Δημήτρης Τηλιακός, «Φέρω πάνω μου τα σημάδια των ρόλων που έχω ερμηνεύσει»

Ο γνωστός βαρύτονος, που θα είναι ο «Ριγολέττος» στη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Φεστιβάλ Αθηνών, μιλάει για τις προκλήσεις στην ενσάρκωση εμβληματικών ηρώων και για τους μουσικούς πειραματισμούς.

«Η τελευταία φορά που είχα τραγουδήσει τον «Ριγολέττο» ήταν το 2017 στα Μπαλσόι» θυμάται ο Δημήτρης Τηλιακός. Πέντε χρόνια μετά, ο βαρύτονος με τη διεθνή σταδιοδρομία θα ερμηνεύσει ξανά τον ρόλο, αυτή τη φορά στη σκηνή του Ηρωδείου, πρωταγωνιστώντας στη νέα παραγωγή της ομώνυμης όπερας του Βέρντι από την Εθνική Λυρική Σκηνή – σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού, σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου, σκηνικά Εύας Μανιδάκη, κοστούμια Αλαν Χράνιτελ, με τους Δημήτρη Πακσόγλου (Δούκα της Μάντοβας), Χριστίνα Πουλίτση (Τζίλντα), Πέτρο Μαγουλά (Σπαραφουτσίλε) και Μαίρη-Ελεν Νέζη (Μανταλένα). «Η χαρά και η προσμονή είναι μεγάλες» λέει ο Δημήτρης Τηλιακός μιλώντας στο BHMAgazino σε ένα διάλειμμα των δοκιμών, «ειδικά αυτή την εποχή που σιγά-σιγά επιστρέφουμε στην κανονικότητα έπειτα από περίπου δύο πολύ δύσκολα, λόγω της COVID-19, χρόνια. Είναι υπέροχο να βρίσκομαι πάλι πάνω στη σκηνή, ανάμεσα σε αγαπημένους συναδέλφους, και να τραγουδώ έναν από τους σημαντικότερους ρόλους του ρεπερτορίου μου. Εναν ρόλο τόσο σπουδαίο όσο ο Ριγολέττο. Τόσο καλογραμμένο, σύνθετο, πλούσιο…».

 

…αλλά και απαιτητικό, όπως επισηµαίνουν πολλοί σηµαντικοί ερµηνευτές του. Συµφωνείτε κι εσείς µαζί τους; Αν ναι, τι είναι τελικά εκείνο που κάνει τον «Ριγολέττο» τόσο δύσκολο;

«Είναι ένας ρόλος πολύ μακρύς, μεγάλος σε διάρκεια. Αν δεν έχεις την τεχνική κατάρτιση και αν δεν τραγουδήσεις έξυπνα, θα φθάσεις κουρασμένος στο τέλος. Επίσης είναι δραματικός ρόλος, έχει φοβερές εντάσεις, γεγονός που επιτείνει τη δυσκολία του, μπορεί να σε εξαντλήσει. Εχει και πολλές εναλλαγές: Οταν τραγουδάει με την κόρη του, την Τζίλντα, είναι λυρικός, τρυφερός, γλυκός, ένας πατέρας με όλη τη σημασία της λέξης. Οταν βρίσκεται στο περιβάλλον του Δούκα (καθώς και στην τελευταία πράξη), είναι πιο έντονος, πιο δυναμικός, γεμάτος οργή, γίνεται τεράστιος, γίνεται θηρίο! Ολα αυτά πρέπει να βγουν, πρέπει να φανούν στη φωνή, να ακουστούν με το τραγούδι. Θέλει πολλή δουλειά για να καταφέρεις να προσεγγίσεις και να αποδώσεις με όσο γίνεται μεγαλύτερη πληρότητα έναν τόσο σύνθετο χαρακτήρα. Την ίδια στιγμή, είναι μεγάλες οι φωνητικές απαιτήσεις, ο Βέρντι ζητάει πολλά από τον τραγουδιστή του».

Ο Ριγολέττος αγαπά ειλικρινά την κόρη του και δίνει τα πάντα για αυτήν, όµως την ίδια στιγµή κάνει απαίσια πράγµατα, φθάνει ως και στο έγκληµα. Τον συµπαθείτε ως χαρακτήρα;

«Ας πούμε πως τον καταλαβαίνω. Είναι χαρακτήρας με πολλές πλευρές, ο οποίος εξελίσσεται κατά τη διάρκεια του έργου. Και συντρίβεται. Πέφτει μέσα στο μαύρο σκοτάδι που έχει ο ίδιος δημιουργήσει γύρω του. Βοηθάει, χωρίς να το θέλει, στην απαγωγή της κόρης του και από εκείνη τη στιγμή από θύτης (χάρη στις πλάτες του αφεντικού του, του Δούκα) γίνεται θύμα, καταστρέφεται. Τον καταλαβαίνω, έρχονται στιγμές που τον συμπονώ, δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση αυτό που θα έλεγα «ένας καλός άνθρωπος». Στην πραγματικότητα, είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ζει παρασιτικά μέσα στην εξουσία».

Τον έχετε τραγουδήσει σε αρκετές παραγωγές, σε σηµαντικά θέατρα του εξωτερικού. Από την πρώτη φορά µέχρι σήµερα έχει αλλάξει ο τρόπος µε τον οποίο τον αντιµετωπίζετε;

«Φυσικά! Ο ρόλος έχει ωριμάσει μέσα μου. Με την εμπειρία που σιγά-σιγά αποκτούσα, άλλαζε ο τρόπος που τον αντιλαμβανόμουν αλλά και που τον απέδιδα – και φωνητικά και δραματουργικά. Οσο βαθύτερα κατανοεί ένας καλλιτέχνης τον ρόλο του τόσο πιο ουσιαστικά τον προσεγγίζει και τον αποδίδει. Είναι η διαδικασία της ωρίμασης, η πρόοδος που επιτυγχάνεται μέσα από τη δουλειά».

Εχετε τελικά καταλήξει σε έναν τρόπο ερµηνείας ή είστε πάντα ανοιχτός στις προτάσεις που µπορεί να σας κάνει ο εκάστοτε σκηνοθέτης;

«Εχω την άποψή μου για τον «Ριγολέττο», την οποία μπορώ με χαρά να συζητήσω, όμως ποτέ δεν πηγαίνω σε μια πρόβα έχοντας προαποφασίσει τι θα κάνω. Μια καλή παράσταση είναι αποτέλεσμα συνολικής δουλειάς. Οσα χρόνια και αν περάσουν, πάντα θα ανεβαίνω στη σκηνή με την αγωνία του πρωτάρη. Και με τη δίψα να ζήσω μία ακόμα καλή συνεργασία, να μάθω πράγματα και να γίνω καλύτερος».

Αυτή τη φορά, στον «Ριγολέττο» της Λυρικής, σας σκηνοθετεί η Κατερίνα Ευαγγελάτου. Ποια είναι η δική της εκδοχή; Σας βρίσκει σύµφωνο;

«Το αισθητικό μέρος έχει αναφορές στην εποχή μας, έχει μια σύγχρονη ματιά. Είμαστε στον ιταλικό Νότο στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Νομίζω όμως πως στην πραγματικότητα η προσέγγιση της κυρίας Ευαγγελάτου είναι μια κλασική προσέγγιση, δεν υπάρχει κάτι που να πηγαίνει κόντρα στο έργο. Είναι μια προσέγγιση που μου αρέσει, έχει ενδιαφέρον. Ο «Ριγολέττος» είναι εξάλλου διαχρονικός, εύκολα μεταφέρεται σε άλλη εποχή, χωρίς αυτό να τον αποδυναμώνει. Μιλάει για θέματα πάντα επίκαιρα. Ο ομώνυμος ήρωας γνωρίζει πως η κοινωνία είναι ένα μέρος σκοτεινό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να προστατέψει την κόρη του από τα σκοτάδια. Ομως τελικά η προστασία του γίνεται καταπίεση, γίνεται ομηρεία. Κοντολογίς, το έργο έρχεται ως ένα σχόλιο για την πατριαρχία και για τα δεινά της, που τόσο μας απασχολούν ακόμα και σήμερα».

Προσφάτως ερµηνεύσατε για πρώτη φορά τον «Αγγελο της φωτιάς» του Σεργκέι Προκόφιεφ. Τραγουδήσατε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ρούπρεχτ στο Τεάτρο Ρεάλ της Μαδρίτης. Πώς ήταν η εµπειρία;

«Ηταν ένα μεγάλο και σημαντικό για εμένα ταξίδι. Πρόκειται για έργο μεγάλης δυσκολίας, ένα από τα δυσκολότερα του 20ού αιώνα, για τους ερμηνευτές και για το κοινό. Εργάστηκα σκληρά για να μάθω τον ρόλο του Ρούπρεχτ, χρειάστηκα τρεις με τέσσερις μήνες καθημερινής δουλειάς για να προετοιμαστώ. Δεν αναφέρομαι μόνο στη μουσική προετοιμασία, διάβασα ακόμα και πανεπιστημιακά συγγράμματα για τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται η όπερα, για την ιστορία της συγγραφής και της παρουσίασής της. Μου έδωσε τελικά πολλά αυτό το έργο, θεωρώ πως με βοήθησε να προχωρήσω μπροστά. Ξέρετε, αισθάνομαι πως φέρω πάνω μου τα σημάδια των ρόλων που έχω ερμηνεύσει. Στην περίπτωση του Ρούπρεχτ, νομίζω πως τα σημάδια αυτά είναι βαθιά. Η συνάντησή μας με έκανε πιο πλούσιο ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη».

Ανάµεσα στους ρόλους που έχετε τραγουδήσει θα µπορούσατε να ξεχωρίσετε κάποιους ως τους πιο αγαπηµένους σας;

«Αν μου κάνατε αυτή την ερώτηση πριν από πέντε μήνες, δηλαδή πριν αρχίσω να μελετώ τον «Aγγελο της φωτιάς», θα σας μιλούσα για τους ρόλους στους οποίους αναφέρονται όλοι οι βαρύτονοι, στον Μάκβεθ, στον Ριγολέττο, στον Αμφόρτας από τον «Πάρσιφαλ». Γιατί τότε δεν φανταζόμουν τι θα μπορούσε να μου προσφέρει το ταξίδι σε μια μουσική που δεν γνώριζα. Τώρα θεωρώ πως το σημαντικό είναι αυτό ακριβώς το ταξίδι, γιατί θα με περάσει από μουσικές που δεν γνωρίζω και θα με βοηθήσει να εξελιχθώ και να γίνω καλύτερος. Είναι κάτι που με εξιτάρει τρομερά! Κάτι που απελευθερώνει τον καλλιτέχνη. Γιατί βρίσκεται μπροστά σε ένα άγραφο χαρτί, δημιουργεί από την αρχή κάτι. Την ίδια στιγμή, σταματούν οι άλλοι να κάνουν προβολές πάνω του, να τον θεωρούν, ας πούμε, κυρίως βαρύτονο για τα έργα του Βέρντι».

Είστε ένας τραγουδιστής που, όπως τουλάχιστον συµπεραίνω από τις επιλογές σας, δεν φοβάστε να δοκιµάσετε διαφορετικά είδη µουσικής. Τι είναι αυτό που σας σπρώχνει να πειραµατίζεστε;

«Φοβάμαι μη βαρεθώ και λιμνάσω. Μου κάνει κακό να μένω σε ένα είδος. Θεωρώ πως δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω ο στερεοτυπικός τραγουδιστής όπερας που θα ερμηνεύει αποκλειστικά τους μεγάλους ρόλους του Βέρντι και του Πουτσίνι. Γι’ αυτό ασχολήθηκα και με το είδος των λίντερ. Η δουλειά που έκανα πάνω στα λίντερ έχει εξάλλου αντίκτυπο και στον τρόπο με τον οποίο τραγουδώ τώρα την όπερα, με βοήθησε να εξελιχθώ. Γιατί το λυρικό θέατρο δεν απαιτεί μόνο να τραγουδάς δυνατά, έχει και τις πιο εσωτερικές πτυχές του, σαν αυτές που ανακαλύπτεις στα λίντερ».

Θυµάµαι πως η τελευταία φορά που είχαµε µιλήσει ήταν λίγο προτού ξεσπάσει η πανδηµία. Υπήρχαν τότε πολλά σχέδια που τελικά δεν ευοδώθηκαν, πολλές παραγωγές που ακυρώθηκαν. Πόσο διαφορετικός είστε έπειτα από δύο και πλέον χρόνια, τώρα που, όπως και όλοι οι συνάδελφοί σας, επανεκκινείτε την καριέρα σας;

«Βίωσα στωικά όλη αυτή την περίοδο, κάθισα και σκέφτηκα πολύ. Δεν μου έκανε κακό η πανδημία. Μου δημιούργησε κάποια προβλήματα γιατί νόσησα, γιατί έχασα την ελευθερία μου. Ομως μου έδωσε και την ευκαιρία να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους. Δεν λέω πως τη χρειαζόμουν απαραιτήτως, ούτε πως βγαίνω κερδισμένος – ποιος μπορεί να πει πως βγαίνει κερδισμένος από μια τέτοια κατάσταση; Ομως αισθάνομαι ότι τώρα μπαίνω σε έναν καινούργιο χώρο. Μπαίνω σε μια νέα εποχή. Τι θα μας δείξει; Πού θα μας πάει; Εχω μεγάλη περιέργεια να το ανακαλύψω, να το ζήσω. Είναι, εξάλλου, υπόθεση χρόνου να φανεί».

Αντιµετωπίζετε µε αισιοδοξία τις προκλήσεις του µέλλοντος; Ανήκετε στους ανθρώπους που βλέπουν το ποτήρι µισογεµάτο;  

«Είμαι πολύ αισιόδοξος άνθρωπος. Τόσο πολύ που αν δεν αισθάνομαι την αισιοδοξία γύρω μου, τότε κάνω ό,τι μπορώ για να την προκαλέσω, για να τη δημιουργήσω».

Δηλαδή;

«Δηλαδή σε μια πρόβα που μπορεί να έχει τις κακές στιγμές και τις εντάσεις της προσπαθώ να ελαφρύνω και να βελτιώσω την ατμόσφαιρα (κάνοντας ακόμα και το πειραχτήρι), ώστε όλοι οι συνάδελφοι να αισθάνονται καλά. Αντιστέκομαι στη μιζέρια, στην απαισιοδοξία, στην ακεφιά. Τι να σας πω, ακόμα και όταν έχω έναν σωματικό πόνο, προσπαθώ να αντιστρέψω την κατάσταση, να μην τον σκέφτομαι, να κάνω θετικές σκέψεις, να απασχολούμαι με πράγματα που αγαπώ. Δεν μπορώ την γκρίνια, την περιρρέουσα θλίψη, την αίσθηση πως όλα είναι μαύρα και άραχλα».

Ησασταν πάντα έτσι ή διαµορφώσατε αυτόν τον τρόπο σκέψης στην πορεία;

«Βρέθηκα να τραγουδώ και στα θέατρα του εξωτερικού. Είναι ένα δύσκολο παιχνίδι. Θέλει νεύρα από ατσάλι και πολύ γερές αντιστάσεις. Ακούγονται πιθανώς στερεοτυπικά και κλισέ αυτά που λέω, είναι όμως η πραγματικότητα. Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος, οπότε πρέπει να εστιάσεις στα θετικά και να έχεις μια αισιόδοξη θεώρηση των πραγμάτων για να προχωρήσεις. Αν και, για να σας πω την αλήθεια, στην πραγματικότητα δεν το πολυσκέφτομαι. Τι πάει να πει διεθνής καριέρα; Οπως θα τραγουδήσω στο Ηρώδειο, όπως θα τραγουδήσω στο Ρεάλ, έτσι θα τραγουδήσω και σε οποιοδήποτε άλλο θέατρο του κόσμου, είτε είναι μικρό είτε είναι μεγάλο. Οταν αφοσιώνεσαι σε εκείνο που κάνεις, δεν έχει σημασία πού το κάνεις, ούτε πώς λέγεται το θέατρο όπου τραγουδάς. Ολα τα θέατρα είναι ίδια όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή».

Δεν υπάρχουν όµως θέατρα που σας δηµιουργούν µεγαλύτερη ανασφάλεια και ευθύνη;

«Οταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή δεν κάνω τέτοιες σκέψεις, τότε απλώς βάζω τα δυνατά μου για να είμαι όσο γίνεται καλύτερος. Δεν σας κρύβω πως μεγαλύτερη ανασφάλεια νιώθω τώρα που απαντώ στις ερωτήσεις σας και που γνωρίζω πως αυτά που λέμε θα τυπωθούν και θα τα διαβάσουν κάποιοι άνθρωποι για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους για εμένα παρά όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Οσο για τα θέατρα που αγαπώ και προτιμώ, θα σας επαναλάβω πως και τα μικρά θέατρα έχουν την αξία τους. Με κάλεσαν κάποτε να τραγουδήσω σε ένα τέτοιο θεατράκι, κάπου στη Γερμανία, να σώσω μια παράσταση της «Τραβιάτα», καθώς ο βαρύτονος που ερμήνευε τον Ζερμόν είχε αρρωστήσει. Μπήκα στο αυτοκίνητο, χάθηκα σε κάτι χωράφια, έκανα αγώνα για να εντοπίσω τη διεύθυνση που μου είχαν δώσει, τελικά βρέθηκα σε ένα πολύ μικρό θεατράκι. Μου έδειξαν τα κοστούμια που έπρεπε να φορέσω. Δεν μου έκανε κανένα. Αποφασίσαμε να βγω στη σκηνή με τα ρούχα με τα οποία είχα ταξιδέψει, με ένα μαύρο πουκάμισο, με το παλτό και με το κασκόλ μου. Ετσι βγήκα. Ηταν όμως τόσο όμορφα, ήταν τέτοια η αγάπη που πήρα από τους συναδέλφους μου και από το κοινό, που εκείνη η ανάμνηση είναι το ίδιο σημαντική με αναμνήσεις από τις εμφανίσεις μου στις μεγαλύτερες σκηνές όπου είχα την τύχη να τραγουδήσω. Καθετί έχει την αξία του, την αξία που θα του δώσεις εσύ. Ο καλλιτέχνης ορίζει την ιερότητα του χώρου, με τη δουλειά του, με την αφοσίωσή του στην τέχνη, με την ταπεινότητα, με το ήθος που περιφέρει και επιβάλλει».

Μετά τον φεστιβαλικό «Ριγολέττο», τι άλλο ετοιµάζετε;

«Δυστυχώς αναγκάστηκα να πω ένα μεγάλο «όχι». Επρόκειτο να κάνω περιοδεία στην Κίνα, για να τραγουδήσω «Τόσκα» και «Τραβιάτα» στη Σανγκάη, στο Πεκίνο και στη Σιάν. Μου είπαν όμως πως έπρεπε να μείνω για περισσότερο από έναν μήνα κλεισμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, λόγω COVID-19, από όπου δεν επιτρεπόταν να βρω επ’ ουδενί. Ακόμα και το φαγητό μου θα το άφηναν έξω από την πόρτα μου. Σκέφτηκα πως έπειτα από μερικές εβδομάδες σίγουρα θα χρειαζόμουν ψυχίατρο. Οπότε αρνήθηκα. Κατά τα άλλα, τον Ιούλιο με περιμένει η «Αΐντα» στο Τελ Αβίβ και αργότερα, την επόμενη χρονιά, ο «Ντον Πασκουάλε» στη Ζυρίχη. Υπάρχουν και άλλα πράγματα που θα ανακοινωθούν εν καιρώ. Να είμαστε γεροί, να μη χρειαστεί να κλειστούμε ξανά μέσα και όλα θα πάνε καλά!».

 

ΙNFO

«Ριγολέττος»: Φεστιβάλ Αθηνών, Ωδείο Ηρώδου Αττικού, στις 2, 5, 8 & 11 Ιουνίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.