Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί στα ΑΕΙ έξαρση ακαδημαϊκής κινητικότητας όπου ορισμένα έως ελάχιστα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών (ΠΜΣ) καταργούνται, άλλα περισσότερα ιδρύονται και ορισμένα από αυτά παίρνουν τη θέση των καταργημένων. Ενας άλλος σημαντικός αριθμός ΠΜΣ έχουν διεθνοποιηθεί ή συνεχίζουν να διεθνοποιούνται δημιουργώντας ευοίωνες προοπτικές διεθνούς ακαδημαϊκής ανταγωνιστικότητας για τα ελληνικά ΑΕΙ, αφού επιτυγχάνουν να προσφέρουν κοινά (joint) η διπλά (dual) ΠΜΣ μέσω συνεργασιών με πανεπιστήμια διεθνούς κύρους του εξωτερικού.
H διεθνοποίηση, ακόμα και προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, ενισχύει τη βιωσιμότητα των ΑΕΙ μέσω διδάκτρων, αναβαθμίζει το κύρος τους στον διεθνή ακαδημαϊκό χώρο, ενισχύει τη διαπολιτισμική ανταλλαγή, ενθαρρύνει την εξωστρέφεια και δημιουργεί εκ των πραγμάτων καινοτομία στη διδασκαλία.
Η συνεχής αύξηση του αριθμού των ΠΜΣ αποτελεί ένδειξη της διεύρυνσης της επιστημονικής γνώσης και της ανάγκης εξειδίκευσης. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή καθιστά επιτακτική στο μέλλον τη διατήρηση σχετικής ισορροπίας, που πρέπει να ορίζεται από τα ΑΕΙ στα πλαίσια της εφαρμογής της αρχής του αυτοδιοίκητου, μεταξύ προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης.
Η προπτυχιακή εκπαίδευση συνιστά τον βασικό πυλώνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο πανεπιστήμιο, καθώς παρέχει στους φοιτητές τα θεμελιώδη γνωστικά και μεθοδολογικά εργαλεία, καλλιεργεί την κριτική και αναλυτική σκέψη, διαμορφώνει την ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους ταυτότητα. Η ενδεχόμενη υποβάθμιση της προπτυχιακής εκπαίδευσης, λόγω ανακατεύθυνσης πόρων, ανθρώπινων (διδακτικό-ερευνητικό και διοικητικό) και μη (π.χ., υποδομές), προς τα ΠΜΣ θα είχε μακροπρόθεσμα αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα της παρεχόμενης προπτυχιακής εκπαίδευσης.
Τα μεταπτυχιακά προγράμματα πρέπει να βασίζονται σε μια ισχυρή προπτυχιακή βάση, καθώς η ποιότητα και η βιωσιμότητά τους εξαρτώνται από το επίπεδο προετοιμασίας των εισερχόμενων φοιτητών τους. Βασική παραδοχή για τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα συνιστά η αναγνώριση ότι η προπτυχιακή εκπαίδευση αποτελεί τη βάση για κάθε μελλοντική εξειδίκευση μέσω της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Αν δεν έχει προηγηθεί σωστή παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών σε προπτυχιακό επίπεδο, η εξειδίκευση μέσω των ΠΜΣ δεν μπορεί παρά να παρέχεται σε σαθρή βάση. Η σχετική ισορροπία μεταξύ των δύο βαθμίδων σπουδών διασφαλίζει τη συνέχεια της γνώσης, αποτρέπει τον κατακερματισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας και ενισχύει τη συνοχή των προσφερόμενων ακαδημαϊκών προγραμμάτων.
Η στρατηγική όμως των ΑΕΙ οφείλει επιπρόσθετα να στοχεύει στην ισόρροπη ανάπτυξη της παρεχόμενης εκπαίδευσης και της έρευνας καθώς οι δύο αυτοί πυλώνες δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες λειτουργίες, αλλά είναι στενά συνδεδεμένοι και αλληλοτροφοδοτούμενοι. Η έρευνα και τα αποτελέσματά της εμπλουτίζουν το εκπαιδευτικό περιεχόμενο με νέες γνώσεις, καινοτομία, μεθόδους και προοπτικές, ενώ διασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό την επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών. Αντίστροφα, η εκπαίδευση μέσω της διδασκαλίας προσφέρει την καλλιέργεια κριτικής και αναλυτικής σκέψης και τη βάση για την παραγωγή της νέας γενιάς επιστημόνων και ερευνητών.
Η συστηματική και ποιοτική εκπαίδευση συνιστά επένδυση που τροφοδοτεί με το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό την μακροπρόθεσμη ερευνητική βιωσιμότητα του ΑΕΙ. Ενα ΑΕΙ που επικεντρώνεται αποκλειστικά στην παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών εις βάρος της ερευνητικής του αποστολής είναι πιθανό να καταστεί απλώς ένας «πάροχος εκπαίδευσης» – και όχι φορέας γνώσης και καινοτομίας. Από την άλλη, η μονομερής έμφαση στην έρευνα μπορεί να απομακρύνει το πανεπιστήμιο από τον κοινωνικό και παιδαγωγικό του ρόλο.
Κατά συνέπεια, αναγκαία είναι η επιδίωξη στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ εκπαίδευσης και έρευνας προκειμένου το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο να συνεχίσει να εξελίσσεται, να καινοτομεί, να πρωτοπορεί και να ανταγωνίζεται στο παγκόσμιο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης. Αλλωστε τα πανεπιστήμια κύρους του εξωτερικού διακρίνονται διεθνώς για την ισχυρή τους παρουσία τόσο στη ποιότητα των εκπαιδευτικών υπηρεσιών όσο και στην ερευνητική παραγωγή.
Ο καθηγητής Δημήτρης Μπουραντώνης είναι γενικός γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης στο υπουργείο Παιδείας και πρώην πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι απόψεις που διατυπώνει είναι προσωπικές.
