Την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές βαίνει προς την ολοκλήρωσή της η 22η Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ως γνωστόν, είναι η μεγαλύτερη έκθεση βιβλίου στην Ελλάδα και μία από τις σημαντικότερες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Διαρκεί τέσσερις ημέρες και διοργανώνεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή στις εγκαταστάσεις του Διεθνούς Εκθεσιακού Κέντρου Θεσσαλονίκης της HELEXPO, καθιστώντας την πόλη το επίκεντρο της πνευματικής κίνησης της χώρας.
Και φέτος, όπως βλέπω στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων, καθώς δυστυχώς για άλλη μια χρονιά δεν κατόρθωσα να παρευρεθώ στην αγαπημένη πόλη, οι θεματικές για το ευρύ κοινό υπήρξαν ιδιαίτερα πλούσιες, καλύπτοντας σχεδόν όλα τα γούστα. Το εύρος κάλυπτε όχι μόνο το παραδοσιακό κοινό αλλά και όσους και όσες αναζητούν πιο έκκεντρες αναγνώσεις της πραγματικότητας.
Τιμώμενη χώρα φέτος ήταν η γειτονική μας Βουλγαρία, ενώ οι ειδικοί επαγγελματίες του χώρου είχαν την ευκαιρία για συζητήσεις, γνωριμίες και προώθηση της δουλειάς τους.
Η κοινότητα
Ολα αυτά είναι γνωστά, με τους επαίνους και τις γκρίνιες να εναλλάσσονται καταλαμβάνοντας τον αναμενόμενο χώρο στη δημόσια συζήτηση. Ειδικότερες αναλύσεις για την Εκθεση μπορεί να διαβάσει κάθε ενδιαφερόμενος και ενδιαφερόμενη σε πλήθος εντύπων και ιστότοπων. Εδώ θέλω να κάνω μόνο μια δευτερεύουσα παρατήρηση για αυτό που θεωρώ ότι προσδίδει ακόμα αξία σε παρόμοιες διοργανώσεις: την ενίσχυση της κοινότητας.
Οπως θυμόμαστε όσες και όσοι περάσαμε από τα ελληνικά πανεπιστήμια πριν από την κρίση (και δεν αναφέρομαι στα ελληνικά πανεπιστήμια ξέρετε ποιου), αυτό που έκανε την εμπειρία της φοίτησης ανεπανάληπτη δεν ήταν τόσο τα ίδια τα μαθήματα όσο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Οι καφέδες, οι συζητήσεις, οι τσακωμοί, όλη δηλαδή η διαδικασία της ζύμωσης μέσω του διαλόγου και του στοχασμού.
Παρόμοια λειτουργεί και η Εκθεση Βιβλίου. Πιο σημαντικό από τις εκδηλώσεις, τις παρουσιάσεις, ακόμα και από τα ίδια τα βιβλία – αν μου επιτρέπετε αυτή την υπερβολή – είναι η ζωντάνια που αναπτύσσεται στους χώρους γύρω από την Εκθεση. Συγγραφείς συναντούν ομότεχνους, αναγνώστες και αναγνώστριες συναντούν συγγραφείς και όλοι μαζί συζητούν τόσο τις αφορμές όσο και τα αποτελέσματα της συγγραφικής διαδικασίας. Πιθανές ενστάσεις αναπτύσσονται, διαφωνίες εκφράζονται, τα αίματα ανάβουν είτε με ενθουσιασμό είτε με αντιπαραθέσεις που μοιράζονται ωστόσο το ίδιο κοινό υπόβαθρο: την αγάπη για τη λογοτεχνία και το βιβλίο.
Μοιάζει, λοιπόν, ένα μικρό παράδοξο ότι κι εδώ είναι η δεκτικότητα των σωμάτων και όχι των πνευμάτων αυτή που αναδεικνύεται εδώ ως ο πυρήνας της εμπειρίας. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός, και οι περισσότερες εμπειρίες επικοινωνίας του ανθρώπου μεταφέρονται όλο και περισσότερο σε ψηφιακά περιβάλλοντα, η υπενθύμιση της διά ζώσης συμμετοχής σε συλλογικές μορφές έκφρασης επαναφέρει κάτι από τον πρωταρχικό χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνίας.
Παρατηρώντας τριγύρω – ακόμα κι αν περιοριστούμε στον χώρο του βιβλίου – βλέπουμε ότι αυτή η δεκτικότητα διεκδικεί μεγαλύτερο έδαφος. Αντλώντας από την εμπειρία της ψηφιακής επικοινωνίας το στοιχείο της διαδραστικότητας και της οργανωτικής ευκολίας, βλέπουμε, φέρ’ ειπείν, να πολλαπλασιάζονται οι λέσχες ανάγνωσης. Μια κατ’ εξοχήν ιδιωτική δραστηριότητα, η ανάγνωση, αναβαπτίζεται εδώ σε μια συμμετοχική εμπειρία. Ανθρωποι συναντιούνται σε μια συστηματική βάση και σχολιάζουν ένα βιβλίο που έχουν συλλογικά επιλέξει.
Πρότυπο
Οσο μικρές και αν φαίνονται τέτοιες πρωτοβουλίες και κινήσεις, δείχνουν ωστόσο ένα πρότυπο για τη γενικότερη οργάνωση του συλλογικού μας βίου, που δεν επαφίεται σε ιεραρχήσεις, υποχρεώσεις και στείρα κατανάλωση. Ενα πρότυπο που αντιπροτείνει μια διαφορετική, περισσότερο συμμετοχική και ισότιμη εμπειρία. Κι αυτό είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρο σε ένα γενικότερο κυρίαρχο κλίμα εξατομίκευσης και ιδιώτευσης. Αν μας ενώνει ένα βιβλίο, γιατί να μη βρούμε και όλα τα άλλα πράγματα που μπορούν να πετύχουν το ίδιο;
