Οπως καθόμουν στο μπαλκόνι μου χαζεύοντας τα μουλιασμένα από το βρόχινο νερό φυλλαράκια που είχαν κολλήσει στο δάπεδο, θυμήθηκα τα φυτολόγια που είχαμε στο σχολείο. Θυμήθηκα πώς συλλέγαμε όποιο φυλλαράκι βρίσκαμε – από τις τριανταφυλλιές της μάνας μας στο σπίτι έως πευκοβελόνες από τον δρόμο, φύλλα από τις μουριές στο προαύλιο του σχολείου, μαργαρίτες, παπαρούνες, ακόμα και τσουκνίδες από τα ρείθρα, που τις πιάναμε με τα χέρια σαν τα χαζά και μαθαίναμε με τον δύσκολο τρόπο γιατί δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα αυτό. Το δικό μου φυτολόγιο – με το χαρακτηριστικό χρυσαφί εξώφυλλο – το είχα γεμίσει, μου άρεσε η όλη διαδικασία, κολλώντας ό,τι έβρισκα με σελοτέιπ και ύστερα γράφοντας από κάτω (με τα χρωματιστά αρωματικά στιλό που αγοράζαμε και μυρίζαμε σαν τζάνκι όλα τα κοριτσάκια τη δεκαετία του ’90) τα διάφορα είδη. Θυμήθηκα επίσης πότε παράτησα το σπορ: όταν, ανοίγοντας το φυτολόγιο μια μέρα, είδα κάτι μικροσκοπικά πράσινα ζωύφια να κουνιούνται απελπισμένα κάτω από ένα πατικωμένο φυλλαράκι και είπα ως εδώ, φινίτο.
Μαζί με το φυτολόγιο, θυμήθηκα και όλα τα άλλα, όπως τα λευκώματα, τα ημερολόγια, τις παράξενες χάρτινες κατασκευές με τα μυστικά μηνύματα. Αναρωτήθηκα αν τα σημερινά παιδιά ασχολούνται ακόμη με όλα αυτά, αν και αμφιβάλλω πως στην εποχή του TikTok υπάρχουν ακόμη κοριτσοπαρέες που ανταλλάσσουν λευκώματα για να γράψουν – με χρωματιστά αρωματικά στιλό και συνοδεία από αυτοκολλητάκια – για το αγαπημένο τους φαγητό ή το αγαπημένο τους ζώο (το ’90 η απάντηση σε αυτό το τελευταίο μοιραζόταν ανάμεσα στο άλογο και στο δελφίνι). Σημεία των καιρών, βέβαια. Αλλά θαρρώ πως η δύση των φυτολογίων, των λευκωμάτων, των ημερολογίων, σχεδόν ακόμα και των παραδοσιακών τετραδίων και των σημειωματαρίων και οπωσδήποτε των άλμπουμ με (απτές) φωτογραφίες συμπίπτει με την απώλεια μιας κατηγορίας μάλλον ψυχοκινητικής μεθόδου προσέγγισης του κόσμου. Αυτοί οι σωροί χαρτιού, με τις ποικίλες υφές τους (τα σκληρά ή μαλακά εξώφυλλα, τα τραχιά χαρτιά στο εσωτερικό, τα ρυζόχαρτα…), τις οσμές (της εγκλωβισμένης υγρασίας στο φυτολόγιο, των στιλό με άρωμα φρούτων) και τα χρώματά τους, με τη βαθιά και πολύπτυχη απτότητά τους, αποτελούσαν μια εμπειρία ατομική και κοινή ταυτόχρονα, που όλο και κάτι προσέθετε στις διαδικασίες μάθησης των ατόμων.
Καμιά φορά τα φυτολόγια, τα λευκώματα και τα συναφή διατηρούνταν και ύστερα από την «εποχή» τους, παιδικά κειμήλια παραχωμένα σε χαμηλά ράφια. Για κάποιους, η ύπαρξή τους ίσως αντιπροσώπευε το προοίμιο μιας νεύρωσης, που εξελίσσεται αργά και σταθερά στα κατοπινά χρόνια: της συσσώρευσης άγραφων σημειωματαρίων. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κάποιο μπέρδεμα στη συσσώρευση: Από τη μια, τα μαζεύεις επειδή έχεις κυριολεκτικά ανατραφεί με μια νοοτροπία επί χάρτου αποτύπωσης (όχι μόνο λέξεων αλλά και αντικειμένων), μια νοοτροπία αποθήκευσης ανάμεσα σε δύο φύλλα χαρτιού, και χρειάζεσαι διαρκώς χώρο για όσα υποθετικά θα βρεθούν στον δρόμο σου προς αποθήκευση στο μέλλον. Από την άλλη, αρνείσαι να τα χρησιμοποιήσεις επειδή ο παρθενικός χώρος που αποτελεί καθένα από όλα αυτά τα σημειωματάρια κάπως σε κάμπτει με την καθαρότητά του και ωθείσαι ασυναίσθητα να τα κρατήσεις για μια «ιδιαίτερη περίσταση», που δεν έρχεται ποτέ. Ετσι, μαζί με τα γραμμένα τετράδια, τα παιδικά σου φυτολόγια και λευκώματα και τα συναφή, κειμήλια του παρελθόντος που σκονίζονται στα χαμηλά ράφια, έχεις τα άγραφα σημειωματάρια των ωριμότερων χρόνων, «κειμήλια» του μέλλοντος που σκονίζονται στα ψηλότερα ράφια. Στα οποία ψηλά ράφια ίσως ταίριαζε κιόλας μια ετικέτα του τύπου «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», όπως χαράσσεται στο μάρμαρο των παλαιών οικογενειακών μαυσωλείων, των οποίων η εγκατάλειψη σε κάνει να αναρωτιέσαι αν θα υπάρχει κανείς μέσα να σηκωθεί μαζί με τους υπόλοιπους κατά τη Δευτέρα Παρουσία ή εάν έχουν κιόλας φύγει όλοι από εκεί μέσα.
Εν πάση περιπτώσει. Η συσσώρευση τετραδίων δεν ταυτίζεται με τη συσσώρευση αντικειμένων. Τα αντικείμενα γερνούν, τα τετράδια περιμένουν. Η λευκότητά τους δεν αποσυντίθεται αλλά συσσωρεύει χρόνο. Κάθε σελίδα παραμένει πεισματικά στον ενεστώτα, λες και μόλις έφθασε, λες και ζητεί ακόμη άδεια. Μπορεί κανείς να ανοίξει ένα τετράδιο αγορασμένο πριν από δεκαπέντε χρόνια και να συναντήσει όχι το παρελθόν αλλά ένα μέλλον που δεν έληξε ποτέ. Η σελίδα δεν έχει συγχωρήσει την καθυστέρηση.
Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε για τη συλλογή ως μια μορφή διάσωσης, ως έναν τρόπο να λυτρωθούν τα πράγματα από τη βίαιη κυκλοφορία της χρήσης. Ο συλλέκτης, υποστηρίζει, απελευθερώνει τα αντικείμενα από τη δουλεία τους. Ο συλλέκτης τετραδίων, όμως, επιτελεί μια λεπτότερη, πιο αμφίσημη απελευθέρωση. Διασώζουμε το τετράδιο από την ίδια τη γραφή. Το αναστέλλουμε σε μια κατάσταση άσπιλης προσμονής, αρνούμενοι να το υποβάλουμε στη βία της εγγραφής, στην αμετάκλητη πράξη των λέξεων που δεν ανακαλούνται. Το να γράφεις είναι μια μικρή πράξη βανδαλισμού εναντίον της καθαρότητας.
Υπάρχει κάτι λειτουργικό σε αυτή τη συγκράτηση. Το τετράδιο μοιάζει με ιερό κείμενο πριν από την αποκάλυψη, με μια Τορά πριν από το πρώτο γράμμα. Μόλις το στιλό αγγίξει τη σελίδα, το αντικείμενο χάνει το θεολογικό του κύρος. Γίνεται «ενδεχομενικό», ακανόνιστο, επιδεκτικό σφάλματος, σημαδεμένο από διαγραφές, δισταγμούς, επαναλήψεις. Το αποθησαυρισμένο τετράδιο δεν διατηρεί ιδέες, αλλά τη φαντασίωση μιας ιδέας που θα ερχόταν ολοκληρωμένη, χωρίς προσχέδια και συντρίμμια. Είναι η πλατωνική μορφή της γραφής, πριν από την πτώση. Και, ωστόσο, η στοίβα με τα σημειωματάρια μεγαλώνει και μεγαλώνει. Τετράδια από διαφορετικές πόλεις, διαφορετικά χρόνια, διαφορετικές διαθέσεις. Ενα Moleskine για τους άτυχους που δεν βρήκαν τίποτα καλύτερο από το γεωγραφικό βδέλυγμα που ονομάζεται Παρίσι, ένα παχύ, χειροποίητο τετράδιο, αγορασμένο για κάποιον μεταπτυχιακό, ένα φτηνό σπιράλ του οποίου η σεμνότητα τώρα μοιάζει εκφοβιστική. Καθένα κουβαλά μια μνήμη πρόθεσης. Κανένα δεν κουβαλά έστω μία πρόταση.
Ασκεί μια σιωπηλή τυραννία το αποθησαυρισμένο τετράδιο. Η σιωπή του δεν είναι ουδέτερη. Με τον καιρό, αρχίζει να κατηγορεί. Λέει: μπέρδεψες τον σεβασμό με τη φυγή. Συγχέεις τη φροντίδα με την παράλυση. Η άγραφη σελίδα, άλλοτε καταφύγιο, γίνεται κατηγορητήριο. Αποκαλύπτει ότι η αναμονή της κατάλληλης στιγμής είναι συχνά ένας τρόπος άρνησης της παρούσας. Ισως το ηθικό καθήκον δεν είναι να πάψουμε να σωρεύουμε σημειωματάρια (η επιθυμία θα βρει πάντοτε τη χαρτογραφία της) αλλά να τα αποϊεροποιήσουμε. Να γράψουμε κάτι ανόητο με κακά γράμματα. Να τα λερώσουμε με καθημερινές μέρες, με προτάσεις δίχως φιλοδοξίες. Να αντιμετωπίσουμε το σημειωματάριο όχι ως μνημείο μελλοντικής λαμπρότητας, αλλά ως τόπο αποφόρτισης ανθρώπινου σφάλματος.
Ο Μπένγιαμιν υπενθυμίζει ότι η Ιστορία αποτελείται από θραύσματα, όχι από ολότητες. Το σημειωματάριο, όταν τελικά γραφτεί, γίνεται ένα θραύσμα μιας ζωής βιωμένης μέσα στη γλώσσα και όχι ένα ιερό της γλώσσας που δεν βιώθηκε ποτέ. Η πρώτη γραμμή, όσο αδέξια κι αν είναι, σπάζει το ξόρκι. Η σελίδα εκπνέει. Ο χρόνος αρχίζει. Και ίσως αυτό να περίμεναν τα συσσωρευμένα τετράδια από την αρχή: όχι την τελειότητα, αλλά την άδεια.
Οι αρνητές των κερασμάτων
Νομίζω πως όλοι έχουμε αυτόν τον έναν στον επαγγελματικό μας χώρο που αρνείται τα κεράσματα. Που οπισθοχωρεί ευγενικά όποτε του κραδαίνουν μέσα στη μούρη ένα κουτί με παστάκια ή παίρνει ένα και το τοποθετεί παραδίπλα, τυλιγμένο σε χαρτοπετσέτα, όσο πιο οριακά μπορεί στο οπτικό του πεδίο. Ωστόσο, ο αρνητής των κερασμάτων δεν είναι αγενής. Είναι ένας ιδιότυπος ασκητής της καθημερινότητας.
Στέκεται ενώπιον του κουτιού όπως ενώπιον μιας μικρής δοκιμασίας χαρακτήρα. Δεν αρνείται τη ζάχαρη, αλλά την υποχρέωση της συμμετοχής. Γνωρίζει ότι κάθε κέρασμα απαιτεί ανταπόδοση: ευχές, παύσεις, πρόσκαιρες οικειότητες. Προτιμά τη νηφαλιότητα της απόστασης. Ενίοτε πρόκειται για σώμα που μετρά θερμίδες, άλλοτε για νου που προστατεύει τον ρυθμό του. Κυρίως, όμως, πρόκειται για κάποιον που φοβάται τη μικρή τελετουργία του ανήκειν. Το γλυκό λιώνει γρήγορα, η κοινωνική σύμβαση μένει. Εκείνος χαμογελά, ευχαριστεί και επιστρέφει στη θέση του, θριαμβευτής ενάντια στην ακούσια οικειότητα.
