Η καταδίκη σε δεύτερο βαθμό των «κουκουλοφόρων» μαρτύρων Μαραγγέλη και Δεστεμπασίδη κλείνει μεν τυπικά την υπόθεση Novartis ως προς τους φυσικούς αυτουργούς της σκευωρίας σε βάρος δέκα πολιτικών προσωπικοτήτων της τότε αντιπολίτευσης, αφήνει όμως ορθάνοιχτη την πόρτα για την αναζήτηση των ηθικών αυτουργών. Και επειδή τους τελευταίους μήνες διακρίνεται μια προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα, επί των ημερών του οποίου εξυφάνθηκε αυτή η σκευωρία, να επανέλθει και πάλι στον πολιτικό στίβο, καλόν είναι να θυμηθούμε όσα προηγήθηκαν.
Η σκευωρία κατά των πολιτικών προσώπων χτίστηκε πάνω σε ένα υπαρκτό σκάνδαλο, στο οποίο αναμείχθηκε ένας μεγάλος αριθμός γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων. Οι γιατροί αυτοί, που διαπιστώθηκε από τις έρευνες ότι εισέπρατταν διάφορα ποσά ή ήταν αποδέκτες υλικών παροχών εκ μέρους της πολυεθνικής Novartis προκειμένου να συνταγογραφούν (ή και να υπερσυνταγογραφούν) φάρμακά της, παρέμειναν ανέγγιχτοι. Ουδείς παραπέμφθηκε ποτέ σε κάποια δίκη και ουδείς εξ αυτών κλήθηκε ποτέ να καταβάλει μέρος της ζημιάς την οποία υπέστη το Ελληνικό Δημόσιο από την παράνομη δραστηριότητά του.
Λέχθηκε, και πιθανόν να έχει μία αλήθεια αυτό, ότι αν η πολιτεία προχωρούσε σε διώξεις, στις οποίες μεταξύ των άλλων συμπεριλαμβάνεται και η καθαίρεση των παρανομούντων από τη θέση τους, θα κατέρρεε το ΕΣΥ.
Η ουσία είναι ότι ποτέ η πολιτεία δεν τιμώρησε τους περίπου 4.500 γιατρούς, ούτε και υπολόγισε ποτέ επίσης το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο κρατικός κορβανάς από τη δράση τους. Είναι το πρώτο και σοβαρότερο λάθος που έγινε σε αυτή την υπόθεση. Και υπάρχουν ευθύνες, ασφαλώς και πολιτικές, ως προς αυτό. Ο υπολογισμός της ζημιάς μοιραία θα έφερνε τη Novartis αντιμέτωπη με πρόστιμα και αποζημιώσεις ανάλογες με αυτές που κλήθηκε να πληρώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες – πάνω από 350 εκατομμύρια δολάρια.
Γιατί το Ελληνικό Δημόσιο παρέλειψε αυτή την υποχρέωση; Ουδείς γνωρίζει, και ουδέποτε έχει δοθεί μια ξεκάθαρη απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα.
Οχι μόνο από την παρούσα κυβέρνηση, αλλά και από εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν μεν ο ΣΥΡΙΖΑ «δικαιολογείται» τρόπον τινά, διότι είχε προτεραιοποιήσει την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων και μέσω αυτής τη διαιώνιση της παραμονής του στην εξουσία, για την κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν υπάρχει δικαιολογία. Υπάρχει μόνο η παράλειψη. Σκόπιμη ή όχι, είναι υπόλογη!
Ακολουθείται η ίδια πρακτική, δυστυχώς, όπως και με τις απαιτήσεις για αποζημιώσεις της χώρας από τη SIEMENS, κι αυτό επιτείνει τα ερωτήματα.
Πάμε τώρα στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης: η καταδίκη στο Εφετείο των δύο «μαρτύρων» δημοσίου συμφέροντος απέδειξε ότι είχαν οικονομικό κίνητρο, τα εκατομμύρια της αμοιβής που έλαβαν.
Το παραδέχτηκαν οι ίδιοι, το διαπίστωσαν οι έρευνες, αλλά έμεινε στην αθέατη πλευρά του φεγγαριού το πώς οι άνθρωποι αυτοί δέχτηκαν να παίξουν ένα τόσο μεγάλο πολιτικό παιχνίδι. Οπως η προσπάθεια της κυβέρνησης των Τσίπρα – Καμμένου να διαλύσει την αντιπολίτευση, και μέσω αυτής της διάλυσης να παραταθεί επ’ αόριστον η παραμονή τους στην εξουσία.
Δεν εξακριβώθηκε δηλαδή ποτέ, και ούτε αποκαλύφθηκε από τη διαδικασία ενώπιον δύο δικαστηρίων, το πώς συνδέθηκαν αυτοί οι δύο με το υπουργείο Δικαιοσύνης και τον παρακρατικό μηχανισμό που συντηρούσε το Μέγαρο Μαξίμου στη Δικαιοσύνη. Δεν έχουν δοθεί ξεκάθαρες απαντήσεις. Γνωρίζουμε μόνο ό,τι είδαμε να εξελίσσεται στο προσκήνιο. Ο λαλίστατος κατά τα άλλα κ. Τσίπρας ζήτησε μια έμμεση συγγνώμη από τα θύματα της σκευωρίας μέσω του βιβλίου του, αλλά μόνο για τον τρόπο που τους μεταχειρίστηκε πολιτικά η κυβέρνησή του. Τίποτε άλλο. Το σόου που ακολούθησε τις καταγγελίες, με κορυφαία εκείνη τη μνημειώδη δήλωση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Παπαγγελόπουλου ότι «πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους», θα παραμένει στο διηνεκές ως μνημείο φαυλότητας μιας αδίστακτης εξουσίας που δεν ορρωδούσε μπροστά σε τίποτε, προκειμένου να διατηρηθεί στην εξουσία. Στην προσπάθεια αυτή καταπατήθηκαν θεμελιώδεις αξίες, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, το τεκμήριο της αθωότητας, το δικαίωμα της υπεράσπισης του εαυτού σου, η αλήθεια, το δίκιο, οι συνταγματικές ελευθερίες.
Το δυστύχημα είναι ότι οι βαριά ένοχοι για αυτές τις παραβάσεις κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ανέγγιχτοι, στο όνομα μιας ανεκτικότητας η οποία αγγίζει τα όρια του σκανδάλου και δημιουργεί υπόνοιες ανομολόγητης συναλλαγής. Ο κ. Τσίπρας περιφέρει την αγιογραφικού χαρακτήρα αυτοβιογραφία του ανά τη χώρα, ωσάν να μη συνέβη τίποτε. Οι πρωταγωνιστές της σκευωρίας, όπως ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Παπαγγελόπουλος, απαλλαγμένος ουσιαστικά από το Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε με σαθρό, αποστεωμένο κατηγορητήριο, είναι επίσης ελεύθερος και, όπως ακούγεται, συγγράφει και αυτός βιβλίο – αν και όχι με πολιτικές φιλοδοξίες. Οι δικαστικοί λειτουργοί που διεκπεραίωσαν τη σκευωρία, κι αυτοί απαλλαγμένοι από κάθε κατηγορία, συνεχίζουν την καριέρα τους στο δικαστικό σώμα.
Και τι απέμεινε τελικά από αυτή την ιστορία; Η καταδίκη των δυο τελευταίων τροχών της αμάξης. «Το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους» μεταβλήθηκε στο μεγαλύτερο ανεξερεύνητο πολιτικό έγκλημα από συστάσεως κ.λπ. κ.λπ.
