Η δυνατότητα εθελοντικής στράτευσης που δίνει ο νέος νόμος του υπουργείου Εθνικής Αμυνας σε όλες τις Ελληνίδες από 20 έως 26 ετών είναι, εκ πρώτης όψεως, μια τεχνική ρύθμιση. Στην πραγματικότητα, όμως, μπορεί να αποτελέσει ένα κοινωνικό πείραμα με πολλές πτυχές. Και θα έχει πράγματι ενδιαφέρον να δούμε – κατ’ αρχάς – πόσες γυναίκες θα αποφασίσουν να υπηρετήσουν τη μαμά πατρίδα και να διαβούν την πύλη του στρατοπέδου, όχι από υποχρέωση, αλλά από επιλογή.
Η στράτευση των γυναικών δεν είναι βέβαια ελληνική πρωτοτυπία. Από το Ισραήλ και τη Νορβηγία μέχρι τη Σουηδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι γυναίκες αποτελούν εδώ και χρόνια μέρος της στρατιωτικής πραγματικότητας. Και όσο το Δημογραφικό γονατίζει τις κοινωνίες της Δύσης και η διεθνής ανασφάλεια βαθαίνει, εύλογα πιθανολογεί κανείς ότι τέτοια μέτρα θα επεκτείνονται και θα «κανονικοποιούνται», μέχρι να φτάσουν – αργά ή γρήγορα – στην εξομοίωση με όσα ισχύουν για τους άνδρες πολίτες.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποσοτικό. Δεν είναι μόνο πόσες θα καταταγούν, αλλά τι θα σημαίνει αυτό.
Μπορεί άραγε η παρουσία των γυναικών στον στρατό να αλλάξει τον τρόπο που οι άνδρες βλέπουν τις γυναίκες στη χώρα; Να μετακινήσει, έστω και λίγο, παγιωμένες αντιλήψεις περί «αντοχής», «πειθαρχίας», «δύναμης»; Ή μήπως ο στρατός θα λειτουργήσει αντίστροφα, αφομοιώνοντας τις γυναίκες σε ένα ήδη διαμορφωμένο, σκληρό και συχνά εχθρικό πρότυπο; Σε τι ειδικότητες θα δούμε όσες καταταγούν; Θα είναι μάχιμες, ή θα τις περιορίσουν σε στερεοτυπικά «γυναικεία» πόστα, απαλλάσσοντας τους φαντάρους από τις τουαλέτες και τα μαγειρεία; Με λίγα λόγια, η πατρίδα μάς καλεί για τις αγγαρείες ή για την κρίσιμη ώρα; Γιατί και στην πολιτική, για παράδειγμα, οι γυναίκες κέρδισαν έδαφος, αλλά αν ρίξετε μια ματιά στα κυβερνητικά σχήματα των τελευταίων αρκετών δεκαετιών, θα διαπιστώσετε (με λίγες εξαιρέσεις) πως τους ανατίθενται τα υπουργεία Παιδείας, Οικογένειας, Πολιτισμού, Πρόνοιας. Αυτά, τα πιο soft χαρτοφυλάκια δηλαδή.
Υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο δύσκολο ερώτημα. Μπορεί η είσοδος των γυναικών να αλλάξει τον ίδιο τον στρατό; Να ραγίσει την τοξική αρρενωπότητα που συχνά τον διατρέχει, τη λογική της επιβολής, της σιωπής, του καψωνιού και της «αντοχής στα πάντα»; Ή θα ζητηθεί απλώς από τις γυναίκες να αποδείξουν ότι μπορούν να παίξουν το ίδιο παιχνίδι με τους ίδιους κανόνες;
Γιατί η ισότητα δεν είναι μόνο θέμα πρόσβασης. Είναι θέμα όρων. Και ο κίνδυνος σε τέτοιες μεταβάσεις είναι πάντα ο ίδιος: να βαφτίζεται πρόοδος η απλή μεταφορά των ανισοτήτων σε έναν νέο χώρο.
Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρξει στοιχειώδες ενδιαφέρον από τις Ελληνίδες, σε λίγα χρόνια θα έχουμε τις πρώτες που δεν θα λένε «γνωριστήκαμε στη σχολή», αλλά «κάναμε μαζί στρατό». Και μόνο αυτό, για τα ελληνικά δεδομένα, θα είναι μια μικρή (και κάπως χαριτωμένη) επανάσταση.
