Οι άμυνες της ελληνικής οικονομίας στην πετρελαϊκή κρίση

Σε σύγκριση με άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη ευαισθησία στις ενεργειακές διακυμάνσεις

Οι άμυνες της ελληνικής οικονομίας στην πετρελαϊκή κρίση

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε μια επερχόμενη κρίση. Σε έναν συνδυασμό πιέσεων που, αν δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως, μπορούν να υπονομεύσουν τη δυναμική της. Οι πιέσεις αυτές εκδηλώνονται μέσω του ενεργειακού κόστους, που οδηγεί σε σταδιακή επιβράδυνση ολόκληρη την οικονομία.

Ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης είναι η ενέργεια. Η τιμή του πετρελαίου λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής επιπτώσεων, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και τελικά τις τιμές καταναλωτή. Σε μια οικονομία όπως η ελληνική, με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι επιπτώσεις αυτές είναι εντονότερες.

Σε ένα σενάριο με τιμή πετρελαίου γύρω στα 100 δολάρια, οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία παραμένουν διαχειρίσιμες αλλά όχι αμελητέες. Η επίπτωση στην ανάπτυξη (ΑΕΠ) μειώνεται κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως και διαμορφώνεται στο 1,7%-1,8%. Ο πληθωρισμός επιβαρύνεται κατά 0,8 μονάδες με πιέσεις στην ενέργεια και σταδιακά στα τρόφιμα που η πρόσθετη επιβάρυνση των τιμών θα είναι 2,5%-3,0% ετησίως.

Σε ένα δυσμενές σενάριο όπου το πετρέλαιο διαμορφώνεται στα 120 δολάρια, η επίπτωση στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι αφαιρεί περίπου 0,6 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως. Ο πληθωρισμός αυξάνεται επιπλέον κατά 1,5 μονάδα τουλάχιστον, με ιδιαίτερη ένταση στα τρόφιμα, όπου οι αυξήσεις μπορούν να ξεπεράσουν το 4%. Το κόστος των λιπασμάτων αυξάνεται κατά 15% έως 20%, επιβαρύνοντας την αγροτική παραγωγή. Ενώ το βάρος στη μεταποίηση και ιδιαίτερα στην ενεργοβόρα βιομηχανία γίνεται δυσβάσταχτο.

Σε ένα ακραίο σενάριο με το πετρέλαιο στα 140 δολάρια, η επίπτωση γίνεται συστημική. Η ανάπτυξη μπορεί να προσεγγίσει το μηδέν, ο πληθωρισμός να αυξηθεί κατά 2 έως 2,5 μονάδες πλησιάζοντας ή και ξεπερνώντας το 5% και οι τιμές τροφίμων να κινηθούν από 7% έως και 8%. Το κόστος των λιπασμάτων θα φτάσει μέχρι και 30%, δημιουργώντας έναν δεύτερο γύρο ανατιμήσεων, ενώ το κόστος στη μεταποίηση και στην ενεργοβόρο βιομηχανία γίνεται απαγορευτικό για τη λειτουργία της.

Οι εξελίξεις αυτές μεταφράζονται άμεσα σε κοινωνική πίεση. Τα χαμηλότερα εισοδήματα δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού τους σε τρόφιμα και βασικά αγαθά. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές δεν είναι ουδέτερες. Διευρύνουν τις ανισότητες και περιορίζουν την αγοραστική δύναμη.

Η αγροτική οικονομία βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο. Η αύξηση του κόστους λιπασμάτων και ενέργειας συμπιέζει τα περιθώρια των παραγωγών. Η μετακύλιση του κόστους στις τελικές τιμές δεν είναι πάντα εφικτή, με αποτέλεσμα να μειώνεται η παραγωγή ή να αυξάνονται οι τιμές. Και στις δύο περιπτώσεις, η επίπτωση είναι αρνητική για την οικονομία.

Σε ό,τι αφορά τη βιομηχανία, σημαντικό μέρος της καθίσταται στο ακραίο σενάριο απολύτως προβληματικό, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω αποβιομηχάνιση της χώρας.

Παράλληλα, το ευρωπαϊκό περιβάλλον παραμένει περιοριστικό. Η νομισματική πολιτική εξακολουθεί να είναι αυστηρή, με υψηλά επιτόκια, καθώς ο πληθωρισμός όχι μόνο δεν έχει αποκλιμακωθεί αλλά αντίθετα έχει ενισχυθεί. Τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και κράτος, περιορίζοντας την επενδυτική δραστηριότητα και τη ρευστότητα.

Η Ελλάδα, σε αυτό το περιβάλλον, διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Το ταμειακό απόθεμα (Cash buffer) περίπου 40 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ύπαρξή του αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα σταθερότητας τα προηγούμενα χρόνια. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει αλλά πώς χρησιμοποιείται. Μέχρι τώρα η διαχείριση που έχει γίνει έδωσε τη δυνατότητα περιορισμού του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Αν το σενάριο αύξησης του πληθωρισμού λόγω του ενεργειακού κόστους επαληθευτεί, τότε τη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ αναλαμβάνει σε σημαντικό βαθμό ο πληθωρισμός. Οπότε επιτρέπει την αξιοποίηση ενός μέρους του Cash buffer για την άσκηση οικονομικής πολιτικής. Για τον σκοπό αυτόν απαιτείται η ενεργοποίηση ενός αξιόπιστου σχεδίου αξιοποίησης μέρους του, της τάξης των 7 έως 8 δισεκατομμυρίων ευρώ στη διετία. Η χρήση αυτή πρέπει να είναι στοχευμένη και αντικυκλική.

Το πρώτο σκέλος αφορά τη στήριξη των νοικοκυριών, ιδιαίτερα ασθενών κοινωνικών ομάδων. Μέτρα που περιορίζουν την επίπτωση των αυξήσεων στα τρόφιμα και την ενέργεια μπορούν να συγκρατήσουν την κατανάλωση. Χωρίς αυτή τη στήριξη, η μείωση της ζήτησης θα ενισχύσει την επιβράδυνση της κατανάλωσης, άρα και του ΑΕΠ.

Το δεύτερο σκέλος αφορά τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα την ενεργοβόρο βιομηχανία. Η αύξηση του κόστους και των επιτοκίων περιορίζει τη δυνατότητα επενδύσεων και λειτουργίας. Στοχευμένα εργαλεία ρευστότητας μπορούν να αποτρέψουν λουκέτα και απώλειες θέσεων εργασίας.

Το τρίτο σκέλος αφορά τις επενδύσεις. Δημόσιες επενδύσεις σε ενέργεια και υποδομές έχουν υψηλό πολλαπλασιαστή και μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγική βάση. Η επιτάχυνσή τους λειτουργεί ως αντίβαρο στην επιβράδυνση.

Η ενδεικτική κατανομή μπορεί να περιλαμβάνει 2 έως 2,5 δισεκατομμύρια για στήριξη εισοδημάτων, περίπου 3 δισεκατομμύρια για επιχειρήσεις και 2,5 δισεκατομμύρια για πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το ύψος αλλά η στόχευση και η ταχύτητα εφαρμογής.

Αν δεν υπάρξει τέτοια στρατηγική, οι συνέπειες θα είναι σωρευτικές. Η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί περαιτέρω, η ανεργία θα αυξηθεί και τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν θα επιδεινωθεί λόγω της αύξησης του αποπληθωριστή του ΑΕΠ, αλλά δεν θα έχει την κάμψη που θα είχε αν η οικονομία διατηρήσει την αναπτυξιακή της πορεία. Παράλληλα, οι κοινωνικές πιέσεις θα ενταθούν. Τα χαμηλά εισοδήματα θα υποστούν το μεγαλύτερο βάρος, ενώ η μεσαία τάξη θα δει την αγοραστική της δύναμη να περιορίζεται. Η οικονομία θα εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής ανάπτυξης και αυξημένων ανισοτήτων.

Δεν πρέπει να υπάρξει καθυστερημένη αντίδραση γιατί αυξάνει το κόστος. Αντίθετα, η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αποτρέψει τη συσσώρευση προβλημάτων. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια θέση όπου μπορεί να δράσει προληπτικά και να έχει έτοιμο σχέδιο.

Η ενεργοποίηση του ταμειακού αποθέματος δεν αποτελεί επιλογή χαλάρωσης. Αποτελεί επιλογή σταθερότητας και διατήρησης της αναπτυξιακής πορείας. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας, η πρόληψη είναι η πιο αποτελεσματική μορφή οικονομικής πολιτικής.

Η επιλογή είναι ξεκάθαρη. Η αδράνεια έχει κόστος. Η έγκαιρη δράση μπορεί να καθορίσει αν η οικονομία θα διατηρήσει τον βηματισμό της ή θα τον χάσει.

Σε σύγκριση με άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερη ευαισθησία στις ενεργειακές διακυμάνσεις. Ο λόγος είναι διττός. Από τη μία πλευρά, η παραγωγική δομή παραμένει περισσότερο εξαρτημένη από υπηρεσίες και μεταφορές που επηρεάζονται άμεσα από το κόστος ενέργειας. Από την άλλη, η εγχώρια βιομηχανική βάση δεν έχει ακόμη το βάθος και την ενεργειακή αυτονομία που διαθέτουν κάποιες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα. Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση στην τιμή του πετρελαίου μεταφέρεται ταχύτερα και εντονότερα στο σύνολο της οικονομίας.

Παράλληλα, οι δευτερογενείς επιπτώσεις ενός ενεργειακού σοκ είναι συχνά πιο σημαντικές από την αρχική αύξηση των τιμών. Οι επιχειρήσεις, αντιμετωπίζοντας υψηλότερο κόστος, αναβάλλουν επενδύσεις και περιορίζουν την επέκτασή τους. Οι μισθολογικές πιέσεις αυξάνονται καθώς οι εργαζόμενοι επιχειρούν να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης, γεγονός που ενισχύει τον πληθωρισμό. Η κατανάλωση μεταβάλλεται ποιοτικά, με μετατόπιση προς βασικά αγαθά και μείωση δαπανών σε υπηρεσίες και διαρκή αγαθά.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Η μείωση της κατανάλωσης περιορίζει τα έσοδα των επιχειρήσεων, η μείωση των επενδύσεων επιβραδύνει την παραγωγικότητα και η συνολική οικονομική δραστηριότητα υποχωρεί. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η απουσία έγκαιρης πολιτικής παρέμβασης οδηγεί σε παγίωση της χαμηλής ανάπτυξης. Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και στρατηγικό. Αφορά την ικανότητα της χώρας να διαχειριστεί έναν εξωτερικό κραδασμό χωρίς να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή και την αναπτυξιακή της προοπτική.

Σε τελική ανάλυση, η ενεργοποίηση του ταμειακού αποθέματος αποτελεί επιλογή πρόληψης και όχι αντίδρασης. Σε έναν κόσμο όπου οι αβεβαιότητες πολλαπλασιάζονται, οι χώρες που σχεδιάζουν εκ των προτέρων είναι εκείνες που διατηρούν την ισορροπία τους. Η Ελλάδα έχει σήμερα αυτή τη δυνατότητα. Το ζητούμενο είναι αν θα την αξιοποιήσει.

Ο κ. Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version