Αριστοκρατία στο σελιλόιντ: Οι σταρ που μετέτρεψαν την κομψότητα σε κινηματογραφικό «DNA»

Οι γυναικείες παρουσίες που έχουν σφραγίσει την κινηματογραφική οθόνη με το αριστοκρατικό παρουσιαστικό, το απαράμιλλο στυλ, το αυστηρό βλέμμα, ενίοτε και με τον ειρωνικό τόνο της φωνής τους.

Αριστοκρατία στο σελιλόιντ: Οι σταρ που μετέτρεψαν την κομψότητα σε κινηματογραφικό «DNA»

Η επιβλητική κομψότητα δεν υπήρξε ποτέ εύκολη υπόθεση στο σινεμά, γι’ αυτό και οι ηθοποιοί που την είχαν δεν ήταν ποτέ πολλές. Στις μέρες μας, μάλιστα, όπου η αριστοκρατία δεν ανήκει στα κύρια «κινηματογραφικά ζητούμενα», οι σύγχρονες σταρ που φέρουν αυτή την αύρα είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Λόρεν Μπακόλ

«Αυτό που προσπαθώ να σου πω, Τζέι Ντι, είναι ότι πάντα μου άρεσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες. Κοίτα τον Ρούζβελτ, κοίτα τον Τσόρτσιλ, κοίτα αυτόν τον ηλικιωμένο τύπο, πώς τον λένε; Αυτόν στη “Βασίλισσα της Αφρικής”. Είμαι απολύτως ξετρελαμένη μαζί του!». Τάδε έφη Σάτζε Πέιτζ στην κλασική αμερικανική ταινία «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο» (How to Marry a Millionaire, 1953) του Ζαν Νεγκουλέσκο. Την «αποστολή» του τίτλου έχουν αποφασίσει να φέρουν εις πέρας τρεις όμορφες κυρίες, οι οποίες, αν και έχουν στόχο τα λούσα και τα πλούτη, στην πορεία αντιλαμβάνονται ότι στη ζωή ο έρωτας έχει μεγαλύτερη σημασία.

Πρόκειται για τις Πόλα Ντεμπεβουάζ, Λόκο Ντέμπσι και Σάτζε Πέιτζ, τις οποίες υποδύονται αντίστοιχα η Μέριλιν Μονρόε, η Μπέτι Γκρέιμπλ και η μοναδική σε αριστοκρατική εμφάνιση και ιδιοσυγκρασία Λόρεν Μπακόλ (1924-2014). Οσο για τον άνδρα από τη «Βασίλισσα της Αφρικής» που αναφέρει στην ατάκα της, πρόκειται για ένα «εσωτερικό» αστείο, αφού δεν είναι άλλος από τον μεγάλο έρωτα της Μπακόλ στη ζωή, τον σύζυγό της Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ – εκείνος βέβαια μάλλον εξέπεμπε το ακριβώς αντίθετο από την αμερικανίδα σταρ, αλλά τα αντίθετα, ως γνωστόν, έλκονται.

Credit Image: SNAP/ZUMAPRESS.com

Αυτή η ηθοποιός με το λεπτό πρόσωπο, τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, το επιβλητικό παράστημα, το σοφιστικέ στυλ και τη βαθιά φωνή είχε το χάρισμα να προσδίδει σεξαπίλ στην αυστηρότητα, παίζοντας τις περισσότερες φορές – αν όχι πάντα – classy γυναίκες που δεν σήκωναν και πολλά-πολλά από τον οποιονδήποτε. Αρκεί να τη θυμηθεί κανείς στην πανέμορφη κομεντί του Βινσέντε Μινέλι «Η γυναίκα μου, εγώ κι ο πειρασμός» (Designing Woman, 1957), όπου υποδύθηκε τη σχεδιάστρια μόδας που «μονομαχεί» με τον αθλητικογράφο τού Γκρέγκορι Πεκ. Η Μπακόλ, αυτή η αξέχαστη περσόνα με τον αριστοκρατικό μέχρι τη δύση της καριέρας της αέρα, σε ηλικία 74 ετών βρέθηκε – με απαράδεκτη καθυστέρηση – για πρώτη φορά υποψήφια για Οσκαρ (Β’ γυναικείου ρόλου) ερμηνεύοντας τη σνομπ μητέρα της Μπάρμπρα Στράισαντ στην ταινία «Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα» (The Mirror has Two Faces, 1998), σε σκηνοθεσία της τελευταίας.

Γκρέις Κέλι

Η ταινία «Υψηλή κοινωνία» (High Society, 1956) του Τσαρλς Γουόλτερς – η οποία μάλιστα το περασμένο καλοκαίρι προβλήθηκε σε επανέκδοση στα θερινά σινεμά σημειώνοντας τεράστια επιτυχία – είναι η μόλις δέκατη και τελευταία της Γκρέις Κέλι, της αμερικανίδας ηθοποιού που ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με την έννοια της αριστοκρατίας – τόσο επί της οθόνης όσο και εκτός. Η απόφασή της να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ και την υποκριτική στο peak της καριέρας της προκειμένου να παντρευτεί τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό είχε ήδη παρθεί πριν από τη συμμετοχή της στην «Υψηλή κοινωνία» και ο γάμος έγινε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.

Ενα χαριτωμένο trivia είναι ότι το μονόπετρο Cartier που φοράει στην τελευταία της αυτή ταινία είναι το δαχτυλίδι των αρραβώνων της με τον Ρενιέ. Στα περίπου επτά χρόνια κινηματογραφικής καριέρας η Γκρέις Κέλι πέτυχε πολλά. Υπήρξε μούσα του μετρ Αλφρεντ Χίτσκοκ σε τρεις ταινίες («Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως – Dial M for murder» και «Σιωπηλός μάρτυρας – Rear Window», και οι δύο του 1954, και «Το κυνήγι του κλέφτη – To catch a thief», 1955), εμφανίστηκε σε ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά γουέστερν όλων των εποχών, «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές» (High Noon, 1953) του Φρεντ Τσίνεμαν, κέρδισε ένα Οσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για τη μόλις τέταρτη ταινία της, τη «Χωριατοπούλα» (The country girl, 1954) – πόσο ειρωνικό, αλήθεια – του Τζορτζ Σίτον και εδραιώθηκε ως ένα από τα πιο ήρεμα, ψύχραιμα, συγκρατημένα αλλά και όμορφα πρόσωπα που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ. Ηταν η σκεπτόμενη ξανθιά καλλονή, χωρίς ίσως το σεξαπίλ μιας Μέριλιν Μονρόε, όμως με μια απαράμιλλη κομψότητα, που την ακολούθησε μέχρι τον τραγικό θάνατό της το 1982 σε ηλικία μόλις 52 ετών.

Τζιν Τίρνεϊ

Μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ηθοποιού αριστοκρατικής ομορφιάς αποτελεί η μελαχρινή με τα καταπράσινα μάτια Τζιν Τίρνεϊ (1920-1991), η οποία ταυτίστηκε με την ηρωίδα της στη «Λόρα» (Laura, 1944), το κλασικό φιλμ νουάρ του Οτο Πρέμινγκερ, στο οποίο ο αστυνομικός (Ντέινα Αντριους) που ερευνά τα αίτια θανάτου μιας γυναίκας την ερωτεύεται από το πορτρέτο της, χωρίς να του περνάει καν από το μυαλό ότι είναι ζωντανή – όταν την αντικρίζει, νιώθει ότι βλέπει φάντασμα.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της αμερικανίδας ηθοποιού ήταν ότι το αρχοντικό παρουσιαστικό της σχεδόν πάντα συνδεόταν κινηματογραφικά με κάτι βαθιά σκοτεινό και απόκρυφο, όπως συμβαίνει σε μια άλλη κλασική ταινία της, με τίτλο «Ας την κρίνει ο Θεός» (Leave Her to Heaven, 1945) του Τζον Μ. Σταλ, όπου τη βλέπουμε να πέφτει από τις σκάλες του σπιτιού της επίτηδες για να αποβάλει το μωρό που κουβαλά μέσα της.

Η Τζιν Τίρνεϊ, με την έμφυτη αριστοκρατική λάμψη, ήταν γεννημένη στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης σε μια πλούσια οικογένεια (ο πατέρας της ήταν πολύ επιτυχημένος μεσίτης), έζησε κατά καιρούς με τους εξίσου εύρωστους οικονομικά παππούδες της στο Κονέκτικατ και σπούδασε στα καλύτερα σχολεία της Ανατολικής Ακτής πριν ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Ωστόσο, η ζωή της υπήρξε μια διαδοχή δυσκολιών, μεταξύ των οποίων η απόκτηση ενός παιδιού με σοβαρές αναπηρίες, γεγονός που συνετέλεσε στον κλονισμό της εύθραυστης ψυχικής υγείας της.

Οντρεϊ Χέπμπορν

Η μόδα ανέκαθεν συμβάδιζε με τον κινηματογράφο, με τα όμορφα ρούχα να μη λειτουργούν μόνο υπέρ της ταινίας, αλλά να εισφέρουν και στο image της πρωταγωνίστριας ή του πρωταγωνιστή της. Το «άγγιγμα» του Ιμπέρ Ντε Ζιβανσί, για παράδειγμα, έπαιξε τεράστιο ρόλο στη λάμψη της Χόλι Γκολάιτλι, της διασημότερης ηρωίδας στην καριέρα της Οντρεϊ Χέπμπορν (1929-1993), στο «Πρόγευμα στο Tiffany’s» (Breakfast at Tiffany’s, 1961) του Μπλέικ Εντουαρντς.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Χόλι είναι call girl. Με τι αριστοκρατικό αέρα όμως! Τα κοστούμια και τα φορέματα μπορούν άνετα να κερδίσουν τις εντυπώσεις, αλλά αυτό σε σημαντικό βαθμό εξαρτάται και από το σώμα – ίσως και από το πνεύμα – του ανθρώπου που θα τα φορέσει. Ακόμα και σήμερα η λεπτή κορμοστασιά της Οντρεϊ Χέπμπορν αποτελεί πρότυπο, ενώ ρόλοι όπως της πριγκίπισσας στο φιλμ «Διακοπές στη Ρώμη» (Roman Holiday, 1953) του Γουίλιαμ Γουάιλερ παραμένουν αξεπέραστοι.

Η αριστοκρατικότητα ήταν στο DNA της βρετανίδας ηθοποιού και μπορούσες να τη διακρίνεις ακόμα και όταν ο ρόλος δεν ήταν τέτοιος, όπως συμβαίνει στη «Γλυκιά μου Σαμπρίνα» (Sabrina, 1954) του Μπίλι Γουάιλντερ, όπου η ηρωίδα της είναι η κόρη του σοφέρ των πάμπλουτων Λάραμπι και προκαλεί ερωτικά σκιρτήματα στους αδελφούς της οικογένειας, τον  Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και τον Γουίλιαμ Χόλντεν.

Κάθριν Χέπμπορν

Αριστοκρατικό αίμα κυλούσε και στις φλέβες μιας άλλης Χέπμπορν, της Κάθριν (1907-2003), την οποία (διόλου τυχαία) υποδύθηκε η Κέιτ Μπλάνσετ στην ταινία «Ιπτάμενος κροίσος» (The Aviator, 2004) του Μάρτιν Σκορσέζε – ερμηνεία για την οποία κέρδισε το πρώτο της Οσκαρ (Β’ γυναικείου ρόλου). Ισως κάποιοι θυμούνται και την υπέροχη εκείνη σκηνή στην οποία η Χέπμπορν έχει καλέσει τον αγαπημένο της Χάουαρντ Χιουζ (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) για γεύμα στο σπίτι των δικών της.

Katharine Hepburn “The Philadelphia Story” 1940 MGM

Η σνομπ συμπεριφορά με την οποία τον αντιμετωπίζουν είναι τόσο αιχμηρή που, όταν η μητέρα της Κάθριν τού λέει απαξιωτικά «εδώ δεν μας ενδιαφέρουν τα χρήματα», εκείνος την αποστομώνει λέγοντας: «Επειδή τα έχετε». Σε κάθε περίπτωση, ως ηθοποιός η Χέπμπορν ήταν φορέας αυτής της αριστοκρατικής συμπεριφοράς, κάτι που διακρίνει κανείς σε όλους ανεξαιρέτως τους ρόλους της, όπως και στην ταινία «Κοινωνικά σκάνδαλα» (The Philadelphia Story, 1940) – ρόλο τον οποίο αργότερα η Γκρέις Κέλι θα «ξαναζωντάνευε» δίνοντας τη δική της εκδοχή στην «Υψηλή κοινωνία» του 1956.

Μάγκι Σμιθ

«Συνήθως, μπορείς να βρεις μια αστεία πλευρά σε οτιδήποτε σχεδόν» είχε πει κάποτε η λαίδη Μάγκι Σμιθ (1934-2024) και πρώτη απόδειξη ήταν η ίδια, που σε πολλές ταινίες και σειρές προσέδιδε κωμικό τόνο στις τοξικές, σνομπ ή απλώς αυστηρές ηρωίδες που υποδυόταν, ακόμα και στις εν δυνάμει φασίστριες όπως η λαίδη Χέστερ, η ηρωίδα της στο «Τσάι με τον Μουσολίνι» (Tea with Mussolini, 1999) του Φράνκο Τζεφιρέλι. Κατά πάσα πιθανότητα, το αμιγώς βρετανικό αλλά την ίδια στιγμή απολύτως μοναδικό χιούμορ της Σμιθ ήταν και το στοιχείο που την έκανε τόσο εκλεκτή.

“California Suite” Michael Caine, Maggie Smith 1979 Columbia © 1979 Mel Traxel

Πέρα από τη σπουδαία πορεία της στο θέατρο, η Σμιθ μετρούσε έξι υποψηφιότητες για Οσκαρ και δύο νίκες: Α’ γυναικείου ρόλου για τη «Δεύτερη νιότη της Τζιν Μπρόντι» (The Prime of Miss Jean Brodie, 1969) και Β’ γυναικείου ρόλου για το «Καλιφόρνια Οτέλ» (California Suite, 1978), όπου ερμήνευε μια άκρως αριστοκρατική ηθοποιό (τον σύζυγό της έπαιζε ο Μάικλ Κέιν). H μοναδική περσόνα της Σμιθ φάνηκε σε ταινίες όπως «Ταξίδια με τη θεία μου» (Travels with My Aunt, 1972) του Τζορτζ Κιούκορ από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκριν, «Δωμάτιο με θέα» (A Room with a View, 1985) του Τζέιμς Αϊβορι και «Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ» (Gosford Park, 2001) του Ρόμπερτ Ολτμαν. Επιτυχία της Σμιθ είναι επίσης ότι κατάφερνε πάντα να ανανεώνει το κοινό της παίζοντας είτε σε επιτυχημένα franchise, όπως οι ταινίες «Χάρι Πότερ», είτε σε σειρές κύρους, όπως «Ο Πύργος του Ντάουντον» (Downton Abbey, 2010-2015).

Κέιτ Μπλάνσετ

Η πρώτη που έρχεται στο μυαλό μας από τις νεότερες γενιές είναι ίσως η Αυστραλή Κέιτ Μπλάνσετ, μια ηθοποιός που μπορεί να παίξει τα πάντα, αλλά υπήρξε ιδανική για τον ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ Α’, και μάλιστα σε δύο φιλμ, στο «Elizabeth» το 1998 και περίπου δέκα χρόνια αργότερα στο «Elizabeth: Η χρυσή εποχή» (Elizabeth: The Golden Age, 2007).

Photo by Photo12.com – Collection Cinema / Photo12 via AFP

Ως σπουδαία ηθοποιός, έχει τεράστια γκάμα, όμως ακόμα και οι μοιραίες, «δηλητηριώδεις» γυναίκες που έχει υποδυθεί στο σινεμά, όπως η δρ Λίλιθ Ρίτερ στο νουάρ του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο «Το μονοπάτι των χαμένων ψυχών» (Nightmare Alley, 2021), αποπνέουν πάντα μια εκλεπτυσμένη αύρα η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί. Παρόμοια αίσθηση δίνει και στη Λίντια Ταρ, διευθύντρια ορχήστρας, ηρωίδα της στην ταινία «Tár» (2022) του Τοντ Φιλντ – η δε ερμηνεία της είναι τόσο άψογη που νομίζει κανείς ότι υπήρξε στ’ αλήθεια αρχισμουσικός!

Μέριλ Στριπ

Στην ίδια κατηγορία ανήκει βεβαίως η μοναδική Μέριλ Στριπ, η οποία επίσης έχει παίξει τα πάντα, επομένως και γυναίκες της υψηλής κοινωνίας: από τη σνομπ Αν Μαρί της στην «Τζούλια» (Julia, 1977) του Φρεντ Τσίνεμαν μέχρι τη δανή συγγραφέα Κάρεν Μπλίξεν στο επικό «Πέρα από την Αφρική» (Out of Africa, 1985) του Σίντνεϊ Πόλακ.

Μεταξύ άλλων, υποδύθηκε την Κέι Γκράχαμ, γόνο εύπορης οικογένειας και πρωτοπόρο εκδότρια της εφημερίδας «The Washington Post» στην ταινία «The Post: Απαγορευμένα μυστικά» (The Post, 2017) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ εφέτος επιστρέφει στον πιο αριστοκρατικό ρόλο της καριέρας της, εκείνον της Μιράντα Πρίστλεϊ, της αυταρχικής και απόλυτα ισχυρής εκδότριας ενός περιοδικού μόδας.

Το σίκουελ της ταινίας «Ο Διάβολος φοράει Prada» (The Devil Wears Prada, 2006), που υπήρξε επιτυχία παγκόσμιου βεληνεκούς, έρχεται στις 30 Απριλίου στους κινηματογράφους ως «Ο Διάβολος φοράει Prada 2».

Οι «εξειδικευθείσες» δευτεραγωνίστριες

Αρκετές ηθοποιοί «ειδικεύθηκαν» σε ρόλους αριστοκρατικών γυναικών στον κινηματογράφο, χωρίς ποτέ να είναι οι πρωταγωνίστριες αυτών των ταινιών. Κρατούσαν συνήθως δεύτερους ρόλους, αλλά με την παρουσία και τον αέρα τους κατάφερναν συχνά να κλέβουν την παράσταση.

Credit Image: SNAP/ZUMAPRESS.com

Στην Ελλάδα, η πιο χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση ήταν η Τασσώ Καββαδία (1921-2010). Δεν πρέπει να έχει υπάρξει ταινία στην οποία να μην είχε αυτή τη στιβαρή αύρα – και δεν αναφέρομαι μόνο σε φιλμ όπως «Η αμαρτία της ομορφιάς» (1972) του Γιάννη Δαλιανίδη (εκεί ήταν η πλούσια, καταπιεστική μητέρα του Νίκου Γαλανού που δεν ανεχόταν τον έρωτά του με μια γυναίκα κατώτερης κοινωνικής τάξης, την οποία υποδυόταν η Μπέτυ Λιβανού), αλλά ακόμα και σε ρόλους χωρίς αριστοκρατική λάμψη, όπως η κυρία Ξ. Παπαμήτρου της στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1964) του Γιώργου Τζαβέλλα.

Στα εκτός Ελλάδας κινηματογραφικά πράγματα ένα πολύ χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν της βρετανίδας ηθοποιού Γκλάντις Κούπερ (1888-1971). Στο «πέτρινο» πρόσωπό της ξεχώριζε πάντα ένα χλευαστικό βλέμμα, όπως ακριβώς απαιτούσαν οι ηρωίδες της. Ακόμα και τα ονόματα των χαρακτήρων της μπορούσαν να μεταφέρουν την υπεροψία των γυναικών της ανώτερης τάξης που δεν φοβούνταν τίποτα και αποδοκίμαζαν πολλά: η κυρία Στράφορντ στο «Δράμα μιας γυναίκας» (Kitty Foyle, 1940), η λαίδη Φράνσις Νέλσον στη «Λαίδη Χάμιλτον» (That Hamilton Woman, 1941), η λαίδη Τζιν Ασγουντ στους «Λευκούς βράχους του Ντόβερ» (The White Cliffs of Dover, 1944) και η δούκισσα ντε Μπρανκούρ στην «Κυρία Πάρκινγκτον» (Mrs Parkington, 1944) ήταν ονόματα που κατείχαν ισχυρή κοινωνική θέση και ήξεραν πώς να χειρίζονται το φλιτζάνι με το τσάι τους.

Βέβαια, δευτεραγωνίστριες όπως η Γκλάντις Κούπερ ήταν αναπόφευκτο να µένουν στα «µετόπισθεν» και να γεύονται λιγότερη λάµψη όταν σταρ στις ταινίες τους ήταν ηθοποιοί σαν την Μπέτι Ντέιβις ή τη Βίβιαν Λι, την κεντρική ηρωίδα στη «Λαίδη Χάµιλτον» και επίσης µια άκρως αριστοκρατική περσόνα, όπως είχε φανεί στη µεγαλύτερη επιτυχία της, «Οσα παίρνει ο άνεµος» (Gone with the Wind, 1939).

Η Κούπερ υπήρξε τρεις φορές υποψήφια για Οσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου – η πρώτη ήταν για την ερμηνεία της ως άκαμπτης μητέρας της Μπέτι Ντέιβις στην ταινία «Το ξέσπασμα μιας ψυχής» (Now, voyager, 1942) – αλλά δεν κέρδισε ποτέ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version