Με τη λήξη του έτους συνηθίζεται ένας απολογισμός με τα συν και πλην. Είναι γεγονός ότι ο τερματισμός του 2025 συνέπεσε με ένα ιδιαιτέρως σημαντικό γεγονός. Δηλαδή την ανάδειξη του υπουργού Οικονομικών κ. Πιερρακάκη σε επικεφαλής του Eurogroup, που έτσι σηματοδοτείται μία πολύ θετική εικόνα για την ελληνική οικονομία.
Σ’ αυτήν προέχουσα θέση έχει η μείωση της ανεργίας στα επίπεδα του 8%. Ομως η δημοσκοπική εικόνα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι και τόσο θετική. Συνεχώς αυξάνεται το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση με αποτέλεσμα την απομάκρυνση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας από την αυτοδυναμία εν όψει των επικείμενων νέων γενικών εκλογών το αργότερο το 2027. Τρεις είναι τουλάχιστον οι λόγοι γι’ αυτό, όπως τους επισημαίνει ο Κώστας Καλλίτσης («Καθημερινή», 21/12/2025): α) Οι μακροχρόνιες τάσεις είναι μονίμως αρνητικές.
Μόνο 12% από τους ερωτώμενους κρίνουν θετικά την οικονομική πολιτική, 15% στα θέματα θεσμών και διαφάνειας και 22% στα θέματα της καθημερινότητας. β) Στη δυσφορία από κάθε νέο πρόβλημα προστίθεται σωρευτικά ο θυμός που μένουν άλυτα και γ) γενικεύεται η αίσθηση ότι το σύστημα περιθωριοποιεί τις νέες γενιές και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας.
Η συμμετοχή στα κοινά γίνεται ολοένα και πιο περιορισμένη. Τις αποφάσεις για όλα τα μεγάλα θέματα λαμβάνει ο πρωθυπουργός, που ελέγχει τα πάντα λόγω της πλειοψηφίας στη Βουλή, ορίζει και ελέγχει την κυβέρνηση, επιλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την ηγεσία της Δικαιοσύνης και σε μεγάλο βαθμό και τις Ανεξάρτητες Αρχές.
Οσον αφορά το βιοτικό επίπεδο, αυτό κινείται πάντα στα τάρταρα της Ευρώπης. Είναι αλήθεια ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κάπως και θα αυξηθεί περαιτέρω το 2027 στα 950 ευρώ. Ομως ιδιαίτερα αρνητικό είναι το γεγονός ότι από 160.000 άτομα που αμείβονταν με τον κατώτατο μισθό προ της κρίσεως, έφθασαν σήμερα τις 700.000 περίπου.
Ενας από τους σοβαρότερους λόγους γι’ αυτό είναι ότι η κυβέρνηση αρνιόταν επίμονα το ξεπάγωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων έως ότου η δημοσκοπική κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας υποχρέωσε πρόσφατα την κυβέρνηση να επαναφέρει και πάλι τις συλλογικές συμβάσεις.
Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια επί των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας η ανεργία σταθερά μειώνεται. Ομως ταυτόχρονα η μείωση της ανεργίας συνεπάγεται υπερπαραγωγή φτωχών, που έχουν δουλειά, δηλαδή νεόπτωχων.
Πάνω από 1,5 εκατομμύρια κυρίως νέοι έχουν μισθό κάτω από 956 ευρώ καθαρά. Επίσης οι εισοδηματικές ανισότητες είναι κραυγαλέες. Ναι μεν η ανεργία σταθερά μειώνεται, αλλά η φτώχεια γίνεται πιο σκληρή και ταπεινωτική εν μέσω χλιδής και ανισοτήτων.
Εφέτος η εξέγερση των αγροτών και η εμμονή στα μπλόκα με τα χιλιάδες τρακτέρ υπογράμμισε την εισοδηματική συρρίκνωση του μεγαλυτέρου μέρους των αγροτών, οι οποίοι έτσι επίμονα υποστηρίζουν αιτήματα που αφορούν κυρίως το ανυπόφορο κόστος παραγωγής, που σχεδόν μηδενίζει το καθαρό τους εισόδημα.
Και καθώς οι αγρότες για πρώτη φορά είναι ανυποχώρητοι, την ευθύνη για την επίλυση του προβλήματος επωμίζεται ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, καθώς ευθύνεται για το συγκεκριμένο συγκεντρωτικό κράτος και συνεπώς τις λύσεις αυτός καλείται να τις δώσει, πράγμα που δυσχεραίνουν συν τοις άλλοις τα συνεχή ταξίδια του στο εξωτερικό.
