Οι άνθρωποι μιλούν συχνά για τη μετανάστευση στην Ευρωπαϊκή Eνωση, η συζήτηση όμως συχνά ακούγεται αποκομμένη από την πραγματικότητα και αποστειρωμένα πολιτική. Λέξεις όπως «σύνορα», «ασφάλεια» ή «έλεγχος» εμφανίζονται ξανά και ξανά, όμως η ανθρώπινη πλευρά συχνά παραγνωρίζεται. Για τον λόγο αυτόν αποφασίσαμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα από μια διαφορετική οπτική γωνία: ακούγοντας τους ανθρώπους που αφορά άμεσα.
Η έρευνά μας ξεκίνησε με μια επίσκεψη στο κέντρο υποδοχής της CONVIVE Fundación Cepaim στο Γουαρδαμάρ δελ Σεγούρα, στα νότια της επαρχίας του Αλικάντε. Πριν φτάσουμε εκεί, ήδη η ίδια η διαδρομή μάς έδειξε κάτι σημαντικό. Στο λεωφορείο που πήραμε από το Αλικάντε συναντήσαμε ένα μείγμα ανθρώπων με διαφορετική καταγωγή, γλώσσα και πολιτισμικό υπόβαθρο, που αντανακλούσε την πολυμορφία της περιοχής. Hταν μια υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν είναι ένα αφηρημένο ζήτημα, αλλά κομμάτι της καθημερινότητάς μας.
Στο κέντρο μάθαμε ότι η υποδοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από την προσφορά ενός κρεβατιού ή ενός γεύματος. Το προσωπικό μάς εξήγησε ότι η δουλειά τους περιλαμβάνει επίσης καθοδήγηση, ψυχολογική υποστήριξη, εκμάθηση της γλώσσας, επαγγελματικές συμβουλές και βοήθεια με τις διοικητικές διαδικασίες. Με άλλα λόγια, υποδοχή σημαίνει να βοηθάς τους ανθρώπους να σταθούν ξανά στα πόδια τους και να κάνουν μια καινούργια αρχή.
Οι κοινωνικοί λειτουργοί με τους οποίους συνομιλήσαμε, η Λούμπνα Χαμντάι Χαμντάι και ο Ελχάτζι Μπαμπακάρ Μπάγιε Κέμπε, επέμειναν σε μια κεντρική ιδέα: κάθε μετανάστης έχει τη δική του, διαφορετική ιστορία. Μας είπαν ότι η γλώσσα και οι πολιτισμικές διαφορές είναι δύο από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ένταξη, ιδίως όταν κάποιος προσπαθεί να βρει δουλειά ή να χτίσει μια νέα ζωή. Μας προειδοποίησαν επίσης για τα άδικα στερεότυπα. Κατά τη γνώμη τους, πάρα πολλοί άνθρωποι μιλούν για τη μετανάστευση χωρίς να την κατανοούν πραγματικά, και αυτό δημιουργεί απλοϊκές και συχνά άδικες αντιλήψεις.
Eνας νεαρός μετανάστης από το Μάλι μάς βοήθησε να δούμε το θέμα από πιο προσωπική σκοπιά. Μας είπε ότι το δυσκολότερο όταν έφτασε στην Ισπανία ήταν το πρόβλημα της γλώσσας και η προσαρμογή στη διαφορετική κουλτούρα. Παράλληλα, ανέφερε ότι η υποστήριξη του κέντρου, ειδικά τα μαθήματα ισπανικών και η εκπαιδευτική καθοδήγηση, ήταν κομβικής σημασίας. Ο μελλοντικός του στόχος ήταν απλός αλλά ουσιαστικός: να εργαστεί, να ζήσει με ειρήνη και να είναι μαζί με την οικογένειά του. Τα λόγια του μας υπενθύμισαν ότι η μετανάστευση δεν αφορά μόνο τη μετακίνηση, αλλά και ελπίδες, θυσίες και την αναζήτηση της ασφάλειας.
O συμμαθητής μας από την Κολομβία
Μία άλλη σημαντική συνέντευξη ήταν με έναν εννιάχρονο συμμαθητή μας που κατάγεται από την Κολομβία. Η ιστορία του έφερε το θέμα πιο κοντά στη δική μας καθημερινότητα, καθώς πολλοί συμμαθητές και φίλοι μας είναι μετανάστες ή παιδιά μεταναστών. Εξήγησε ότι η προσαρμογή στην Ισπανία ήταν δύσκολη λόγω της πολιτισμικής αλλαγής, των οικογενειακών προβλημάτων και των οικονομικών δυσκολιών. Ανέφερε επίσης ότι η βαλενσιανική γλώσσα ήταν μια δυσκολία που δεν είχαν υπολογίσει. Παρ’ όλα αυτά, είπε ότι η στήριξη της οικογένειας και το αίσθημα αποδοχής στο σχολείο ήταν τα καθοριστικά στοιχεία που τον βοήθησαν να προχωρήσει. Επίσης, απέρριψε τις κοινότοπες προκαταλήψεις, ειδικά την ιδέα ότι στους μετανάστες παρέχονται τα πάντα με ευκολία ή ότι έρχονται για να προκαλέσουν προβλήματα.
Η συνέντευξή μας με τον Χοσέ Μαρία, έναν γιατρό από τον Παναμά που ζει στην Ισπανία από το 2008, μας έδειξε μια διαφορετική πλευρά της μετανάστευσης. Η περίπτωσή του ανήκει στην κατηγορία της μετανάστευσης υψηλής εξειδίκευσης, με τις δικές της προκλήσεις και προκαταλήψεις. Εξήγησε ότι η προσαρμογή σε μια νέα χώρα ήταν δύσκολη αρχικά λόγω της γραφειοκρατίας και της απόστασης από την οικογένειά του. Με τον καιρό, ωστόσο, η γλώσσα, η εργασία και η κοινωνική σταθερότητα τον βοήθησαν να νιώσει ότι έχει πια ενταχθεί. Ανέφερε επίσης ότι ένα άδικο στερεότυπο είναι η πεποίθηση ότι οι επαγγελματίες που έχουν εκπαιδευτεί εκτός Ευρώπης είναι λιγότερο ικανοί, ενώ αυτό δεν ισχύει απαραίτητα.
Ο επιχειρηματίας Ματίας Λέμπο μας έδωσε άλλη μία πολύτιμη οπτική. Εξήγησε ότι μετακόμισε στην Ισπανία με την οικογένειά του αναζητώντας ασφάλεια και ποιότητα ζωής και ότι κατάφερε να στήσει μια επιχείρηση χάρη στην προηγούμενη εμπειρία του, τις οικονομίες του και την επιμονή του. Η ιστορία του είναι σημαντική γιατί δείχνει ότι η μετανάστευση δεν συνδέεται μόνο με δυσκολίες, αλλά και με την κοινωνική συνεισφορά. Η επιχείρησή του συμβάλλει στην οικονομική δραστηριότητα, δημιουργεί θέσεις εργασίας και παράγει φορολογικά έσοδα, αποδεικνύοντας ότι η μετανάστευση μπορεί επίσης να συμβάλει στην τοπική ανάπτυξη.
Η άγνοια γεννά φόβο
Τέλος, ο καθηγητής Χουάν Νταβίντ Σεμπέρε Σουβαναβόνγκ από το Πανεπιστήμιο του Αλικάντε μας βοήθησε να εντάξουμε όλες αυτές τις ιστορίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Υποστήριξε ότι η μετανάστευση συχνά γίνεται αντικείμενο χειραγώγησης στον δημόσιο διάλογο και ότι ο φόβος μεγαλώνει όταν υπάρχει άγνοια. Για εκείνον, η λύση δεν είναι να αρνούμαστε τις προκλήσεις, αλλά να τις αντιμετωπίζουμε μέσω της συνύπαρξης, της εκπαίδευσης και των δημοκρατικών αξιών. Οι απόψεις του μας έκαναν να καταλάβουμε ότι η μετανάστευση δεν είναι ένα παροδικό ζήτημα, αλλά μέρος του παρόντος και του μέλλοντος της Ευρώπης.
Τελικά, το εγχείρημα αυτό μας δίδαξε κάτι απλό αλλά σημαντικό: Οταν οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, ο φόβος μεγαλώνει και ο φόβος μετατρέπεται εύκολα σε προκατάληψη. Γι’ αυτό η καλύτερη απάντηση δεν είναι η απόρριψη αλλά η διαπολιτισμική συνύπαρξη που βασίζεται στον σεβασμό. Αν η Ευρώπη θέλει να παραμείνει πιστή στις δικές της αξίες – την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, την ισότητα, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα –, πρέπει να οικοδομήσει ένα μέλλον στο οποίο η πολυμορφία δεν θα θεωρείται απειλή, αλλά συστατικό στοιχείο μιας κοινής ζωής.
Των Miguel Angel Rojas Amador, Valeria Torras Solano, Juana Lembo Nasca και Marta Delgado Quirant, Ισπανία, Colegio Diocesano San Juan Bautista de Alicante
