Οι αντοχές των ελληνικών επιχειρήσεων δοκιμάζονται από το πλήθος των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και των ενεργειακών κινδύνων που γεννά ο εξελισσόμενος για δεύτερο μήνα πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ο οποίος παρά τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις ολοκλήρωσής του δεν λέει να τελειώσει.
Αντιθέτως, πάει από εβδομάδα σε εβδομάδα και όλα δείχνουν ότι και ο Απρίλιος θα είναι πολεμικός. Βάσει των παραπάνω διαπιστώσεων οι περισσότερες των μεγάλων, μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων «παίζουν άμυνα» κατά το κοινώς λεγόμενο, ευελπιστώντας ότι το τρέχον πολεμικό αδιέξοδο των εκατέρωθεν καταστροφικών πληγμάτων, που διατηρούν τα Στενά του Ορμούζ κλειστά και εκτινάσσουν τις διεθνείς τιμές των ενεργειακών αγαθών στα ύψη, θα αρθεί προσεχώς.
Κοινή ανησυχία
Κάτι που ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται επί του παρόντος, παρότι ο εμφανώς πια πολιτικά πιεζόμενος αμερικανός πρόεδρος προαναγγέλλει κάθε τόσο το προσδοκώμενο τέλος που δεν έρχεται. Προφανώς η αμφιθυμία και αντιφατικότητα των σχεδόν καθημερινών δηλώσεών του δεν στερεώνουν τις ελπίδες ότι η κρίση θα λυθεί σύντομα.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο διάγγελμα της περασμένης Τετάρτης προς τον αμερικανικό λαό ο Ντόναλντ Τραμπ, παρότι απαρίθμησε πλήθος νικών και επιτυχιών στο ιρανικό μέτωπο, απέφυγε να δώσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα λήξης των επιχειρήσεων.
Κοινή είναι λοιπόν η ανησυχία ότι παρατεινόμενη η πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα διαμορφώσει παγκοσμίως συνθήκες αλυσίδας πληθωριστικών πιέσεων που ξεπερνά τα καύσιμα, επιδρά στις μεταφορές και στην ηλεκτροπαραγωγή, επηρεάζει μέσω των λιπασμάτων τα τρόφιμα και τις τιμές τους και μεταφέρεται σε πλήθος άλλων αγορών, της τεχνολογικής συμπεριλαμβανομένης, καθώς η σχετιζόμενη με τα ενεργειακά αγαθά παραγωγή ευγενών αερίων συνδέεται και με την παραγωγή προηγμένων τσιπ.
Δεύτερη πρόκληση
Με αποτέλεσμα να δημιουργείται διεθνώς η αίσθηση ενός επερχόμενου γενικευμένου πληθωριστικού σοκ που καθιστά τους πάντες επιφυλακτικούς και διατηρούμενη, δεν χωρεί αμφιβολία, ότι θα επηρεάσει συνολικά τις αναπτυξιακές προοπτικές των περισσότερων οικονομιών, ιδιαιτέρως της Ευρώπης, οι χώρες της οποίας αντιμετωπίζουν μια δεύτερη ενεργειακή πρόκληση και κρίση τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι εσχάτως πάνω από την παγκόσμια οικονομία ίπταται το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού, ξυπνώντας μνήμες της δεκαετίας του ’70.
Στις τράπεζες ωστόσο, οι οποίες παρακολουθούν από κοντά τη στάση και συμπεριφορά των ελληνικών επιχειρήσεων, παρατηρούν ότι δεν επικρατεί πανικός, όπως είχε συμβεί την άνοιξη του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οσοι έχουν μνήμες εκείνης της κρίσης θυμούνται ότι τότε περίσσευε η ένταση και σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε σε βεβιασμένες κινήσεις και αναθεωρήσεις σχεδίων.
Τα business plan
Στην τρέχουσα κρίση της Μέσης Ανατολής ανώτερα τραπεζικά στελέχη βεβαιώνουν ότι δεν έχουμε τέτοια φαινόμενα. Τα business plan των περισσότερων επιχειρήσεων διατηρούνται ενεργά, δεν αναθεωρούνται. Μπορεί χρονικά να μετατίθενται πράξεις και να αναστέλλονται δράσεις, αλλά στρατηγικά οι επιχειρήσεις δεν μετακινούνται, υπολογίζοντας προφανώς ότι παρά τις πολλές αντιφατικές δηλώσεις του αμερικανού προέδρου ο πόλεμος θα τελειώσει σχετικά σύντομα, καθώς δεν εξαντλεί μόνο τους αμυνόμενους, παρά εξουθενώνει και τους επιτιθέμενους.
Κακά τα ψέματα, το Ισραήλ μετρά εκτεταμένες ζημιές στο έδαφός του από τις επιθέσεις των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και οι αμερικανοί καταναλωτές βλέπουν την ακρίβεια να θεριεύει καθώς η τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 4 δολάρια το γαλόνι, κάτι που έχει να συμβεί από την προηγούμενη ενεργειακή πίεση του 2022.
Ως εκ τούτου οι περισσότερες των ελληνικών επιχειρήσεων προσπαθούν στην παρούσα φάση να ελέγξουν κατά το δυνατόν τις λειτουργικές τους δαπάνες και να διατηρήσουν ανέπαφα τα έσοδά τους, ώστε να μη μειωθεί η ρευστότητά τους και έτσι να μη χρειαστεί να προσφύγουν σε έκτακτους δανεισμούς. Και αυτό γιατί γνωρίζουν ότι το κόστος του χρήματος θα αυξηθεί προσεχώς και τα όποια νέα δάνεια θα βαρύνονται με υψηλότερα επιτόκια.
Τα επιτόκια
Ηδη τα σενάρια από τη Φρανκφούρτη, από την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ανεβάζουν από δύο σε τρεις τις αναμενόμενες αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2026. Κάτι που σημαίνει ότι το βασικό επιτόκιο διαπραγμάτευσης της ΕΚΤ θα ανέλθει μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους ακόμη και στο 2,75% από 2% που είναι σήμερα.
Ορισμένες, προκειμένου να διατηρήσουν τη ρευστότητά τους, πιθανώς να μπουν στον πειρασμό να αυξήσουν τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών τους, όπως φανέρωσε η εξέλιξη του πληθωρισμού τον Μάρτιο στο 3,3% από 3,1% τον Φεβρουάριο και μαρτυρούν οι προβλέψεις των περισσοτέρων, που βλέπουν τον πληθωρισμό να κλείνει την τρέχουσα χρονιά σε επίπεδα υψηλότερα του 4%. Οι μεταφορές ήδη πιέζονται και τα πυροσβεστικά μέτρα των προηγούμενων ημερών δεν αρκούν να αποτρέψουν τις αυξήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρμόδιος υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης εξετάζει τη λήψη πρόσθετων μέτρων προς άμβλυνση των πληθωριστικών πιέσεων.
Ο πληθωρισμός
Οπως όλα δείχνουν, τα πάντα θα κριθούν από τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης και από τη διάρκεια και τους όρους αποκατάστασης των συνθηκών ελεύθερης ναυσιπλοΐας που θα επικρατήσουν στα Στενά του Ορμούζ και στην ευρύτερη ζώνη του Περσικού Κόλπου. Και εσωτερικά βεβαίως από τις δυνατότητες παρέμβασης της κυβέρνησης, από τους πόρους δηλαδή που θα έχει στη διάθεσή της, προκειμένου να ελέγξει τις πληθωριστικές πιέσεις. Κατά τα φαινόμενα, τα ταμεία του Ελληνικού Δημοσίου συνεχίζουν να γεμίζουν.
Οσο οι συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα παραμένουν αμείωτοι, τα κρατικά έσοδα αυξάνονται. Το ίδιο ισχύει και με τον ΦΠΑ. Οσο ανεβαίνουν οι τιμές και αυξάνεται ο πληθωρισμός, τόσο προστίθενται έσοδα στα κρατικά ταμεία επειδή απλούστατα ανεβαίνει η βάση υπολογισμού των έμμεσων φόρων.
Δυσβάσταχτα βάρη
Κατά τα φαινόμενα, εξαιτίας ακριβώς αυτής της εισπρακτικής αλληλουχίας, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα βαίνουν και φέτος αυξανόμενα και κατ’ επέκταση θα διατηρηθούν πολύ υψηλά, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να παρεμβαίνει πυροσβεστικά και να κερδίζει χρόνο, προσβλέποντας και αυτή ότι ο εξαντλητικός και εξουθενωτικός πόλεμος κάποια στιγμή, στο ορατό μέλλον, θα τελειώσει, χωρίς να αφήσει πίσω του δυσβάσταχτα και μη διαχειρίσιμα βάρη για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες.
Με αυτή την προσδοκία πορεύονται οι επιχειρήσεις και στη βάση αυτής χτίζεται η άμυνα και η αναμονή των επιχειρήσεων. Και με την ελπίδα επίσης ότι το τέλος αυτού του τόσο αμφιλεγόμενου και αμφισβητούμενου πολέμου θα σημάνει και την υποχώρηση των αλλοπρόσαλλων γεωπολιτικών ασκήσεων και ανατροπών του Ντόναλντ Τραμπ. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν ηττηθεί στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, τις οποίες παρεμπιπτόντως προσπαθεί να ελέγξει με κάθε τρόπο, χρησιμοποιώντας αντιδημοκρατικά μέσα και εργαλεία. Αν μπορούσε να τις καταργήσει δεν θα δίσταζε να το κάνει. Τόσο πολύ φοβάται το αποτέλεσμά τους…
