Οποιος κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στους διάφορους δρόμους της Αθήνας διαπιστώνει πως ισχύει ό,τι και στις καθημερινές διαδρομές. Υπάρχει μεγάλη αναντιστοιχία λόγων και έργων. Στα λόγια είναι όλα τέλεια: πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για την ανάπτυξή μας, οικονομική, θεσμική, κοινωνική.
Η χώρα μοιάζει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στα έργα, μπάχαλο. Θυμίζει μετακομμουνιστικά Βαλκάνια. Εγκαταλειμμένες υποδομές, άστεγοι παντού, απεργίες, διαμαρτυρόμενοι αγρότες, φοιτητές, ταξιτζήδες, εργαζόμενοι σε μέσα μαζικής μεταφοράς.
Και δρόμοι καθολικώς «ανισόπεδοι», με υποψία ασφάλτου και κυρίως λακκούβες που περιμένουν τις επόμενες εκλογές – βουλευτικές, αυτοδιοικητικές – για να ρετουσαριστούν πρόχειρα και να ξεχαρβαλωθούν ξανά, όπως πραγματικά είναι.
Μπορεί κανείς να τα αγνοεί όλα αυτά ζώντας στη γυάλινη φούσκα του. Αγωνιζόμενος να ανήκει στο 20% του άνω κοινωνικού διαζώματος, που έχει γνωριμίες και χρήματα να διαθέσει για θέρμανση, μεζονέτα, ακριβά αυτοκίνητα, καλοπληρωμένες δουλειές, ακριβά σχολεία, «βύσμα» στον στρατό και υπηρεσίες υγείας πρωτευούσης. Μόνο που η δημοκρατία είναι μαζικό λαϊκό άθλημα και όλα μπορούν να ανατραπούν.
Το 80%, που ζει κάτω από αυτό το επίπεδο, βρίσκει με κόπο κάποιες από τις παραπάνω ανέσεις ή είναι άπιαστες. Η σύγκριση σπάει κόκαλα. Υπάρχει βέβαια η δυνατότητα να ακολουθηθεί και στην Ελλάδα το παράδειγμα των πλούσιων γκέτο που βλέπει κανείς σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής, με φράχτες που προστατεύουν τους «ζάπλουτους» – «ελληνικό» όνειρο ορισμένων.
Απλά δεν φαίνεται να το επικροτεί η ΕΕ, γιατί δεν μπορεί ταυτόχρονα να προβάλλεται ως παράδεισος κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι από τις περιπτώσεις που οι προηγμένες κοινωνίες της Ευρώπης φέρνουν όντως, όπως οραματιζόταν κάποτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έξωθεν μεταρρύθμιση.
Τι γίνεται, όμως, με την ικανότητα της ίδιας της Ελλάδας να παράγει μεταρρύθμιση; Επτά χρόνια μετά το τέλος των μνημονίων, η αύξηση του ΑΕΠ παραμένει κολλημένη από τότε στο 2,1%-2,3%. Η πίεση της «τρόικας» προς αυτή την κατεύθυνση δεν απέδωσε.
Παρά το χαμηλό σημείο εκκίνησης, που προσφέρεται για μεγαλύτερα άλματα, η Ελλάδα βράζει στο ζουμί της και βαυκαλίζεται με την «κανονικότητα», ενώ κατατάσσεται τελευταία σε όλες τις καλές λίστες και πρώτη σε όλες τις κακές της Eurostat.
Πρωταθλήτρια στη διαφθορά, στην κλεπτοκρατία, στη φοροδιαφυγή, στην ανεργία, στη γραφειοκρατία, ουραγός στην αγοραστική δύναμη, στις άμεσες ξένες επενδύσεις, στις ώρες εργασίας, στην παραγωγικότητα και αποδοτικότητα.
Στο πιθανό ερώτημα «τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;», η εύκολη στρεψόδικη απάντηση θα μπορούσε να αναφέρεται σε… διαχρονικές παθογένειες, από τον προηγούμενο αιώνα και, αν το επέτρεπε η ελληνοτουρκική φιλία, και στα 400 χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς.
Οπως, όμως, δεν έφταιγε το 1880 για το 1922, έτσι δεν φταίει η δεκαετία του 1980 για το 2025. Πρώτα «φταίει το κεφάλι το κακό μας!» που εύστοχα στοχοποιεί ο Βάρναλης, γιατί αψήφιστα εμπιστεύθηκε ανθρώπους κατώτερους των περιστάσεων και αλόγιστα σπαταλά τον πλούτο του πιστεύοντας ότι η μεγάλη διαφθορά άνωθεν επιτρέπει τη μικρή διαφθορά κάτωθεν.
Καλλιεργεί τη φοροδιαφυγή σαν αντίδοτο στις κακές επιλογές του και σαν διαβατήριο «για να σπουδάσει το παιδί» και να φύγει στο εξωτερικό, για «να ζήσει σαν άνθρωπος».
Μικρή ή μεγάλη, η διαφθορά δεν πείθει τους νέους ανθρώπους να επιστρέψουν, γιατί δεν μετριέται με το τι κέρδισε αλλά με το τι έχασε μια κοινωνία: ένα νοσοκομείο για παιδιά, ένα καλό σχολείο, ένα λειτουργικό σιδηροδρομικό δίκτυο, ένα καλοσυντηρημένο σύστημα ηλεκτροδότησης που δεν πέφτει με μια βροχούλα κ.λπ.
Μέχρι να γίνει αυτό συνείδηση, οι Ελληνες είναι σχεδόν ίσοι όταν οδηγούν πανάκριβες Porsche ή φθηνότερα Nissan σε κακοτράχαλους δρόμους.
Η κυρία Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι καθηγήτρια Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, γενική διευθύντρια του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.
