Συνταγματική αναθεώρηση: Πώς η κυβέρνηση βάζει την ατζέντα και στριμώχνει την αντιπολίτευση

Τι κρύβει η τακτική της κυβέρνησης να ανοίξει τώρα τον φάκελο της αναθεώρησης του Συντάγματος - Η κίνηση με σαφή αποδέκτη την αντιπολίτευση και πρωτίστως το ΠαΣοΚ και οι προσδοκίες για να επηρεάσει το κεντρώο ακροατήριο

Συνταγματική αναθεώρηση: Πώς η κυβέρνηση βάζει την ατζέντα και στριμώχνει την αντιπολίτευση

Με στραμμένη την προσοχή της στο τμήμα εκείνο των πολιτών που τείνει ευήκοον ους στα ζητήματα της λειτουργίας των θεσμών, η κυβέρνηση άνοιξε το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης, προεξοφλώντας τη δυσκολία στην οποία θα βρεθούν για μία ακόμη φορά οι κατακερματισμένες δυνάμεις της αντιπολίτευσης.

«Εμείς έχουμε το μαχαίρι, εμείς και το πεπόνι» σχολίαζε χαρακτηριστικά γαλάζιο κοινοβουλευτικό στέλεχος, επισημαίνοντας την αδυναμία των άλλων κομμάτων να αναλάβουν πρωτοβουλία για να προτείνουν τις δικές τους αλλαγές στο Σύνταγμα, αφού σύμφωνα με το άρθρο 110 του καταστατικού χάρτη της ελληνικής πολιτείας η σχετική πρόταση απαιτείται να φέρει τις υπογραφές τουλάχιστον πενήντα βουλευτών, δύναμη που καμία από τις δυνάμεις της σημερινής Βουλής δεν διαθέτει.

Ετσι, όταν την περασμένη Δευτέρα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ολοκλήρωνε το τηλεοπτικό του μήνυμα με το οποίο ανακοίνωσε την πρωτοβουλία της συνταγματικής αναθεώρησης, δηλώνοντας ότι «το ίδιο το Σύνταγμα μας επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις αν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται ο καταστατικός μας χάρτης», είχε πλήρη επίγνωση ότι προχωρούσε σε μια κίνηση η οποία του έδινε το πλεονέκτημα να είναι εκείνος και το κόμμα του που, τουλάχιστον στα θεσμικά ζητήματα, «θα βάζουν την ατζέντα» στο διάστημα που απομένει έως τις επόμενες βουλευτικές κάλπες.

Μπορεί η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας να μη δελεάζεται ή και να αδιαφορεί για τις αλλαγές του Συντάγματος, όπως αναγνωρίζουν από το Μέγαρο Μαξίμου, επισημαίνουν ωστόσο ότι «υπάρχει μια κρίσιμη μάζα πολιτών που έχει ψηλά στην κλίμακα αξιολόγησής της τα θεσμικά ζητήματα». Είναι, όπως εξηγούν συνεργάτες του Πρωθυπουργού, «κατά βάση κεντρώοι πολίτες που δίνουν σημασία στον θεσμικό εκσυγχρονισμό και στις μεταρρυθμίσεις και των οποίων η γνώμη λειτουργεί πολλαπλασιαστικά όταν έρχεται η ώρα της κάλπης».

Αξιολόγηση από άρση της μονιμότητας

Υπό αυτό το πρίσμα, ήταν απολύτως επιλεγμένα τα ζητήματα τα οποία έθιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με το μήνυμα εκκίνησης της αναθεωρητικής διαδικασίας. Χωρίς να ανοίξει την πλήρη βεντάλια των αλλαγών, που ορισμένες πληροφορίες θέλουν να φθάνουν έως και την τροποποίηση περίπου 70 συνταγματικών διατάξεων, στάθηκε ιδιαίτερα σε «εμβληματικές» αλλαγές, όπως θεωρούν ότι είναι από το κυβερνητικό επιτελείο η κατοχύρωση από τον καταστατικό χάρτη της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων καθώς και του λεγόμενου «δημοσιονομικού φρένου».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρωθυπουργική φρασεολογία δεν συμπεριελήφθη η άρση της μονιμότητας των υπαλλήλων του Δημοσίου, κάτι που όταν είχε προαναγγείλει προ μηνών ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών. Αυτή τη φορά μίλησε γενικώς για την προσήλωσή του «στη μάχη με το “βαθύ κράτος”». Και εξειδίκευσε υποστηρίζοντας ότι «μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση».

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης λείανε ακόμη περισσότερο τις γωνίες της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας, επιχειρηματολογώντας αφενός ότι πρόκειται για «προαναγγελία πρότασης» που μπορεί να αλλάξει και αφετέρου ότι η σύνδεση της αξιολόγησης με τη μονιμότητα «είναι κυρίως προς το συμφέρον της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν υποστεί τις συνέπειες μιας άδικης ισοπέδωσης», καθώς, όπως συμπλήρωσε, «οι πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι αυτό που κάποιοι έχουν στο μυαλό τους».

«Να κόψουμε τα λεφτόδεντρα»

Αντίθετα, ο Πρωθυπουργός ήταν μάλλον κάθετος στη «συνταγματοποίηση» του λεγόμενου δημοσιονομικού «κόφτη», για τον οποίο η κυβέρνησή του έχει ψηφίσει ήδη σχετικό νόμο. «Θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μη διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού» υποστήριξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

«Ο βασικός λόγος που θέλουμε να γίνει αυτή η συζήτηση, και μακάρι να καταλήξει και σε αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου, είναι για να θωρακίσουμε τη χώρα από μελλοντικές κυβερνήσεις, οι οποίες θέλουν να μας γυρίσουν 30 και 40 χρόνια πίσω» υποστηρίζουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι. «Πρέπει να κόψουμε τα λεφτόδεντρα και να μην αφήσουμε να φυτρώσουν ξανά» λένε παραπέμποντας κυρίως στη διακυβέρνηση της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και – με μικρότερη ένταση, είναι αλήθεια – στις κυβερνήσεις του ΠαΣοΚ και στο σύνθημα «λεφτά υπάρχουν».

Παρά ταύτα, είναι προφανές ότι και στην προκειμένη περίπτωση η κυβέρνηση θέλει να στριμώξει τη Χαριλάου Τρικούπη και τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος απορρίπτει ως «περιττή και λαϊκίστικη» μια τέτοια πρόταση με το επιχείρημα ότι «υπάρχουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες» και όποιος κυβερνά δεν μπορεί να μην τους εφαρμόζει. «Η χώρα κυβερνήθηκε από υπουργούς Οικονομικών που τους πέταγαν εκτός Eurogroup» αντιτείνουν από την κυβέρνηση, ρίχνοντας όλο το βάρος στην κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Η χώρα, λένε, «κυβερνήθηκε από ανθρώπους που δεν σέβονταν όχι μόνο τους ευρωπαϊκούς κανόνες, αλλά πήγαιναν στο Νομισματοκοπείο».

«Πράσινη» αμηχανία και ηττοπάθεια

Στελέχη του κυβερνητικού επιτελείου καταμαρτυρούν «αμηχανία και ηττοπάθεια» στην αντίδραση του ΠαΣοΚ, σύμφωνα με την οποία οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν θα ψηφίσουν σε αυτή τη Βουλή, που είναι η προτείνουσα, ούτε τις κυβερνητικές προτάσεις με τις οποίες συμφωνούν, όπως, για παράδειγμα, για την τροποποίηση του άρθρου 86 περί της ποινικής ευθύνης των υπουργών ή την αλλαγή της διαδικασίας ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Το επιχείρημα της Χαριλάου Τρικούπη είναι ότι δεν θέλουν να συμπληρωθεί από τώρα η αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων που θα δημιουργήσει τη συνθήκη έτσι ώστε στην επόμενη Βουλή η διαμόρφωση των αναθεωρητέων άρθρων να γίνει από την τότε κυβερνητική πλειοψηφία. «Προεξοφλείτε δηλαδή, εκεί στο ΠαΣοΚ, ότι δεν θα κερδίσετε με μία ψήφο τις επόμενες εκλογές, όπως λέει ο Νίκος Ανδρουλάκης;» διερωτώνται, εν είδει αντεπιχειρήματος, από το κυβερνητικό επιτελείο. Η ανταπάντηση του ΠαΣοΚ είναι ότι το 2019 η ΝΔ εκμεταλλεύθηκε τις 180 ψήφους που είχαν λάβει κάποιες διατάξεις και τροποποίησε από μόνη της και χωρίς την παραμικρή συναίνεση το Σύνταγμα σε κρίσιμα σημεία, όπως η προεδρική εκλογή, που γίνεται πλέον με μονοκομματική πλειοψηφία.

Οπως και να έχει, πάντως, η κυβερνητική πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση, που θα διαμορφωθεί και θα κατατεθεί στη Βουλή τον επόμενο μήνα και θα αρχίσει να απασχολεί την Επιτροπή που θα συσταθεί για αυτόν τον σκοπό από τον Απρίλιο, δεν είναι απλώς μια θεσμική πρωτοβουλία, όπως και άλλες που παίρνει αυτή την περίοδο, π.χ. για το Εθνικό Απολυτήριο. Είναι, πρωτίστως, μια κίνηση πολιτικής τακτικής με σαφή αποδέκτη την αντιπολίτευση και πρωτίστως το ΠαΣοΚ.

Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης, άλλωστε, δείχνουν ότι ένα – μικρό μεν αλλά κρίσιμο – μέρος των πράσινων ψηφοφόρων δεν κλείνει τα αφτιά του όταν μιλούν ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνηση. Το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να έχει ανοικτό δίαυλο με αυτό τον κόσμο, εκτιμώντας ότι η αρνητική στάση της Χαριλάου Τρικούπη στη μεταρρυθμιστική ατζέντα της κυβέρνησης είναι δυνατόν να φέρει κάποιους από αυτούς στη νεοδημοκρατική κάλπη. Αν επιβεβαιωθεί μια τέτοια προσδοκία, η κυβερνητική παράταξη θα βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στον στόχο της αυτοδυναμίας, από τον οποίο προσώρας απέχει σημαντικά.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version