Η Ελλάδα βρίσκεται στη σωστή θέση την κατάλληλη στιγμή: Το επόμενο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Επιστημονικής Διπλωματίας, του οποίου η προετοιμασία έχει ήδη ξεκινήσει, θα φιλοξενηθεί στην Αθήνα το 2027, στο πλαίσιο της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Πρόκειται για μια μοναδική ευκαιρία για τη χώρα να συνδεθεί ουσιαστικά με μια κρίσιμη συζήτηση για τον ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας στην εξωτερική πολιτική.
Τι είναι όμως η επιστημονική διπλωματία (science diplomacy); Ο όρος αναφέρεται τόσο στη χρήση της επιστήμης για την υποστήριξη διπλωματικών στόχων, όσο και στη χρήση της διπλωματίας για την υποστήριξη της επιστημονικής προόδου. Από τη μία, η διπλωματία υποστηρίζει την επιστήμη. Διευκολύνει τη σύναψη διακρατικών συμφωνιών, την κινητικότητα επιστημόνων, τον συντονισμό χρηματοδοτήσεων, τις κοινές ερευνητικές υποδομές, τους κοινούς κανόνες για κρίσιμες τεχνολογίες και την επίλυση προβλημάτων που υπερβαίνουν τα σύνορα ενός κράτους.
Από την άλλη, η επιστήμη υποστηρίζει τη διπλωματία. Μπορεί να λειτουργήσει ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε κράτη, ακόμη και όταν οι πολιτικές σχέσεις είναι δύσκολες ή τεταμένες. Παράλληλα, η εξειδικευμένη επιστημονική γνώση συμβάλλει στη λήψη ορθότερων πολιτικών αποφάσεων. Κάνει την πολιτική πιο αξιόπιστη και πιο αποτελεσματική. Βοηθά τα κράτη να διαπραγματεύονται με πραγματικά δεδομένα και όχι με εκτιμήσεις. Και αυτό, σε έναν αβέβαιο κόσμο, είναι ίσως το πιο κρίσιμο πλεονέκτημα.
Η Ευρώπη κινείται ήδη συστηματικά προς την ενίσχυση της επιστημονικής διπλωματίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει οργανωμένο δίκτυο επιστήμης και τεχνολογίας για τις διπλωματικές του αποστολές. Η Δανία, με τον θεσμό του Tech Ambassador και η Ελβετία, μέσω του Swissnex, επενδύουν στη σύνδεση διπλωματίας και έρευνας, ενώ είκοσι κράτη-μέλη έχουν ήδη δημιουργήσει θέσεις επιστημονικών συμβούλων και ειδικών απεσταλμένων στα Υπουργεία Εξωτερικών, πολλές από αυτές τα τελευταία τρία έτη. Στις 27 Φεβρουαρίου 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόταση για το πρώτο ενιαίο πλαίσιο της ΕΕ για την επιστημονική διπλωματία.
Στο πλαίσιο αυτό, η επιστημονική διπλωματία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Μικρή σε μέγεθος, αλλά τοποθετημένη σε περιοχή υψηλής γεωπολιτικής έντασης, η Ελλάδα καλείται καθημερινά να διαχειριστεί ζητήματα όπως οι ενεργειακοί διάδρομοι, οι φυσικές καταστροφές, οι μεταναστευτικές ροές και η προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ. Η αποτελεσματική διαχείρισή τους απαιτεί πρωτίστως θεσμική ικανότητα και στρατηγική στο εσωτερικό της χώρας. Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η ελληνική επιστημονική διασπορά δεν είναι απλώς πολυάριθμη. Είναι ενεργή, παρούσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, διεθνείς οργανισμούς και εταιρείες αιχμής. Αν ιδωθεί ως ενιαίο κεφάλαιο, μπορεί να μεταφέρει αμφίδρομα τεχνογνωσία, να ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας και να βοηθήσει στην έγκαιρη κατανόηση των τεχνολογικών εξελίξεων πριν αυτές γίνουν πιεστική ανάγκη.
Βήματα για την ενίσχυση της επιστημονικής διπλωματίας στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν με προσήλωση, συνεργασία και όραμα. Σκόπιμη είναι, πρώτον, μια σταθερή επιστημονική παρουσία στο Υπουργείο Εξωτερικών που θα χαρτογραφεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και, δεύτερον, η πιλοτική τοποθέτηση επιστημονικών ακολούθων σε επιλεγμένες πρεσβείες ανά τον κόσμο. Ενα διεθνές δίκτυο Ελλήνων της διασποράς θα μπορούσε να λειτουργήσει, διακριτικά αλλά ουσιαστικά, ως γέφυρα συνεργασίας, ενώ, τέλος, σημαντική θα ήταν η επιλογή συγκεκριμένων πεδίων στα οποία η χώρα έχει λόγο να επενδύσει και μπορεί να πρωτοπορήσει, όπως η πολιτική προστασία, η θαλάσσια έρευνα, η βιοτεχνολογία και η ψηφιακή διακυβέρνηση.
Αν θέλουμε αυτή η προσπάθεια να αφήσει αποτύπωμα, είναι σημαντικό να συνδεθεί και με τη νέα γενιά, ώστε νέοι επιστήμονες να βρουν ρόλο και λόγο στη διαμόρφωση πολιτικής. Οραματίζομαι ένα μέλλον στο οποίο οι επιστήμονες που θέλουν να προσφέρουν στη χώρα τους μπορούν να συνδεθούν ουσιαστικά με θέσεις χάραξης εγχώριας και διεθνούς πολιτικής. Μόνο έτσι η επιστημονική διπλωματία παύει να είναι ένας αφηρημένος όρος και γίνεται σταδιακά εθνική ικανότητα, σε έναν κόσμο όπου η ισχύς εκφράζεται όλο και περισσότερο μέσα από τη γνώση και την τεχνολογία. Το χρονικό σημείο είναι ευνοϊκό. Ας το αξιοποιήσουμε.
Ο κύριος Δημήτρης Μπουφίδης είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής (Bioengineering) στο University of Pennsylvania των ΗΠΑ και ασχολείται με την εκπαίδευση νέων ερευνητών σε θέματα επιστημονικής διπλωματίας ως Science Diplomacy Chair του Penn Science Policy and Diplomacy Group (PSPDG). Αποτελεί επίσης ιδρυτικό μέλος του «Greeks in Science Diplomacy» Network.
