«Οταν μιλάει η Δικαιοσύνη, ό,τι και να πει αυτή, εμείς δεν μπορούμε, δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε οποιοδήποτε σχόλιο». Θα μπορούσε να είναι ένα κουίζ, σε ένα από τα παιχνίδια γνώσεων που μεταδίδονται από την ελληνική τηλεόραση. Του είδους «ποιος είπε και γιατί, αυτή τη φράση». Θα μπορούσε επίσης, αν αποκαλυπτόταν διαμιάς σε ποιον ανήκει, να αποτελέσει ένα πρώτης τάξεως ανέκδοτο, με τη λογική προσθήκη «κοίτα ποιος μιλάει». Αν και είναι μεγάλος ο πειρασμός να το καταχωρίσω ως ανέκδοτο, δεν θα το κάνω.
Πρώτον, διότι αφορά τη διαχρονική αντίληψη που έχουν οι κυβερνήσεις για τη Δικαιοσύνη – τη θεωρούν κάτι σαν το μακρύ χέρι της εκτελεστικής εξουσίας – και, δεύτερον, διότι η δήλωση έγινε στην αρχή της εβδομάδας και ανήκει στον κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Οση ανοχή μπορεί να έχει κάποιος για τον άχαρο ρόλο που καλείται να υπηρετήσει ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος, καθώς τον βλέπει να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ψέματα, μισές αλήθειες και μια διαρκή προσπάθεια ωραιοποίησης της ζοφερής πραγματικότητας, αυτή η δήλωση αποτελεί μνημείο! Για έναν και μόνο λόγο. Εγινε, έπειτα από μια ολόκληρη εβδομάδα επιθέσεων κατά της Δικαιοσύνης, και όχι μόνο της εγχώριας, αλλά και της ευρωπαϊκής, με αφορμή το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και όσα δήλωσε από τους Δελφούς η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, κυρία Λάουρα Κοβέσι.
Επιθέσεις στις οποίες έλαβαν μέρος ο Πρωθυπουργός, κορυφαίοι υπουργοί της κυβέρνησης και ένα πλήθος στελεχών της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του κόμματος – μόνιμη επωδός των οποίων ήταν ότι υπάρχει μια οργανωμένη συνωμοσία κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Μέχρι και εχθρό της Δημοκρατίας στην Ελλάδα τη χαρακτήρισαν, σε μια προφανή προσπάθεια να ακυρώσουν τον κοινωνικό αντίκτυπο του «γαλάζιου» σκανδάλου λεηλασίας των κοινοτικών πόρων από κομματικούς φίλους της κυβερνώσας παράταξης. Η θεωρία περί συνωμοσίας, που θα μπορούσε άνετα να κάνει καριέρα μεταξύ των καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα συνωμοσιολόγων, έχει με τη σειρά της στόχο να απομειώσει τις «βλαβερές συνέπειες» του σκανδάλου στην εκλογική απήχηση της ΝΔ.
Λογικό. Καθίζηση τριών τουλάχιστον ποσοστιαίων μονάδων, μέσα σε μερικές ημέρες, δεν είναι κάτι που αντέχεται και πολύ περισσότερο αντιμετωπίζεται με ήπια μέσα.
Ετσι, έβαλαν ομαδικά κατά της Δικαιοσύνης, στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και του εν Ελλάδι παραρτήματός της, στοχοποίησαν πρόσωπα, όπως την κυρία Π. Παπανδρέου, ως κεντρικό γρανάζι της συνωμοσίας, και ουσιαστικά επιχείρησαν δι’ αυτού του τρόπου να φρενάρουν την πτώση.
Και αφού έχουν μεσολαβήσει όλα αυτά, τα οποία έχουν προκαλέσει την κοινή γνώμη, έρχεται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να… υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αυτής της ίδιας Δικαιοσύνης, της οποίας η κυβέρνηση έχει πολλαπλώς παραβιάσει την ανεξαρτησία. Μόνο που εδώ το θέμα που κινητοποίησε τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης και αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του τρίτου πυλώνα του πολιτεύματος, τη Δικαιοσύνη, δεν είναι ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι οι υποκλοπές!
Ιδίως, δε, το σκέλος εκείνο του σκανδάλου που αφορά τη σχέση της κυβέρνησης και του Μεγάρου Μαξίμου ειδικά. Ο διορισμένος από την κυβέρνηση Μητσοτάκη Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δύο μήνες πριν εγκαταλείψει, λόγω ορίου ηλικίας, το αξίωμα στο οποίο τον αναγόρευσε ο Πρωθυπουργός, ανταποδίδει με τον τρόπο του. Θάβει για δεύτερη φορά το σκάνδαλο (την πρώτη φορά το έθαψαν δύο προηγούμενοι συνάδελφοί του, οι Γ. Αδειλινη και Αχ. Ζήσης), προκειμένου να προστατεύσει τον ίδιο και το περιβάλλον του από τις επιβλαβείς επιπτώσεις που θα είχε μια εξειδικευμένη έρευνα επ’ αυτού.
«Το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και τα δυο το πρόσωπο» υποστηρίζει η λαϊκή σοφία, αλλά εδώ έχουμε μια έκρηξη υποκρισίας. Μια αποθέωση των «δύο μέτρων και των δύο σταθμών». Εναν φαρισαϊσμό, ο οποίος υπερβαίνει κάθε όριο.
Οταν η Δικαιοσύνη μάς εξυπηρετεί με τις αποφάσεις της, της αξίζει κάθε έπαινος. Της πρέπει σεβασμός και τιμή. Και βεβαίως προστασία από τις «υστερικές» κραυγές της αντιπολίτευσης, η οποία διαμαρτύρεται και δικαίως για την καταστρατήγηση της ηθικής και του δικαίου. Προστασία ακόμη και με το ψέμα. Αλλωστε για την κυβέρνηση αυτή, το ψέμα δεν είναι κάτι το άγνωστο, ούτε κάτι που μετέρχεται σε έκτακτες καταστάσεις. Είναι στάση ζωής. Τρόπος επιβίωσης. Δεύτερη φύση.
Το σπάνιο είναι η αλήθεια. Και η αλήθεια στο σκάνδαλο των υποκλοπών είναι ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη για να μην αναδεχθεί τις ευθύνες που της ανήκουν, για το πρωτοφανές της παρακολούθησης, πολιτικών, δημοσιογράφων, της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, επιχειρηματιών, είτε με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator είτε με την ΕΥΠ. Φυσικά δεν την προστατεύει. Κόπτεται για την ανεξαρτησία της, επειδή σε αυτή τη φάση αυτό τη βολεύει.
Το δυστύχημα εδώ είναι ότι εκείνοι που θα έπρεπε πρώτοι απ’ όλους να την υπερασπίζονται, οι ίδιοι οι λειτουργοί της δηλαδή, δεν διδάχθηκαν τίποτε από τον Τερτσέτη, τον Πολυζωίδη, τον Σαρτζετάκη, τον Δελαπόρτα, τον Ντεγιάννη. Πόσο κρίμα…
