Υπάρχει μια περίοδος, πριν ή μετά τις καλοκαιρινές μας διακοπές, που κάνουμε διακοπές μέσα από τις διακοπές των άλλων. Μπορεί να βρισκόμαστε στο κέντρο της Αθήνας παρακολουθώντας τα κύματα της ζέστης πάνω από τις οροφές των αυτοκινήτων να αλλοιώνουν την εικόνα της Ακρόπολης, ταυτόχρονα όμως περιπλανιόμαστε στην Κίμωλο ή την Ηρακλειά, με τους πόρους μας διεσταλμένους από το δροσερό βραδινό αεράκι. Γινόμαστε οι παρατηρητές της καθημερινότητας των άλλων, μέχρι εκείνοι να γίνουν οι θεατές της δικής μας. Oλα αυτά μέσα από την οθόνη μας και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το καλοκαίρι, περίοδος αιχμής για την παραγωγή οπτικού περιεχομένου, παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: ο συνολικός χρόνος που περνάμε στο κινητό μπορεί να μειώνεται ελαφρώς, αλλά η παραγωγή περιεχομένου εκτοξεύεται.
Πλατφόρμες όπως το Instagram και το TikTok καταγράφουν κατακόρυφη άνοδο σε stories (τις προσωρινές αναρτήσεις που διαγράφονται αυτόματα μετά από 24 ώρες) και δημοσιεύσεις. Οι χρήστες συνδέονται για να μοιραστούν, να δουν και να συγκριθούν.
Τι κρύβεται, όμως, πίσω από αυτή την ακατάπαυστη ψηφιακή αφήγηση, την ώρα που μπροστά μας απλώνονται η θάλασσα, το παραδοσιακό φαγητό και ο δύων ήλιος; Χάνουμε, τελικά, την αυθεντική εμπειρία των διακοπών στο όνομα της ψηφιακής επικύρωσης;
Η κατασκευή της τέλειας ταυτότητας

Η κλινική ψυχολόγος Μαρία Μαράκη βλέπει το φαινόμενο ως απόλυτα συνδεδεμένο με την ανάγκη διαμόρφωσης μιας επιθυμητής ταυτότητας. «Οι άνθρωποι πλέον έχουν πια συνδέσει την προσωπική εμπειρία της ευχαρίστησης με τη δημοσιοποίησή της στα social media» εξηγεί. «Η θετική εμπειρία ενισχύεται με αυτόν τον τρόπο. Φυσικά, όλο αυτό συνδέεται με την ανάγκη του ανθρώπου να παρουσιάζει μια τέλεια εικόνα. Μην ξεχνάμε ότι αυτός είναι ο πυρήνας των social media: η ανάγκη να φαίνεται κάποιος ευτυχισμένος, πετυχημένος, με ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, περιπετειώδης ή οικονομικά ισχυρός. Οι διακοπές είναι η ιδανική ευκαιρία για να προβληθούν όλα αυτά. Αρκετοί, με το που κλείσουν τις διακοπές τους, πριν καν ταξιδέψουν, σκέφτονται τι αναρτήσεις θα κάνουν όσο θα βρίσκονται εκεί. Αναζητούν την ψηφιακή επικύρωση».
Πότε, όμως, αυτή η συμπεριφορά αποκτά ψυχοπαθολογικές χροιές και πότε πρέπει να ανησυχούμε; «Ανησυχητικό γίνεται όταν η διάθεση κάποιου επηρεάζεται άμεσα από την ανταπόκριση του κοινού» τονίζει η κυρία Μαράκη. «Oταν υπάρχει το άγχος για τη σωστή λήψη, η υπερβολική κατανάλωση χρόνου για την επιμέλεια ενός βίντεο ή ο έλεγχος για το ποιος είδε το story και ποιος πάτησε like. Εκεί μιλάμε για ψυχοπαθολογικές χροιές, διότι το άγχος της επίδειξης στερεί τη χαρά της στιγμής. Ο χρήστης δεν ζει το παρόν, αλλά αγωνιά για το αν η εικόνα του είναι επαρκής ή αν είναι καλύτερη από εκείνη που μοιράστηκε κάποιος άλλος». Σε βάθος χρόνου, η κυρία Μαράκη διακρίνει μια βαθύτερη αλλοίωση της ανθρώπινης εμπειρίας, καθώς επηρεάζεται ολόκληρο το βίωμα του ανθρώπου, αλλά και η πραγματική του ταυτότητα. «Πλέον, το βίωμα της χαράς και της επιτυχίας δεν είναι κάτι ιδιωτικό. Σε πολλούς ανθρώπους παρατηρούμε να μειώνεται η ικανοποίηση που λαμβάνουν από μια στιγμή εάν δεν τη μοιραστούν ψηφιακά. Αν δεν βγάλεις φωτογραφίες από τις διακοπές σου, είναι σαν να μην πήγες ποτέ. Και είναι πολλοί που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο».
Οσο για την αίσθηση ότι «ζούμε» τις διακοπές των άλλων μέσα από την οθόνη μας, η κυρία Μαράκη συμφωνεί: «Τα stories συχνά δημιουργούν μια πίεση. Κάποιος φαίνεται να ταξιδεύει συνεχώς και να περνάει ιδανικά, γεγονός που μπορεί να γεννήσει ένα αίσθημα ανεπάρκειας – “εγώ γιατί δεν μπορώ;”. Ακόμη και όταν γνωρίζουμε θεωρητικά τους μηχανισμούς της ψηφιακής σύγκρισης και ότι είναι λάθος, δεν μένουμε ανεπηρέαστοι. Σε μια πιεσμένη περίοδο, η πρώτη σκέψη που θα κάνει κάποιος είναι για ποιον λόγο δεν βρίσκεται στη θέση του άλλου».
Επιμελώς ατημέλητοι

Pexels
Μια εντελώς διαφορετική, αναδυόμενη τάση παρατηρεί η 33χρονη Βάνα Κ., η οποία έχει έντονη διαδικτυακή παρουσία, κυρίως στο Instagram. «Προσωπικά, πλέον δεν με απασχολούν πολύ οι λόγοι που μοιραζόμαστε τόσο πολλά stories. Υπάρχει μια μετατόπιση. Τα ασταμάτητα stories αρχίζουν σιγά-σιγά να αντικαθίστανται από πολύ προσεγμένες αναρτήσεις (carousels) με 15 ή 20 φωτογραφίες, που δημοσιεύονται αφότου τελειώσουν οι διακοπές. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ακόμα πιο ψεύτικο. Το story είχε πάντα κάτι το αυθόρμητο. Οι κανονικές αναρτήσεις, αντιθέτως, μοιάζουν με έκθεση. Επιλέγεις τις καλύτερες στιγμές, τις σωστές γωνίες, τη σωστή σειρά, τη σωστή λεζάντα. Δεν δείχνεις πώς πέρασες, χτίζεις την αφήγηση του πώς θέλεις να θυμούνται ότι πέρασες».
Η Βάνα εντοπίζει μια ειρωνεία σε αυτή την εξέλιξη: «Μέσα στην υπερβολικά επιμελημένη δημόσια εικόνα που προβάλλουμε έχουμε προσθέσει και τη σχεδόν επιβεβλημένη απόχρωση του “δεν με νοιάζει και τόσο”. Προσπαθούμε οι φωτογραφίες να μοιάζουν τυχαίες, μόνο που συνήθως δεν είναι καθόλου τυχαίες. Είναι τόσο προσεκτικά επιλεγμένες ώστε να δείχνουν πως δεν καταβλήθηκε καμία προσπάθεια. Σκέφτομαι ότι πλέον δεν ζούμε στην εποχή της υπερέκθεσης, αλλά της επιμελημένης αδιαφορίας. Θέλουμε ακόμα να μας δουν, απλώς θέλουμε να φαίνεται ότι δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αν θα μας δουν».
Η 35χρονη Ντενίσα Μπ., από την άλλη, που επίσης διατηρεί έντονη παρουσία στο Instagram και το TikTok με χιλιάδες ακολούθους, προσπαθεί να εκλογικεύσει τη δική της ψηφιακή συμπεριφορά. «Δεν ξέρω γιατί κάνω άπειρα stories από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, ειδικά τα τελευταία χρόνια που πηγαίνω στο ίδιο μικροσκοπικό νησί. Εκεί κάθε χρόνο μένουν όλα ίδια, οπότε και τα stories μου είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ρούχα μου. Αν άλλαζα προορισμούς, θα έλεγα πως το κάνω για να δείξω πόσα μέρη έχω επισκεφθεί. Αυτό όμως δεν ισχύει». Η ίδια θεωρεί ότι πλέον η κίνηση είναι μηχανική, σχεδόν ασυνείδητη: «Τα κάνω μάλλον από συνήθεια και επειδή το κάνουν όλοι οι άλλοι». Σε μια αποστροφή που αποκαλύπτει την αντίφαση της ψηφιακής μας ζωής, η Ντενίσα καταλήγει: «Στις περισσότερες παραλίες του νησιού δεν έχει καν σήμα, οπότε το κινητό μου μένει όλη μέρα στην τσάντα και βγαίνει μόνο για να τραβήξω φωτογραφίες, τις οποίες θα ανεβάσω μόλις βρω δίκτυο. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό είναι και κάπως στενόχωρο».
Ισως, τελικά, να χρειαζόμαστε όλοι πραγματικές διακοπές, μακριά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χωρίς αυτά, η σύγχρονη και ιδιαίτερα επίπονη μορφή ψηφιακού βασανιστηρίου – που δεν είναι άλλη από την επιλογή των φωτογραφιών που θα αναρτηθούν και θα προβληθούν στις μάζες – θα πάψει, επιτέλους, να μας απασχολεί.
