Το άρθρο Σημίτη που παραμένει επίκαιρο τρεις δεκαετίες μετά

Ο Σπύρος Βλαχόπουλος θυμίζει τι έγραφε ο πρώην πρωθυπουργός στο «Βήμα» το 1995 για την επικείμενη τότε συνταγματική αναθεώρηση. Πόσα από αυτά «φωτογραφίζουν» ακόμη την ελληνική πολιτική και κοινωνία; Και πόσα ζητήματα μένουν άλυτα;

Το άρθρο Σημίτη που παραμένει επίκαιρο τρεις δεκαετίες μετά

Το 2025 απεβίωσε ο Κώστας Σημίτης και γράφηκαν και ειπώθηκαν πολλά για το έργο και την  προσωπικότητά του. Ελάχιστα όμως ακούστηκαν όσον αφορά τις απόψεις του για το Σύνταγμα και τις τροποποιήσεις του, παρότι η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 πραγματοποιήθηκε επί της πρωθυπουργίας του. Ισως γιατί στις συζητήσεις για την αναθεώρηση αυτή στη Βουλή παρέστη μόνο στην πρώτη και στην τελευταία πανηγυρική συνεδρίαση της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 2001 αντίστοιχα.

Και όμως. Ο Κώστας Σημίτης, υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας, Ερευνας και Τεχνολογίας στην κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, λίγα χρόνια πριν, στις 5 Φεβρουαρίου 1995, είχε δημοσιεύσει στο «Βήμα» ένα σημαντικό άρθρο για τη συνταγματική αναθεώρηση με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποια αναθεώρηση και γιατί. Οι συνταγματικές αλλαγές και ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού μας συστήματος». Εύλογα μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο χρόνος δημοσίευσης του άρθρου δεν ήταν τυχαίος: Ο Ανδρέας Παπανδρέου στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του το 1995 είχε εξαγγείλει την έναρξη της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία ολοκληρώθηκε έξι χρόνια μετά λόγω της διάλυσης της Βουλής το 1996. Και ο Κώστας Σημίτης, που διεκδικούσε ηγετικό ρόλο, προφανώς δεν ήθελε να μείνει απών από τις εξελίξεις σε ένα τόσο σημαντικό θεσμικό και πολιτικό ζήτημα.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τις απόψεις του Κώστα Σημίτη, οι οποίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της εξαγγελθείσας επόμενης συνταγματικής αναθεώρησης.

Το άρθρο του Κώστα Σημίτη στο «Βήμα» της 5ης Φεβρουαρίου 1995

«Κάθε παρέμβαση χρειάζεται προσοχή»

Συχνά το Σύνταγμα παρουσιάζεται στον δημόσιο λόγο ως «πανάκεια» που θα επιλύσει κάθε παθογένεια και λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Αυτό όμως δεν είναι σωστό: Το Σύνταγμα καθορίζει μόνο το πλαίσιο της πολιτικής οργάνωσης μιας κοινωνίας και δεν δημιουργεί την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Απλά την «εγκοιτώνει», σύμφωνα με την εμβληματική διατύπωση του Αλέξανδρου Σβώλου. Επομένως, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς με τις αναπτύξεις του Κώστα Σημίτη, ο οποίος με απλές και λιτές διατυπώσεις αποτυπώνει τον ρόλο του Συντάγματος στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνική ζωή: «Το Σύνταγμα καθορίζει το πολιτικό σύστημα, το περίγραμμα της κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης ενός λαού σε μια χώρα. Μια πρώτη παρατήρηση: Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος κανόνας πολιτειακής συγκρότησης. Κάθε παρέμβαση χρειάζεται προσοχή. Πρέπει να επισημάνουμε πραγματικές αδυναμίες για να συμπεράνουμε τι πρέπει να αναθεωρηθεί. Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν μπορεί να είναι μέσο να αντιμετωπίσουμε πολιτικές δυσκολίες ή να συγκαλύψουμε ευθύνες. Δεν πρέπει να είναι κίνηση πολιτικής τακτικής». Καλό θα ήταν να τα θυμόμαστε αυτά τα λόγια και να μη χρησιμοποιείται το Σύνταγμα ως «κίνηση πολιτικής τακτικής». Αλλιώς, θα ερχόμαστε αντιμέτωποι με καταστάσεις όπως της «λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας» (της δυνατότητας των πολιτών να προτείνουν τη συζήτηση και την ψήφιση νόμων στη Βουλή), που θεσπίσθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, δεν λειτούργησε όμως γιατί πολύ απλά ουδέποτε ψηφίστηκε ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος.

Η κριτική στη «συνταγματική πλειοδοσία»

Από τις παραδοχές αυτές εκκινεί και η κριτική του Κώστα Σημίτη απέναντι σε μια «συνταγματική πλειοδοσία», η οποία παραγνωρίζει τη φύση και τη λειτουργία του Συντάγματος: «Οσον αφορά τις θεσμικές αλλαγές που απαιτεί ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού μας συστήματος θα πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς. Η συναίνεση που διαγράφεται μεταξύ των κομμάτων για αναθεώρηση του Συντάγματος δεν πρέπει να μας παρασύρει σε έναν ανταγωνισμό ποιος θα προτείνει τα πιο πολλά για τον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος σε επίπεδο αναθεώρησης του Συντάγματος. Μια τέτοια εξέλιξη θα σημαίνει παραγνώριση του χαρακτήρα και της σημασίας του Συντάγματος. Θα σημαίνει ακόμη μια νέα υποβάθμιση του κύρους του ίδιου του Κοινοβουλίου και του θεσμού του νόμου, ως ανεπαρκών μέσων για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής μας ζωής. Πρέπει να το αποφύγουμε».

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να αξιοποιήσουμε τον νομοθέτη και τον δικαιοπαραγωγικό του ρόλο: «Πρέπει γι’ αυτό να ξεκινήσουμε την εκσυγχρονιστική προσπάθεια με συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες: Η χρηματοδότηση των κομμάτων, η ποινική ευθύνη των υπουργών, οι σχέσεις εξουσίας και μέσων μαζικής επικοινωνίας, η προστασία της ελεύθερης επικοινωνίας και ανταπόκρισης, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η αποκέντρωση της εξουσίας και η αυτοδιοίκηση, η προστασία της ιδιωτικής ζωής του πολίτη, η ενίσχυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πολίτη απέναντι στην εξουσία και των δυνατοτήτων ανάπτυξης της προσωπικότητάς του μέσα στην κοινωνία είναι ζητήματα που εξαρτώνται κυρίως από την πολιτική βούληση των πολιτικών και όχι από τη μετάθεσή τους από το επίπεδο νόμων σε επίπεδο συνταγματικής διάταξης. Επιπλέον όλα αυτά τα ζητήματα δεν μπορούν να περιμένουν τη μακρόσυρτη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Πρέπει εδώ και τώρα να αντιμετωπισθούν».

«Το Σύνταγμα του ’75 λειτούργησε ικανοποιητικά»

Ο Κώστας Σημίτης δεν υπήρξε μικρόψυχος απέναντι στο Σύνταγμα του 1975, παρά το γεγονός ότι έφερε τη σφραγίδα της Νέας Δημοκρατίας, του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Παραδέχεται ότι το «Σύνταγμα του ’75 λειτούργησε ικανοποιητικά σε επίπεδο σεβασμού των νομικών κανόνων που θέσπισε». Οι όποιες δε δυσλειτουργίες παρατηρήθηκαν στην πράξη, δεν οφείλονται στο Σύνταγμα του 1975 αλλά στο πώς αυτό εφαρμόστηκε στην πράξη από το πολιτικό σύστημα. Ενώ λοιπόν πρόκειται για «ένα Σύνταγμα ξένο προς το πελατειακό κράτος, την αναξιοκρατία, την αδιαφάνεια, τη νομή της εξουσίας, τον κομματισμό, την κρίση αντιπροσώπευσης», στην εφαρμογή του ωστόσο «διαβρώθηκε από τα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος που κληρονόμησε. Η ολοκληρωμένη αντίληψή του μιας αστικής δημοκρατίας που απέρρεε από τις διατάξεις και το πνεύμα του δεν επιβλήθηκε. Το πολιτικό σύστημα δεν πάσχει από λανθασμένες θεσμικές επιλογές ή θεσμικά κενά, αλλά από πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές που διέβρωσαν τη λειτουργία του. Πάσχει εκεί όπου η πολιτική πραγματικότητα υπονομεύει το πολιτικό σύστημα που απορρέει από τους κανόνες του Συντάγματος».

«Για μια πιο ανθρώπινη και δίκαιη κοινωνία»

Παρότι το Σύνταγμα του 1975 ήταν πράγματι πετυχημένο, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αλλάξει. Πολύ απλά γιατί κάθε Σύνταγμα εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα και οι προοπτικές του «συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες των καιρών, με τους παλμούς των εξελίξεων». Τι ήταν λοιπόν αυτό που άλλαξε μεταξύ του 1975 και του 1995 και επιβάλλει την αναθεώρηση του Συντάγματος; Και προς ποια κατεύθυνση; «Το Σύνταγμα του ’75 και η αναθεώρηση του ’85 έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στους θεσμούς που θα διασφάλιζαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας και τη λειτουργία των θεσμών μιας Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Είναι ένα Σύνταγμα στραμμένο αυστηρά προς το πολίτευμα. Αυτό ίσως για τις αντιλήψεις εκείνης της εποχής να ήταν αρκετό. Είναι όμως ένα Σύνταγμα αποκομμένο από τα σημαντικά κοινωνικά προβλήματα. Η αντιστοιχία με την πραγματικότητα είναι ακόμη μεγαλύτερη αν λάβουμε υπόψη μας τα αδιέξοδα των δυτικών κοινωνιών – ανεργία, απολιτικοποίηση, ατομισμός –, αλλά και τις αναζητήσεις των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τα αιτήματα για ένα Σύνταγμα ανοικτό σε μια πιο ανθρώπινη και δίκαιη κοινωνία, για ένα Σύνταγμα που θα δείχνει εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της κοινωνίας να αυτοοργανωθεί έχουν ωριμάσει». Με άλλες λέξεις, πρέπει «τώρα πια να διαγράψουμε το όραμα της κοινωνικοοικονομικής μας οργάνωσης για τις επόμενες δεκαετίες, να καταγράψουμε την επιδίωξη για περισσότερη δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, για ισχυροποίηση της κοινωνίας, της αυτονομίας και της κοινωνικής ευθύνης του πολίτη».

Ο Κώστας Σημίτης είχε γράψει από το 1995 για την αποφασιστική σημασία που θα είχαν για την Ελλάδα οι (επικείμενες τότε) εξελικτικές διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Τα «θεσμικά αντίβαρα» και η ηγεσία της Δικαιοσύνης

Οι επόμενες αναπτύξεις του άρθρου επικεντρώνουν σε ένα ζήτημα που παραμένει επίκαιρο ακόμη και σήμερα, ίσως μάλιστα και με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Πρόκειται για τα απαραίτητα «θεσμικά αντίβαρα» απέναντι σε ένα πανίσχυρο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα. Κατά τον Κώστα Σημίτη λοιπόν, τα «όποια αντίβαρα στις εξουσίες της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού πρέπει να αναζητηθούν στην ενίσχυση των νομοθετικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες υιοθέτησης, παρακολούθησης και ελέγχου του προϋπολογισμού. Στα πλαίσια της αναβάθμισης του Κοινοβουλίου θα πρέπει να εξετάσουμε μεταξύ άλλων την ενίσχυση των επιτροπών. Ιδιαίτερα θέματα εξωτερικής πολιτικής μπορούν να γίνουν σημαντικά θεσμικά βήματα».

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει επίσης και στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ένα θέμα που επανέρχεται σε κάθε συνταγματική αναθεώρηση: «Για το θέμα σχέσεων λειτουργών Δικαιοσύνης και εκτελεστικής εξουσίας. Η εξάρτηση των πρώτων από τη δεύτερη είναι κυρίως ζήτημα αντιστάσεων των πρώτων και αυτοελέγχου της δεύτερης. Το Σύνταγμα δεν μπορεί να επιβάλει εσωτερικές στάσεις και συμπεριφορές. Θα έπρεπε να προβληματιστούμε αν στις προαγωγές προέδρων, αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, Συμβουλίου της Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου και εισαγγελέα Αρείου Πάγου η επιλογή του Υπουργικού Συμβουλίου θα πρέπει να γίνεται από τρεις υποψηφιότητες για κάθε αξίωμα που θα τις αναδεικνύουν οι ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων».

Η πρόβλεψη για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Ο επίκαιρος χαρακτήρας των σκέψεων του Κώστα Σημίτη αναδεικνύεται στις καταληκτικές του παρατηρήσεις. Το συνταγματικό δίκαιο βρίσκεται σήμερα σε αναζήτηση νέας ταυτότητας και νέου ρόλου. Τόσο το διεθνές δίκαιο (κυρίως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) όσο και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης παρεμβαίνουν τόσο έντονα και εκτεταμένα στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, ώστε να γίνεται λόγος για «πολυεπίπεδο συνταγματισμό» ή «επαυξημένο Σύνταγμα». Αυτή την εξέλιξη την είχε προβλέψει – και μάλιστα σε ένα πολύ πρώιμο στάδιο – ο Κώστας Σημίτης: «Το 1996 θα γίνει η Διακυβερνητική Διάσκεψη για την αναθεώρηση της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι άδηλες οι ανακατατάξεις που θα αποφασισθούν και που ενδέχεται να αγγίζουν και ρυθμίσεις του Συντάγματος. Η συμμετοχή μας στις εξελικτικές αυτές διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα είναι αποφασιστικής σημασίας για την Ελλάδα, τις αναπτυξιακές της δυνατότητες, την προοπτική να αποφασίζει και να συναποφασίσει για το μέλλον της. Μια αναθεώρηση θα πρέπει να συνεκτιμήσει αυτή την προοπτική και τη στρατηγική μας για τις επόμενες δεκαετίες. Η συζήτηση για την αναθεώρηση άνοιξε με επίκεντρο την κρίση του πολιτικού συστήματος και την ανάγκη εκσυγχρονισμού του. Δεν πρέπει να κλείσει βεβιασμένα όταν ξεπεραστούν οι σημερινές αντιπαραθέσεις. Είναι η αφορμή να εξετάσουμε προσεκτικά την κοινωνικοοικονομική οργάνωση που θέλουμε για τον τόπο μας στην αυγή του επόμενου αιώνα, τις ανακατατάξεις στον διεθνή περίγυρο και τη βούλησή μας να μετέχουμε αποφασιστικά σ’ αυτές».

Σήμερα, περίπου τριάντα χρόνια μετά, μήπως θα πρέπει να επαναλάβουμε αυτή τη συζήτηση;

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version