Το διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση του Συντάγματος έμοιαζε με θεσμική πρωτοβουλία, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μια κήρυξη πολέμου. Η εισαγωγή σε μια μακρά προεκλογική περίοδο φθοράς και δοκιμασίας μέχρι να μείνει όρθιος μόνο ένας – και αν αυτό θυμίζει τους «Αγώνες πείνας» ή το «Παιχνίδι του καλαμαριού» είναι γιατί κάπως έτσι θα εξελιχθούν τα πράγματα, μολονότι λιγότερο κινηματογραφικά. Η αρένα θα είναι η Βουλή και οι παίκτες ετοιμάζουν ήδη τα οπλοστάσιά τους, όχι για το Σύνταγμα αλλά για το έπαθλο των εκλογών.
Ο Πρωθυπουργός διακήρυξε φιλόδοξους στόχους. Δεν θέλει απλώς να επιδιορθώσει το Σύνταγμα που «ανήκει στον 20ό αιώνα». Επιδιώκει να κάνει «τομές», μέσω των οποίων θα «ενισχυθεί το κύρος των θεσμών», θα επανακτηθεί «η εμπιστοσύνη των πολιτών» στο πολιτικό σύστημα ώστε «να λειτουργεί καλύτερα το πολίτευμα στη νέα εποχή των μεγάλων προκλήσεων, όπως είναι η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική αλλαγή».
Αμέσως μετά σήκωσε τα προεκλογικά λάβαρα: το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το άρθρο 16 για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, η αλλαγή στην επιλογή ηγεσίας στα ανώτατα δικαστήρια, η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Το ερώτημα ήταν ελάχιστα καλυμμένο: Με τη φιλελεύθερη πρόοδο ή με τον αναχρονισμό του λαϊκισμού; Με τον Μητσοτάκη ή με το χάος;
Αναπόφευκτα, το ΠαΣοΚ και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιμετώπισαν την πρωθυπουργική πρωτοβουλία ως μια προσχηματική πράξη. Το γεγονός ότι ο Κ. Μητσοτάκης έστειλε επιστολή στους βουλευτές του ζητώντας τις προτάσεις τους για την αναθεώρηση, αλλά όχι στους πολιτικούς αρχηγούς, ενίσχυσε την ήδη εγκατεστημένη καχυποψία για τη ρητορική του περί συναινέσεων.
Η θέση του ΠαΣοΚ είναι διαφορετική από αυτή των υπόλοιπων κομμάτων της αντιπολίτευσης, όχι γιατί είναι αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά επειδή θεωρητικά θα ήταν ο ιδανικός εταίρος για τη ΝΔ σε μια κυβέρνηση συνεργασίας. Ενα κόμμα με DNA εξουσίας, που πάντα έβαζε πλάτη στα δύσκολα για τη χώρα, με αξιόλογα στελέχη και αρκούντως μικρό για να μην την απειλεί. Επιπλέον, έχει τη μεγαλύτερη περίμετρο στον χώρο του Κέντρου, όπου η πρωθυπουργική ακτινοβολία έχει ξεθωριάσει ανησυχητικά και ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των ψηφοφόρων του παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις πρωτοβουλίες του Κ. Μητσοτάκη.
Στην κυβέρνηση εκτιμούν ότι μπορούν να προσελκύσουν ψηφοφόρους από αυτή τη δεξαμενή ώστε να ενισχυθούν οι πιθανότητες αυτοδυναμίας της ΝΔ. Κυβερνητικά στελέχη λένε ότι «οι ψηφοφόροι δεν είναι κτήμα κανενός, το κάθε κόμμα θα κάνει την προσπάθειά του». Ωστόσο, αν αποτύχει ή αν πετύχει μερικώς το σχέδιο στις δεύτερες εκλογές, τα σενάρια είναι προβληματικά για τη ΝΔ. Αν το ΠαΣοΚ διατηρήσει τις δυνάμεις του εξανεμίζοντας τις πιθανότητες αυτοδυναμίας της ΝΔ και υποχρεωθεί από τις συνθήκες να συμμετάσχει σε κυβέρνηση, αυτή «σίγουρα δεν θα έχει πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Ο Ανδρουλάκης είναι ανυποχώρητος σε αυτό το θέμα» τονίζει στέλεχος του στενού κύκλου του προέδρου του ΠαΣοΚ. Αν το ποσοστό του ΠαΣοΚ μειωθεί και η ΝΔ δεν βρεθεί κοντά στην αυτοδυναμία, τότε ίσως να μην αρκούν αυτά τα δύο κόμματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Μόνο ένας αλχημιστής της πολιτικής με αποκρυφιστική σαγήνη στο εκλογικό σώμα θα μπορούσε να πετύχει την τέλεια ισορροπία που επιθυμεί η κυβέρνηση, και τέτοιος δεν υπάρχει στο τεχνοκρατικό Μέγαρο Μαξίμου.
Στη Χαριλάου Τρικούπη πιστεύουν ότι «η ΝΔ θέλει να κάνει κυβέρνηση με τον Βελόπουλο» – κάτι που το θέλουν και εκείνοι –, «αλλά βλέπει ότι δεν φθάνει το ποσοστό του και γι’ αυτό επιτίθεται στο ΠαΣοΚ». Το συμπέρασμα δεν είναι αυθαίρετο. Το υποστηρίζουν και οι δημοσκοπήσεις, με τα σημερινά ποσοστά τους Μητσοτάκης και Βελόπουλος κυβέρνηση δεν φτιάχνουν. «Και τι κυβέρνηση θα είναι αυτή; Μια κυβέρνηση αστάθειας» διαπιστώνουν μετριοπαθείς Νεοδημοκράτες που βλέπουν τυχόν μελλοντική συμμαχία των δύο αρχηγών σαν λάδι και νερό στο ίδιο μπουκάλι. Υπάρχουν, όμως, και άλλοι που λένε ότι «καθόλου δεν μας χαλάει ο Βελόπουλος». Η τρίτη κυβερνητική θητεία είναι προφανώς πιο γλυκιά.
Σε αυτό το περιβάλλον θα δοθεί η μία μάχη μετά την άλλη. «Ο Μητσοτάκης θα βγει ξανά αυτοδύναμος και θα του έχει χαρίσει το ΠαΣοΚ την επανεκλογή του» προβλέπει εμπειρότατο μέλος της γαλάζιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας. «Αν δεν συναινέσει σε κάποιες από τις προτάσεις της αναθεώρησης, δεν θα μπορέσει να σταθεί στον δημόσιο διάλογο» προσθέτει. Ηδη διακινείται από κυβερνητικά στελέχη η κριτική ότι «συναίνεση δεν υπάρχει με ευθύνη του ΠαΣοΚ», το οποίο «προτιμά να κυβερνήσει με Τσίπρα, Κωνσταντοπούλου, Χαρίτση και ΣΥΡΙΖΑ».
Ωστόσο, το ΠαΣοΚ έχει δηλώσει ότι και θα συμμετάσχει στον διάλογο για την αναθεώρηση, και προτάσεις θα καταθέσει, μία εκ των οποίων είναι να θεσμοθετηθεί η πλειοψηφία των 180 βουλευτών για την ολοκλήρωση της αναθεώρησης, πάντα στη δεύτερη Βουλή. «Στην παρούσα Βουλή εμείς συναίνεση δεν δίνουμε, προκειμένου το περιεχόμενο των άρθρων που θα αναθεωρηθούν να προσδιοριστεί στην επόμενη Βουλή» ξεκαθαρίζουν από τη Χαριλάου Τρικούπη. Τα στελέχη της γνωρίζουν και κάποια σενάρια που διακινούνται για μετεκλογική διάσπαση του κόμματος προκειμένου να διευκολυνθεί μια κυβέρνηση συνεργασίας. «Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Κανένας μας δεν αντέχει πολιτικά να πάει με τον Μητσοτάκη. Απλώς στη ΝΔ ανασκαλεύουν την οργή εναντίον του για να την εκμεταλλευτούν κατηγορώντας όλους τους απέναντι για τερατογενέσεις. Θέλουν να φοβίσουν τον κόσμο με την Καρυστιανού και τον Τσίπρα» σχολιάζει κεντρικό στέλεχος του ΠαΣοΚ.
Στη μεγάλη εικόνα πρέπει να προστεθεί ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος δήλωσε ότι ο σεβασμός στο Σύνταγμα προηγείται της αναθεώρησής του. Επίσης, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Κώστας Καραμανλής, οι οποίοι έχουν καλύτερη επαφή με τις αγωνίες της βάσης της ΝΔ, η οποία περιγράφεται ως «καζάνι που βράζει», από ό,τι το Μέγαρο Μαξίμου, που κινείται στη λογική ότι οι δύο πρώην «με τις πικρίες τους βλάπτουν τη ΝΔ, αλλά βλάπτουν περισσότερο τον εαυτό τους». Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος θα δώσει σε όλους τους αρχηγούς την ευκαιρία να αναπτύξουν τις απόψεις και τη στρατηγική τους πέρα από τη διαχείριση της στιγμής, το κρίσιμο είναι ποιος θα την αξιοποιήσει καλύτερα στην πορεία προς την τελική μάχη.
