Εντός ενός εξαιρετικά ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά και με δεδομένα τα ισχνά περιθώρια προόδου επί της ουσίας του ελληνοτουρκικού διαλόγου, δηλαδή όσον αφορά τη διευθέτηση του μείζονος ζητήματος οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, πραγματοποιείται το ταξίδι του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αγκυρα, όπου στις 11 Φεβρουαρίου θα συναντηθεί για δέκατη φορά ως πρωθυπουργός με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Ενδεικτικό της δυστοκίας που επικρατεί την τελευταία περίοδο ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου είναι το γεγονός ότι έως ότου να καταστεί εφικτή η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας- Τουρκίας απαιτήθηκε να παρέλθουν σχεδόν δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων καταγράφηκαν αποτυχημένες απόπειρες, εκ διαμέτρου διαφορετικές προτεραιότητες, μία απρεπής ματαίωση της τελευταίας στιγμής, αλλά και σειρά περιστατικών αντιπαράθεσης, τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και επί του πεδίου.
Ειδικά τα τελευταία, όπως η διακοπή του έργου πόντισης ηλεκτρικού καλωδίου στα ανοικτά της Κάσου, η αποτύπωση των απώτατων ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, η εκδήλωση ενδιαφέροντος της Chevron στα νότια της Κρήτης και η απειλή ελληνικού βέτο για τη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE αν δεν αρθεί το casus belli, λειτούργησαν απλώς ως αφορμή για να έρθει ξανά στην επιφάνεια η τουρκική αναθεωρητική ατζέντα – και μάλιστα σε πλήρη ανάπτυξη.
Εν πολλοίς πρόκειται περί αναμενόμενης εξέλιξης, διά της οποίας ουσιαστικά αναιρέθηκε η βαρύτητα των αναβαθμισμένων πολιτικών διαβουλεύσεων, όπως αυτές συμφωνήθηκαν να διεξάγονται στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Αθηνών (Δεκέμβριος, 2023). Αλλωστε, οι υπουργοί Εξωτερικών κ.κ. Γεραπετρίτης και Φιντάν συμφώνησαν δημοσίως, τον Νοέμβριο του 2024, ότι κοινό πλαίσιο επίλυσης της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα δεν υπάρχει.
Καθώς, όμως, στις δύο πρωτεύουσες έχει εμπεδωθεί ότι η εποχή «Τραμπ 2.0» προστάζει για συγκλίσεις – πολλώ δε μάλλον προκειμένου να αποφευχθεί η φημολογούμενη αμερικανική παρέμβαση «ειρήνευσης» στην ευρύτερη περιοχή – πρώτιστος στόχος του τετ α τετ των δύο ηγετών αλλά και της διυπουργικής συνόδου είναι να μεταδοθεί διεθνώς το μήνυμα ότι Ελλάδα και Τουρκία παραμένουν προσηλωμένες στην οδό του διαλόγου, ανεξαρτήτως των δυνητικών αποτελεσμάτων. Η ανησυχία της κυβέρνησης περί έξωθεν παρέμβασης αποτυπώθηκε ρητά και στη διαρροή, αμέσως μετά την ανακοίνωση του ταξιδιού Μητσοτάκη: «Αθήνα και Αγκυρα συμμερίζονται την άποψη ότι τα ζητήματα που αφορούν τις δύο χώρες θα πρέπει να συζητούνται σε διμερές επίπεδο».
«Ζωτικής σημασίας οι δίαυλοι επικοινωνίας»
Στην ελληνική πρωτεύουσα, άλλωστε, εκτιμούν ως προτεραιότητα μέγιστης σημασίας τη διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας ώστε να αποκλιμακώνονται οι κρίσεις, με ανώτερες διπλωματικές πηγές να λένε στο «Βήμα» ότι «εν μέσω μιας παγκόσμιας αναταραχής όπου πολλοί παίκτες βγαίνουν στο πεδίο και διεκδικούν ενεργά την ισχυροποίηση των θέσεών τους (βλ. ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα, Ισραήλ, Ιράν), η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ζωτικής σημασίας για τα μικρότερα κράτη-status quo, όπως είναι κατεξοχήν η Ελλάδα».
Παρά, βεβαίως, τις ανησυχίες και την κοινή συνισταμένη Αθήνας – Αγκυρας προς παράταση της νηνεμίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις – με διάσπαρτα έστω περιστατικά σχετικά ελεγχόμενης έντασης – οι κ.κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν προωθούν στην εν λόγω συγκυρία παράλληλες ατζέντες. Το μεν βλέμμα του Μεγάρου Μαξίμου είναι στραμμένο στο εσωτερικό, εν όψει μιας μακράς και απαιτητικής προεκλογικής περιόδου, ενώ ο τούρκος πρόεδρος απασχολείται κατά κόρον με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, και δη με την ενίσχυση των θέσεων της Αγκυρας στη Συρία.
Στην ελληνική πρωτεύουσα, πάντως, εξετάζουν προσεκτικά τις δηλώσεις του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν περί επίλυσης του «προβλήματος του Αιγαίου», τις οποίες μάλιστα ο έλληνας πρωθυπουργός χαρακτήρισε (Σκάι) «δειλό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση». Στην ερώτηση αν θα μπορούσε να αναμένεται αλλαγή της τουρκικής στάσης, δηλαδή απομόνωση του ζητήματος οριοθέτησης από την αναθεωρητικά ατζέντα, το Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών απαντούν ότι «ναι μεν οι πιθανότητες είναι σχεδόν ανύπαρκτες, όμως το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ουσιαστικής επανέναρξης του πολιτικού διαλόγου θα διαπιστωθεί στο ραντεβού με τον Ερντογάν».
Δυο κόσμοι εντελώς διαφορετικοί
Με τις εθνικές εκλογές στην Ελλάδα να προγραμματίζονται το αργότερο πέριξ της άνοιξης του 2027, το αφήγημα του κυβερνητικού επιτελείου όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις περιορίζεται πλέον στο δίπτυχο διατήρηση των «ήρεμων νερών» – ούτε βήμα πίσω από τις εθνικές «κόκκινες γραμμές». Σήμερα, λοιπόν, τίποτα δεν θυμίζει το καλοκαίρι του 2023, όταν λίγες ημέρες μετά την επανεκλογή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε σε ευκαιρία συμφωνίας για τις θαλάσσιες ζώνες προειδοποιώντας μάλιστα ότι θα απαιτηθούν «συμβιβασμοί». «Συνήθως αυτές οι μείζονες επιλογές γίνονται στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας. Πλέον δεν είναι εύκολο να προχωρήσει μια τέτοια συζήτηση» επισημαίνει στο «Βήμα» υψηλόβαθμό στέλεχος που γνωρίζει τον τρόπο σκέψης του Πρωθυπουργού.
Τις τελευταίες εβδομάδες είναι φανερό ότι το Μέγαρο Μαξίμου χρησιμοποιεί τη γεωπολιτική αστάθεια προκειμένου η Νέα Δημοκρατία του κ. Μητσοτάκη να ταυτιστεί στο συλλογικό υποσυνείδητο ως η μόνη πολιτική δύναμη στη χώρα που μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα. Εξού και ο Πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπεύθυνος ηγέτης, ο οποίος εξασφαλίζει τη νηνεμία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, θωρακίζει αμυντικά τη χώρα και ταυτοχρόνως υπερασπίζει την εθνική κυριαρχία. Στο επιτελείο πάντως του κ. Μητσοτάκη επιμένουν ότι «ειρήνη με την Τουρκία σε βάθος δεκαετιών δεν πρόκειται να υπάρξει χωρίς επίλυση της διαφοράς μας».
Από την άλλη πλευρά, η τουρκική δημόσια σφαίρα ουδόλως ασχολείται με το επικείμενο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας. Οπως εξηγεί στο «Βήμα» διπλωματική πηγή από την Αγκυρα, «τα ΜΜΕ επικεντρώνονται αφενός στο θέμα των χωρικών υδάτων, αναπαράγοντας διαρκώς τις δηλώσεις της Αθήνας περί “κυριαρχικού δικαιώματος” επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια, αφετέρου στην ενίσχυση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, και δη στη στρατιωτική πτυχή. Καλλιεργείται έτσι ένα κλίμα διαρκούς καχυποψίας».
Στην Τουρκία, πράγματι, το λεγόμενο «σύνδρομο της περικύκλωσης» από τους «εχθρούς του έθνους» (Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ) παραμένει ενεργό, όμως οι προτεραιότητες της ηγεσίας είναι διαφορετικές. «Η κυβέρνηση είναι επικεντρωμένη στη Συρία, και δη στην εξάλειψη της “κουρδικής τρομοκρατίας”. Αποτυχία της σημερινής συριακής κυβέρνησης θα επηρεάσει άμεσα την τύχη της ειρηνευτικής διαδικασίας με τους Κούρδους και στην Τουρκία» λέει στο «Βήμα» ο Εμρέ Ερντογάν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί. Εκτιμά δε ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος έχει απολέσει τη δυναμική του, καθώς η Αγκυρα δεν προσβλέπει πια στην ένταξή της στην ΕΕ.
Ο γρίφος των χωρικών υδάτων
Λίγες ημέρες πριν από τη διεξαγωγή του ΑΣΣ, η Αγκυρα φρόντισε διά διαφόρων οδών (navtex, NOTAM και πηγών του υπουργείου Αμυνας) να επαναφέρει στη δημοσιότητα τις πάγιες θέσεις της περί υφαλοκρηπίδας, αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, «Γαλάζιας Πατρίδας», δικαιοδοσίας έκδοσης αδειών προς ερευνητικές δραστηριότητες αλλά και διεξαγωγής Ερευνας και Διάσωσης (SAR). Κοινός παρονομαστής, πρώτον, ότι ανατολικά του 28ου μεσημβρινού ουδέν έργο ή άλλη πρωτοβουλία πρόκειται να πραγματοποιηθεί άνευ τουρκικής έγκρισης, και, δεύτερον, ότι για τις οριοθετήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ηπειρωτικές ακτές των δύο κρατών.
Στη βάση αυτών, η δήλωση του Φιντάν περί χωρικών υδάτων μοιάζει περισσότερο με γρίφο ή και «παγίδα» παρά με έμπρακτη διάθεση διαπραγμάτευσης. Για την Αθήνα, άλλωστε, το θέμα χωρικών υδάτων δεν τίθεται προς συζήτηση – τουλάχιστον επισήμως – παρά πάντως το γεγονός ότι αν δεν καθοριστεί η αιγιαλίτιδα ζώνη δεν είναι δυνατό να οριοθετηθούν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. «Είναι “δειλό βήμα” όπως είπε ο Πρωθυπουργός διότι για πρώτη φορά οι Τούρκοι δεν συνδέουν τη συζήτηση για τα χωρικά ύδατα με το casus belli» λέει στο «Βήμα» υψηλόβαθμη διπλωματική πηγή. Οι προβολείς πλέον είναι στραμμένοι στις δημόσιες δηλώσεις των δύο ηγετών. Διότι πλέον τα ζητήματα που μπορεί να οδηγήσουν σε αντιπαράθεση βρίσκονται σε πρώτο πλάνο.
