Η ατομική ταυτότητα διαθέτει δομικά χαρακτηριστικά, καθώς ο βασικός της πυρήνας διαμορφώνεται πρώιμα αποτελώντας σημείο αναφοράς στην εξελικτική της πορεία. Αλλαγές λαμβάνουν χώρα σε όλη τη διάρκεια του ενήλικου βίου, αν και υπάρχουν ταυτοτικές πτυχές που δεν είναι επιρρεπείς ή αντιστέκονται στις αλλαγές. Ακόμη, η υποκειμενική αίσθηση του εαυτού μπορεί να παραμένει σταθερή παρά τις μεταβολές που είναι δυνατόν να έχουν συντελεστεί και αφομοιωθεί στην πορεία, όπως και το αντίστροφο: μπορεί να καλλιεργείται η εντύπωση της αλλαγής παρότι ο ταυτοτικός πυρήνας παραμένει αναλλοίωτος.
Τι σημαίνει, όμως, αυτή η διάκριση μεταξύ σταθερότητας και αλλαγών σε επίπεδο ταυτότητας όταν το άτομο δρα ως πολιτικό υποκείμενο;
Η ιδεολογική ταυτότητα και η κομματική ταύτιση συνιστούν θεμελιώδεις πραγματικότητες της πολιτικής ζωής σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο. Επί δεκαετίες, στις εδραιωμένες δημοκρατίες, οι πολιτικές ταυτότητες χαρακτηρίζονταν από σχετική σταθερότητα: η τοποθέτηση κομμάτων και ψηφοφόρων στον άξονα Αριστερά – Δεξιά δεν γνώριζε ουσιώδεις μεταβολές, ενώ οι εκλογείς επιδείκνυαν συνέχεια στις επιλογές τους, οι δε πολιτικοί και τα κόμματα συντηρούσαν και αναπαρήγαγαν την πολιτική τους φυσιογνωμία.
Συν τω χρόνω, η εικόνα αυτή μεταβάλλεται. Η κομματική ταύτιση περιορίζεται δραματικά, οι συναισθηματικοί δεσμοί ψηφοφόρων, κομμάτων και πολιτικών χαλαρώνουν και η πολιτική σκηνή καθίσταται περισσότερο ρευστή, ιδίως με την ανάδυση στην κομματική αρένα αντισυστημικών δρώντων που υποσκάπτουν τις παραδοσιακές πολιτικές διαιρέσεις.
Στο περιβάλλον αυτό, πολιτικοί και κόμματα αναπροσαρμόζουν το προφίλ τους, συχνά ευκαιριακά και άλλοτε πιο συστηματικά και σταθερά, προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης εκλογικής ζήτησης που υποχωρεί διαρκώς.
Είναι οι μετατοπίσεις αυτές ενδείξεις βαθύτερων αναδιατάξεων ή αποτελούν μορφές συγκυριακής προσαρμογής στις εκάστοτε συνθήκες της εκλογικής συγκυρίας;
Η σύγχρονη πολιτική σκηνή έχει, σε επίπεδο πολιτικής ελίτ, να μας δώσει αρκετά παραδείγματα τόσο δομικών τομών όσο και συγκυριακών μετασχηματισμών της πολιτικής ταυτότητας. Η περίπτωση του Τζιανφράνκο Φίνι είναι ενδεικτική μιας σαφούς ιδεολογικής μετατόπισης από τον νεοφασισμό – ο Φίνι υπήρξε αρχηγός του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (MSI), βασικού καταφυγίου των μεταπολεμικών φασιστικών στοιχείων – σε έναν μεταφασιστικό, συντηρητικό προσανατολισμό, που κατέστησε τον ίδιο θεσμικά αποδεκτό σε ευρύτερα στρώματα.
Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, οι μετατοπίσεις εμφανίζονται περισσότερο σταδιακές και συνδεδεμένες με τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης, όπως συνέβη με τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας του οποίου υιοθετήθηκαν οι μεταρρυθμίσεις της «Ατζέντας 2010». Επρόκειτο για επιλογές που όξυναν τις κοινωνικές ανισότητες και συνέβαλαν στην εκλογική αποδυνάμωση του SPD, αλλά ταυτοχρόνως επιδίωκαν να αναδείξουν την ιστορική κληρονομιά του Σρέντερ ως ηγέτη, ο οποίος υπερβαίνοντας τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές κινείτο στη λογική του «τρίτου δρόμου».
Τα παραδείγματα αυτά υποδηλώνουν ότι η πολιτική μεταβολή επιβεβαιώνει μια ουσιαστική διάκριση μεταξύ αλλαγών που αντανακλούν βαθύτερες μεταμορφώσεις της πολιτικής ταυτότητας και μετατοπίσεων που υπαγορεύονται από τη συγκυρία και την εκλογική σκοπιμότητα. Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν μεταφέρεται στην ελληνική πολιτική σκηνή της Μεταπολίτευσης, όπου οι περιπτώσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Αλέξη Τσίπρα προσφέρονται για μια συγκριτική ανάγνωση των διαφορετικών μορφών μεταβολής της πολιτικο-ιδεολογικής τους ταυτότητας.
Ο Καραμανλής εγκατέλειψε την πρωθυπουργία το 1963, ερχόμενος σε σύγκρουση με το Παλάτι, εν μέσω έντονης πολιτικής του αμφισβήτησης που είχε διαμορφωθεί μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 και την έναρξη του «ανένδοτου αγώνα». Η παραμονή του στο Παρίσι ως αυτοεξόριστου, όπου τον βρήκε η δικτατορία, για σχεδόν ένδεκα χρόνια, συνιστά μια καθοριστική τομή στη διαδρομή του. Κατά την περίοδο εκείνη, μέσα από την ώσμωσή του με τη γαλλική πολιτική ελίτ – με πλέον χαρακτηριστική τη σχέση του με τον Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν – και την εξοικείωσή του με το γαλλικό πολιτικό σύστημα, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για έναν νέο πολιτικό προσανατολισμό για τον ίδιο τον Καραμανλή και τις προοπτικές της χώρας μετά το 1974.
Ο ευρωπαϊκός του προσανατολισμός γαλουχήθηκε ακριβώς εκείνη την περίοδο, ενώ παράλληλα η πολιτική του τοποθέτηση απέκτησε πιο φιλελεύθερα και κεντρώα χαρακτηριστικά, ως απόρροια όχι μόνο της επαφής του με δυτικοευρωπαϊκά πολιτικά πρότυπα, αλλά και της διεύρυνσης των διαύλων επικοινωνίας του στη διάρκεια της χούντας με πρόσωπα και συλλογικότητες από την Αριστερά, όπως ήταν ο σοσιαλδημοκρατικής κλίσης κύκλος «Δημοκρατία», στον οποίο μετείχαν έλληνες φοιτητές της Γερμανίας με συμμετοχή στον αντιδικτατορικό αγώνα, τα γερμανικά συνδικάτα και το SPD.
Οι επιλογές του Καραμανλή μετά το 1974, με αιχμή του δόρατος τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, τη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό και την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, επιλογές που έφεραν τη δική του προσωπική σφραγίδα, μπορούν να ιδωθούν ως κομβικά στοιχεία μιας πολιτικής μεταβολής που αντανακλά μια σε βάθος αναδιάταξη της πολιτικής του ταυτότητας, πέραν των άμεσων επιταγών εκείνης της, ακόμα ρευστής, πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης. Η σημασία των επιλογών αυτών καθίσταται ακόμη εντονότερη αν ληφθεί υπόψη ότι ο πολιτικός χώρος που εξέφραζε ο Καραμανλής παρέμενε διαιρεμένος ως προς το πολιτειακό, ενώ η αντικομμουνιστική ιδεολογία διαπερνούσε εγκάρσια τον «εθνικό χώρο», ο οποίος μεταπολιτευτικά βρήκε καταφύγιο στη Νέα Δημοκρατία.
Η επιδίωξη της επιστροφής στην κεντρική πολιτική αρένα του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα εντάσσεται σε ένα πλαίσιο πολιτικής επανατοποθέτησης, που συνδέεται με την ταυτόχρονη μετεξέλιξη του χώρου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στη διαμόρφωση του οποίου ο ίδιος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο.
Σε αντίθεση, ωστόσο, με άλλες περιπτώσεις επαναθεμελίωσης της πολιτικής ταυτότητας, η διαδικασία rebranding του κ. Τσίπρα εμφανίζεται χρονικά συμπιεσμένη, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μια παρατεταμένη περίοδος πολιτικής και ιδεολογικής επεξεργασίας, αλλά και σε βάθος επικοινωνίας με την κοινωνία των πολιτών.
Η αγωνία της επιστροφής εμφανίζεται να είναι περισσότερο υπαρξιακή παρά αποτέλεσμα μιας βαθύτερης τομής, τόσο για τον ίδιο όσο και για σημαντικό τμήμα του πολιτικού χώρου που εξακολουθεί να τον περιβάλλει. Παρά το ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί ένα άνοιγμα αυτού του χώρου που επιδιώκει μια σύνθεση ριζοσπαστικών-αριστερών, αλλά και σοσιαλδημοκρατικών και οικολογικών κατευθύνσεων, το εγχείρημα διατηρεί έντονα προσωποκεντρικά χαρακτηριστικά, ενώ σημαντικά στοιχεία πολιτικού λόγου και εκφραστικότητας, όπως η καταγγελτικότητα και η πόλωση, παρουσιάζουν εμφανείς συνέχειες με την περίοδο της ηγεσίας του στον ΣΥΡΙΖΑ.
Παρότι έχουν προηγηθεί αξιοπρόσεκτες πρωτοβουλίες δημόσιας επανατοποθέτησης, όπως η συγγραφή βιβλίου από τον κ. Τσίπρα, οι δημόσιες παρουσιάσεις του και η διατύπωση ενός πολιτικού μανιφέστου, τα μέχρι στιγμής δεδομένα παραπέμπουν περισσότερο σε μία διαδικασία προσαρμογής και μετασχηματισμού με φόντο τη συγκυρία παρά σε μία σε βάθος αναδιάταξη της πολιτικής του ταυτότητας.
Οσον αφορά την κοινωνική πρόσληψη του όλου εγχειρήματος, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις προσφέρουν μια πρώτη εικόνα των στάσεων και πολιτικών διαθεσιμοτήτων των εκλογέων απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου κομματικού φορέα υπό τον κ. Τσίπρα. Η πιθανότητα ψήφου για ένα τέτοιο κόμμα κυμαίνεται μεταξύ 9% και 11% όσον αφορά τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του και από 10% έως 12% όσον αφορά την ευρύτερη δυνητική εκλογική του επιρροή (βλ. Metron Analysis, ΜRΒ, Pulse). Τα μέχρι τώρα στοιχεία καταδεικνύουν την ύπαρξη μιας δεξαμενής ψηφοφόρων, κυρίως με κεντροαριστερό και αριστερό προσανατολισμό (Metron Analysis, 21-27.4.2026), από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει υποστήριξη το νέο κομματικό εγχείρημα.
Ωστόσο, η δεξαμενή αυτή δεν φαίνεται, τουλάχιστον επί του παρόντος, να είναι τόσο ευρεία, ώστε να λειτουργήσει ως ένας νέος πόλος στο πλαίσιο ενός ανακάμπτοντος δικομματισμού στο ελληνικό κομματικό σύστημα. Το όλο εγχείρημα δημιουργίας του νέου κόμματος θα κριθεί τελικά από την ικανότητα του κ. Τσίπρα να καταδείξει και να πείσει ότι η πολιτική του ταυτότητα και το πολιτικό του όραμα αντανακλούν ουσιαστικές μεταβολές και όχι εργαλειακές προσαρμογές που υπαγορεύονται από πολιτικά αδιέξοδα του χώρου από τον οποίο ο ίδιος προέρχεται και εκφράζει.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).
