Οταν ξέσπασε το σκάνδαλο των υποκλοπών, ανάμεσα σε «νόμιμες επισυνδέσεις» και παράνομα λογισμικά, αναπτύχθηκε η λεγόμενη θεωρία του μπακάλη. Κατά τους θεράποντες αυτής της σχολής σκέψης, ήταν λογικό η λίστα των επισυνδεδεμένων και των επιμολυνθέντων να περιλαμβάνει πολιτικούς, στρατιωτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους. Τι να τον κάνουν οι κρατικές υπηρεσίες τον κύριο Γιώργο που άνοιγε κάθε πρωί το μπακάλικο; Να μάθουν, εκεί που ψώνιζε η κυρία Μαρία δυο κιλά πορτοκάλια, τα νέα της γειτονιάς; Οχι, άλλα νέα ήταν φυσικό να έχουν ενδιαφέρον και άλλα κουτσομπολιά. Αυτά που κάνουν τους ανθρώπους, όσο ισχυροί και αν είναι και όποιες επιδιώξεις και αν έχουν, ευάλωτους.
Η ευαλωτότητα – και αυτό δεν είναι και κανένα μυστικό του κράτους – εντοπίζεται κατά κανόνα στην ιδιωτική ζωή. Οι ιστοριοδίφες της θεωρίας του μπακάλη μπορούσαν να θυμηθούν έναν πολιτικό που στα χρόνια της εξουσίας του είχε στη διάθεσή του όλα τα τεχνολογικά μέσα της εποχής για να παρακολουθεί τον ερωτευμένο αντίπαλό του. Το σύστημα – πάντα για τα δεδομένα εκείνης της περιόδου – ήταν τόσο εξελιγμένο ώστε όταν χτυπούσε το τηλέφωνο στο σπίτι του ερωτευμένου μια συνδεδεμένη συσκευή καλούσε συγχρόνως στο σπίτι του ίδιου. Δεν είχε επομένως παρά να σηκώσει και εκείνος το ακουστικό του. Οχι για να μάθει τα τρομερά σχέδια του αντιπάλου του, αλλά απλώς για να διασκεδάσει με τις τηλεφωνικές του περιπτύξεις.
Η ιστορία αυτή, τοποθετημένη στην εποχή των «αρχικοριών» Τόμπρα και Μαυρίκη, μαρτυρά ότι οι υποκλοπές έχουν παρελθόν. Διασκεδαστικό υπό την προϋπόθεση πως δεν ήσουν εσύ ο κρυφοερωτευμένος. Βεβαίως και σκοτεινό. Είχαν και συνέχεια; Με το που τίθεται το ερώτημα σχετικοποιείται αυτομάτως το τελευταίο σκάνδαλο της σειράς. «Αυτά συνέβαιναν πάντοτε». Ακόμα περισσότερο, «συμβαίνουν και αλλού». Οταν οι ευρωπαίοι υπουργοί στις συναντήσεις τους αφήνουν χωρίς πολλές διατυπώσεις τα κινητά τους τηλέφωνα έξω από την αίθουσα, δεν το κάνουν απλώς επειδή είναι προνοητικοί. Το κάνουν επειδή είναι ρεαλιστές. Κι εδώ, στη χώρα που ούτε οι μυστικές υπηρεσίες δεν κρατούν μυστικά, δημοσιογράφοι έχουν ενημερωθεί από τις πηγές τους ότι κάποια στιγμή παρακολουθούνταν. Και αυτοί είναι αρκετά ρεαλιστές για να ξέρουν πως δεν παρακολουθούνταν για «λόγους εθνικής ασφαλείας», όπως θέλει ο νόμος με την υπογραφή δυο-τριών εισαγγελέων. Παρακολουθούνταν επειδή οι «κοριοί» ήθελαν να μάθουν αυτά που ήξεραν. Αρα, πώς πρώην κυβερνώντες «πέφτουν τώρα απ’ τα σύννεφα»;
Στο ίδιο ρεαλιστικό πνεύμα, κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης έχει τοποθετήσει στο υπουργικό του γραφείο ένα κουτί που μοιάζει με μπιζουτιέρα αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Ή μάλλον είναι πιο «έξυπνο»: το κουτί παράγει έναν θόρυβο στην κατάλληλη συχνότητα, έτσι ώστε όταν τοποθετηθούν μέσα τα κινητά τηλέφωνα είναι αδύνατη η υποκλοπή των συνομιλιών ακόμα και από εξελιγμένα λογισμικά όπως το Pretador.
Κι άλλος ρεαλισμός: σύμφωνα με μια κάποια θεωρία της επικοινωνίας, τα ενδιαφέροντα της κοινής γνώμης αλλάζουν περίπου όπως τα κανάλια με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης. Με βάση αυτή τη θεωρία αναγγέλθηκε μια μέρα το «τέλος των υποκλοπών». Το έδειχναν οι μετρήσεις και σε κάποιο στούντιο ερμηνεύτηκε και παραστατικά το ποιοτικό αυτό στοιχείο από άλλον υπουργό της κυβέρνησης: «Θέλετε να σας πω την αλήθεια για τις υποκλοπές;» αντιγύρισε στη δημοσιογράφο που τον βομβάρδιζε με ερωτήσεις. «Ναι!» του είπε εκείνη αδημονώντας. Ο υπουργός πάτησε το κουμπί της αποκάλυψης: «Η αλήθεια είναι πως δεν ασχολείται κανένας».
Σημαίνουν όλα αυτά πως το τελευταίο σκάνδαλο της σειράς θα ρουφηχτεί για πάντα από το κενό της αδιαφορίας ή απλώς θα ρουφηχτεί σαν σφηνάκι επειδή «αυτά συνέβαιναν πάντοτε»; Ο ρεαλισμός δεν επιτρέπει τέτοιου τύπου βεβαιότητες. Μπορεί κάποτε ένας χαμηλόβαθμος δικαστής να χτυπήσει με μια απόφασή του το πρώτο τουβλάκι και κανένας να μην ξέρει πού θα σταματήσει το ντόμινο – ούτε καν εκείνοι που πιάστηκαν με τον κοριό στο αφτί. Συμβαίνει σπανιότερα. Αλλά να που συνέβη αυτές τις μέρες.
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που καταδίκασε τους «4» έδειξε τα όρια της θεωρίας του μπακάλη και όλων των ρεαλιστικών παραφυάδων του. Μένει να φανεί εάν θα δείξει και τα όρια της, όχι και τόσο ρεαλιστικής, θεωρίας των εξωδίκων. Τώρα, πάντως, ακούνε πολλοί.
