Η επίσημη πλέον αναγγελία του κόμματος της κυρίας Καρυστιανού και η αναμενόμενη, μεθαύριο Τρίτη, αναγγελία του κόμματος Τσίπρα δημιουργούν μια νέα κατάσταση στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας. Κι αν επιβεβαιωθεί και η έντονη φημολογία ότι οσονούπω αναμένεται η αναγγελία ενός τρίτου νέου κόμματος από τον κ. Αντώνη Σαμαρά, παρά τις διαφορετικές στοχεύσεις που έχουν ή θα έχουν τα νέα πολιτικά σχήματα, η ουσία είναι ότι ανακατεύεται σοβαρά η τράπουλα.
Μετά και την αναγγελία του κόμματος Σαμαρά τίποτε πια δεν θα μοιάζει ίδιο – σε όλα. Η φαινομενικά αδιάφορη για τις πολιτικές εξελίξεις αυτού του χαρακτήρα Νέα Δημοκρατία θα αισθανθεί η πίεση στα δεξιά της να γίνεται αφόρητη. Τα έως τώρα σχήματα, η Ελληνική Λύση του κ. Βελόπουλου και η Φωνή Λογικής της κυρίας Λατινοπούλου, αποτελούσαν δυνητικά ένα πρόβλημα, αλλά όχι τέτοιο που να κλονίσει την αδιαμφισβήτητη πρωτοκαθεδρία του κυβερνώντος κόμματος στον χώρο της συντηρητικής παράταξης.
Ομως η είσοδος του κ. Σαμαρά ασφαλώς θα αλλάξει αρκετά τα δεδομένα. Ο σταθερά συντηρητικός του λόγος, σε συνδυασμό με τις συνεχείς αναφορές του στην ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα της Δεξιάς, η οποία έχει δεχτεί πλήγματα στον πυρήνα της από αποφάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη, προφανώς θα αποτελέσει πρόβλημα για τη συνοχή της «γαλάζιας» βάσης.
Παρόμοιο, αν και μικρότερης κλίμακας, είναι το πρόβλημα από τον σχηματισμό του κόμματος της κυρίας Καρυστιανού. Παρότι η κυρία Καρυστιανού απευθύνεται κυρίως σε αντισυστημικό ακροατήριο, είναι εμφανές ότι ο συντηρητικός της λόγος, με ευθείες αναφορές στα εθνικά θέματα, καθώς και οι βεβαιωμένες σχέσεις της με την Εκκλησία ενδέχεται να διεμβολίσουν και αυτά ως έναν βαθμό τη βάση της ΝΔ. Ηδη συμβαίνει στη Βόρεια Ελλάδα…
Υπό αυτή την έννοια, γίνεται φανερό το πρόταγμα της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης να μεταθέσει όλο το πρόβλημα στην αντιπολίτευση και ειδικά στην αξιωματική, το ΠαΣοΚ.
Μια συγχορδία δημοσιευμάτων στα φιλοκυβερνητικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, μέσα οικοδομούν το πλαστό αφήγημα ότι το διακύβευμα των εκλογών είναι ποιος θα έρθει δεύτερος, πίσω από τη Νέα Δημοκρατία, και με ειδική αναφορά στη δήθεν προβληματική του ΠαΣοΚ ότι θα καταταγεί 4ο κόμμα, πίσω από εκείνα του κ. Τσίπρα και της κυρίας Καρυστιανού. Ο σχεδιασμός είναι υπεραπλουστευτικός: στοχεύουν στον φόβο και την απογοήτευση των ψηφοφόρων του Κέντρου. Η άνοδος του κ. Τσίπρα ως μονομάχου του κ. Μητσοτάκη θα κινητοποιήσει το συλλογικό υποσυνείδητο, δημιουργώντας ροές κεντρώων ψηφοφόρων προς τη Νέα Δημοκρατία, με στόχο να αποφευχθεί μια επάνοδος στην εξουσία του κ. Τσίπρα.
Η λογική τους είναι ότι αφού λειτούργησε τόσο δραστικά το 2023, και μάλιστα απέφερε μια στρατηγική ήττα για τον κ. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ως δοκιμασμένη συνταγή να μην επαναχρησιμοποιηθεί;
Πολλές φορές βέβαια οι υποθέσεις εργασίας και οι ασκήσεις επί χάρτου δοκιμάζονται και καταλήγουν στον κάλαθο των αχρήστων, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Το θέμα είναι ότι διαμορφώνεται ένα σκηνικό το οποίο θυμίζει κινούμενη άμμο. Δεν υπάρχουν σταθερές και δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε το κυβερνών κόμμα ως μια τέτοια. Το πρόσφατο συνέδριο ανέδειξε, εκτός από τις βαθιές διαφορές μεταξύ των πρωτοκλασάτων στελεχών του κόμματος, και την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για την επόμενη ημέρα. Ολα είναι αφημένα στον αυτόματο πιλότο και απλώς γίνεται μια διαχείριση η οποία δεν έχει κανένα μέλλον, καθώς η δυσαρμονία που διαπιστώνεται ανάμεσα στις μεγαλεπήβολες κυβερνητικές εξαγγελίες περί επενδύσεων και success story στην οικονομία έρχεται σε ευθεία αντιστοίχιση με τη ζοφερή πραγματικότητα. Μια πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis κατέδειξε ότι η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας όχι μόνο δεν ευημερεί, αλλά δίνει μεγάλο αγώνα να μπορέσει «να βγάλει τον μήνα». Αυτό, που το χρεώνεται απολύτως η κυβέρνηση, είναι και ο μεγάλος της αντίπαλος στις εκλογές, καθώς η κοινωνία ακούει έκπληκτη τον Πρωθυπουργό (ομιλία στο συνέδριο της ΝΔ) να «θυμώνει» και ταυτόχρονα να «λυπάται» για την ακρίβεια, αλλά να μην κάνει τίποτα για τη συγκράτηση των τιμών. Αμέτοχος παρατηρητής, περιορίζεται στις διαπιστώσεις αντί της δραστικής παρέμβασης για την ανατροπή της κατάστασης.
Τούτων δοθέντων, δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες αναλυτών να πείσουν ότι η ΝΔ «ακουμπάει» ή και υπερβαίνει το μαγικό 30%, και ως εκ τούτου βρίσκεται μια ανάσα πριν από την αυτοδυναμία, η σκληρή αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Το κυβερνών κόμμα βρίσκεται σταθερά μεταξύ 21% και 23% και, όπως καλά γνωρίζει το Μέγαρο Μαξίμου από τις κυλιόμενες δημοσκοπήσεις, υπήρξαν και ορισμένες φορές που φλέρταρε με το 20% ή ακόμη και λίγο κάτω από αυτό. Ετσι που, σε συνδυασμό με την είσοδο των νέων κομμάτων στην αρένα, να προβάλλει πλέον ως φάντασμα μια επανάληψη του αποτελέσματος των εκλογών του 2012, με ό,τι δεινά επισώρευσε στη χώρα…
