμοι σταματήσουν να δίνουν προτεραιότητα στην ανθρώπινη έκφραση, η ικανότητά μας να διακρίνουμε το αυθεντικό από το τεχνητό, το ουσιώδες από το επιφανειακό, μπορεί να εξασθενήσει σταδιακά. Αν τα οικονομικά κίνητρα υπαγορεύουν τα πάντα, οι δημιουργοί μπορεί να μην μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά να δημιουργούν, και αυτή η μεταφορά νοήματος θα μπορούσε να διαβρωθεί. Αυτό είναι ένα σκοτεινό σενάριο. Αλλά πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν κάτι αληθινό. Ισως αυτό θα μπορούσε ακόμα και να δώσει νέα πνοή στη ζωντανή μουσική».