Οι ακέφαλες Ανεξάρτητες Αρχές

Το παράδειγμα των Ανεξάρτητων Αρχών είναι σαφής απόδειξη πόσο το πολιτικό μας σύστημα είναι πίσω από τη σημερινή πραγματικότητα και πόσο υποκριτικά συμπεριφέρονται κομματικοί σχηματισμοί, που διαδηλώνουν την πίστη τους στον θεσμό των Ανεξάρτητων Αρχών αλλά στην πράξη κάτι τέτοιο δεν προκύπτει.

Οι ακέφαλες Ανεξάρτητες Αρχές

Mε αφορμή την εξαγγελία του Πρωθυπουργού για την έναρξη της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης, πολλά έχουν γραφεί για την ανάγκη πολιτικών συναινέσεων προκειμένου να αλλάξουν ορισμένα σημαντικά άρθρα του Συντάγματος για θεσμικά θέματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο και την πολιτική αντιπαράθεση.

Η ανάγκη συναινέσεων, άλλωστε, προκύπτει και από τις ίδιες τις συνταγματικές διατάξεις, που ορίζουν ότι για να υπάρξει συνταγματική αλλαγή πρέπει να εξασφαλιστούν είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη Βουλή τουλάχιστον 180 ψήφοι.

Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τα υπόλοιπα κόμματα ήδη με δηλώσεις στελεχών τους διέγραψαν σε αυτή τη φάση την άποψή τους για την αναθεώρηση, με επιφυλάξεις για το περιεχόμενο που θα λάβει, τις επιμέρους προτάσεις που θα τεθούν στο τραπέζι και τα λοιπά.

Σε κάθε περίπτωση, για τη συνταγματική αναθεώρηση οι πολιτικές συναινέσεις εμφανίζονται δύσκολες και ως εκ τούτου δοκιμάζεται η ωριμότητα του πολιτικού συστήματος σε μια τόσο σημαντική και θεσμικά βαρύτατη διαδικασία.

Οπως όμως αποδεικνύεται από την πολιτική διαδρομή πολλών δεκαετιών κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, οι συναινέσεις δεν είναι το δυνατό σημείο στη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και σε θέματα που τα πολιτικά κόμματα θα όφειλαν ή, μάλλον, επιβάλλεται να συνεννοούνται και να συμπίπτουν.

Το παράδειγμα των Ανεξάρτητων Αρχών είναι σαφής απόδειξη πόσο το πολιτικό μας σύστημα είναι πίσω από τη σημερινή πραγματικότητα και πόσο υποκριτικά συμπεριφέρονται κομματικοί σχηματισμοί, που διαδηλώνουν την πίστη τους στον θεσμό των Ανεξάρτητων Αρχών αλλά στην πράξη κάτι τέτοιο δεν προκύπτει.

Η κατάσταση με τις Ανεξάρτητες Αρχές έχει ως εξής: Δεν είναι δυνατόν να επιλεγούν νέοι επικεφαλής σε κρίσιμες Αρχές διότι τα κόμματα δεν συναινούν στο πρόσωπο κάποιου υποψηφίου, καθώς απαιτείται, κατά το Σύνταγμα, σύνολο ψήφων που αντιστοιχεί στα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών. Δηλαδή υψηλές πλειοψηφίες.

Αποτέλεσμα της άρνησης συναινέσεων είναι δύο Ανεξάρτητες Αρχές, ο Συνήγορος του Πολίτη και η Αρχή για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων, να είναι ουσιαστικά ακέφαλες από το 2022, όταν και έληξε η θητεία των προέδρων τους. Δηλαδή δεν βρέθηκε πολιτική συναίνεση για ένα πρόσωπο, αν και έχουν περάσει ήδη τρία ολόκληρα χρόνια.

Μία ακόμα Αρχή, αυτή για τη Διασφάλιση του Απορρήτου των Επικοινωνιών, είναι επίσης ακέφαλη, καθώς από το περασμένο καλοκαίρι, το 2025, έληξε η θητεία του προέδρου της, επίτιμου ανώτατου δικαστικού Χρήστου Ράμμου. Και για αυτή την Αρχή ακόμα δεν έχει βρεθεί τρόπος συναίνεσης για να επιλεγεί κάποιος ως επικεφαλής της.

Με αυτά τα δεδομένα, η αξίωση του Συντάγματος για ευρείες πολιτικές συναινέσεις για αλλαγές στο Σύνταγμα και μάλιστα σε κρίσιμα θεσμικά θέματα, όπως ο νόμος για την ευθύνη των υπουργών, η επιλογή στην ηγεσία της Δικαιοσύνης και άλλα που αφορούν στην ουσία τη λειτουργία του κράτους, όπως τα θέματα μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων και λοιπά, εμφανίζεται προβληματική και ισχνή. Με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη λειτουργία της δημοκρατίας και την επίλυση θεμάτων που όφειλαν από χρόνια να έχουν λυθεί.

Με δύο λόγια, η ωριμότητα του πολιτικού μας προσωπικού θα δοκιμαστεί σκληρά στη συνταγματική αναθεώρηση και ας ελπίσουμε πως θα διαψευσθούν εκείνοι που πιστεύουν ότι στον χώρο της πολιτικής δεν είναι η πλειοψηφία οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ανάγκη των αλλαγών και το κάνουν πράξη…

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version