Το τίμημα της ιδιοφυΐας

Ο Γιώργος Σκεύας παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το έργο που έγραψε ο Μαρκ Ρέιβενχιλ για τη συνεργασία του Μπέντζαμιν Μπρίτεν με την Ιμοτζεν Χολστ – Ενα καθολικό σχόλιο για τη φύση της τέχνης μέσα από την ιστορία δυο ξεχωριστών ανθρώπων

Το τίμημα της ιδιοφυΐας

Πρώτη μεγάλη παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το 2026, το θεατρικό έργο «Μπεν και Ιμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ δεν είναι απλώς το χρονικό μιας δημιουργικής συνάντησης· είναι μια ανατομία της ψυχής του καλλιτέχνη σε κατάσταση πίεσης.

Η συνεργασία του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και της Ιμοτζεν Χολστ, την εποχή που ο πρώτος συνέθετε την όπερα «Γκλοριάνα» – παραγγελία για τον εορτασμό της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ Β’ – παρουσιάζεται ως ένας εύθραυστος χώρος εμπιστοσύνης, όπου η δημιουργία γεννιέται μέσα από την ένταση, την αμφιβολία αλλά και τη βαθιά ανάγκη για κατανόηση. Ανάμεσα σε σιωπές, εκρήξεις και στιγμές σχεδόν οδυνηρής ειλικρίνειας, το έργο (που ξεκίνησε ως ραδιοφωνική παραγωγή του BBC το 2013 και ανέβηκε στη σκηνή της Royal Shakespeare Company το 2024) φωτίζει τη μοναξιά του δημιουργού και το τίμημα της ιδιοφυΐας μετατρέποντας την ιστορία δύο ξεχωριστών ανθρώπων σε ένα καθολικό σχόλιο για τη φύση της τέχνης.

«Εχω διατηρήσει το ιστορικό πλαίσιο, ζητούμενο όμως ήταν να παρουσιάσω την ιστορία μιας συνάντησης με τρόπο που να γίνει ενδιαφέρουσα και για τον θεατή που δεν γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες» λέει στο «Β» ο Γιώργος Σκεύας

Σκηνοθέτης της παράστασης, που παρουσιάζεται σε πρώτη πανελλήνια πρεμιέρα στις 22 Ιανουαρίου, ο Γιώργος Σκεύας μας ξεναγεί στον ιδιαίτερο κόσμο των δύο προσωπικοτήτων – του Μπρίτεν και της Χολστ – που έδωσαν την ευκαιρία στον ευφάνταστο Ρέιβενχιλ να μιλήσει για «το κόστος, από όλες τις απόψεις, της συνύπαρξης κάποιων ανθρώπων με στόχο τη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού έργου. Ποιος είναι ο δρόμος; Ποια είναι τα εμπόδια όταν βρίσκεται κανείς σε ένα τέτοιο πλαίσιο, εν προκειμένω όταν καλείται να δημιουργήσει μία όπερα μεγάλων διαστάσεων για τη στέψη μιας βασίλισσας; Τότε τα περιθώρια ήταν στενά. Ο Μπρίτεν έπρεπε να εργαστεί μέσα σε ένα εξαιρετικά ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, το οποίο ο Ρέιβενχιλ μετατρέπει δραματουργικά σε μια “κύηση” εννέα μηνών». Σε μια κύηση που δυστυχώς δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα: Η «Γκλοριάνα», παρά το κύρος της ανάθεσης, γνώρισε ψυχρή έως εχθρική υποδοχή στην πρεμιέρα της.

Το βαρύ φορτίο της «Γκλοριάνα»

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1952. Η Μεγάλη Βρετανία προετοιμάζεται για τη στέψη της Ελισάβετ Β’ και ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν επωμίζεται ένα δυσβάστακτο φορτίο: τη σύνθεση μιας εορταστικής όπερας, ανάθεση που αποδείχθηκε ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη λόγω του σκοτεινού και σύνθετου χαρακτήρα του θέματος που επιλέχτηκε και που αφορούσε την πολυσυζητημένη σχέση της βασίλισσας Ελισάβετ Α’ με τον Ρόμπερτ Ντεβερέ, κόμη του Εσεξ. Ο συνθέτης, κλεισμένος στο σπίτι του στο Αντεμπουργκ, συνεργάζεται στενά με τον λιμπρετίστα Γουίλιαμ Πλόμερ. Παρών στη διαδικασία είναι και ο σύντροφός του και τακτικός ερμηνευτής των έργων του, τενόρος Πίτερ Πίαρς. Ο χρόνος κυλά εχθρικά, κάποια στιγμή η προσπάθεια μοιάζει να οδηγείται σε αδιέξοδο. «Μπορεί ο Μπρίτεν να ήταν ένας καταξιωμένος συνθέτης, όμως στην περιπέτεια της “Γκλοριάνα” συνάντησε τρομερά εμπόδια» επισημαίνει ο Γ. Σκεύας: «Ηταν όλη αυτή η πίεση, η εθνική διάσταση που είχε προσλάβει το εγχείρημά του, η βασίλισσα και οι συμβολισμοί γύρω από το πρόσωπό της στη μεταπολεμική εποχή, η απεγνωσμένη ανάγκη του να “γεννήσει” κάτι καινούργιο».

Τη στιγμή που δεν ήξερε τι να κάνει, η συνεργάτιδά του Ιμοτζεν Χολστ, κόρη του εμβληματικού συνθέτη Γκούσταβ Χολστ, καταξιωμένη συνθέτρια και μουσικοπαιδαγωγός, ανέλαβε καθοριστικό ρόλο. «Για να γίνει ο πρακτικός νους, ο μουσικός καταλύτης, η πηγή ενέργειας που χρειαζόταν ο συνθέτης για να μετατρέψει το χάος των σημειώσεων σε μια ιστορική παρτιτούρα» εξηγεί ο σκηνοθέτης της παράστασης: «Ολα αυτά μένοντας στη σκιά, όπως έκανε πάντα». Από επιλογή; «Ναι! Επειδή, αν και ήταν και εκείνη μουσικός, θεωρούσε πιθανώς ότι δεν ήταν αρκετά καλή. Και όμως ήταν! Είχε μάλιστα βοηθήσει πολύ και τον πατέρα της στο έργο του. Ηθελε όμως να διατηρεί ένα χαμηλό προφίλ, ήταν η φύση της τέτοια. Ηθελε να είναι κοντά στον άνθρωπο, να δουλεύει ομαδικά, να μεταδίδει την αγάπη για τη μουσική, χωρίς να ξεχωρίζει, χωρίς να κάνει θόρυβο». Πέρα βεβαίως από την προσωπική ιστορία της, εκείνο που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και στο οποίο εστιάζει το έργο είναι η σχέση που αναπτύσσει με τον Μπρίτεν, «μια σχέση που παράγει και πόνο, αλλά κυρίως που βασίζεται στην απόλυτη αγάπη και στο πάθος για τη μουσική».

Η απουσία του Πίαρς

Μεγάλος απών από το «Μπεν και Ιμο» είναι βεβαίως ο σερ Πίτερ Πίαρς και αυτό είναι περίεργο δεδομένου ότι ο σημαντικός καλλιτέχνης ήταν καταλυτική παρουσία στη ζωή και τη δημιουργική πορεία του Μπρίτεν. Γιατί ο Ρέιβενχιλ επιλέγει να μην τον εμφανίσει στη σκηνή; «Αυτό είναι ηθελημένο» εξηγεί ο Γ. Σκεύας: «Διά της απουσίας του γίνεται ακόμη πιο δυνατή η παρουσία του. Ο Μπρίτεν και η Χολστ μιλούν διαρκώς για εκείνον, ποτέ όμως δεν ανοίγει μια πόρτα για να εμφανιστεί. Αυτό δεν εμποδίζει τον θεατή να καταλάβει πως ο Πίτερ Πίαρς είναι πάντα εκεί, επηρεάζει με τον δικό του τρόπο τις καταστάσεις».

Πώς, αλήθεια, ένας σκηνοθέτης ζωντανεύει στη σκηνή δύο προσωπικότητες που δεν είναι προϊόντα μυθοπλασίας αλλά που υπήρξαν και που μπορούμε πάντα να δούμε πώς ήταν στην πραγματικότητα, πώς κινούνταν, πώς μιλούσαν, πώς εργάζονταν μέσα από βίντεο; «Ανατρέχεις στα αρχεία», λέει ο Γ. Σκεύας, «λαμβάνεις υπόψη σου τις αναφορές που υπάρχουν, τα ιστορικά στοιχεία. Αλλά από ένα σημείο και έπειτα τα αφήνεις πίσω σου όλα αυτά και έχεις απλώς δύο ανθρώπους, οι οποίοι εν προκειμένω ακούν στα ονόματα Μπεν και Ιμο. Αναφέρομαι στον τρόπο με τον οποίο δούλεψα εγώ. Τους αντιμετώπισα ως δύο ανθρώπους που άλλα πράγματα τους συνδέουν και άλλα τους χωρίζουν. Που καλούνται να ακουμπήσουν ο ένας στον άλλο, να λειτουργήσουν μαζί για να ολοκληρώσουν μια εθνικής σημασίας αποστολή. Εχω διατηρήσει το ιστορικό πλαίσιο, ζητούμενο όμως ήταν να παρουσιάσω την ιστορία μίας συνάντησης με τρόπο που να γίνει ενδιαφέρουσα και για τον θεατή που δεν γνωρίζει ιστορικές λεπτομέρειες. Αυτό είναι εξάλλου το ζητούμενο με όλα τα θεατρικά έργα, να σε παρασύρουν ακόμα και αν δεν ξέρεις τίποτε, ακόμη και αν δεν σε ενδιαφέρει να μάθεις κάτι».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης καταπιάνεται με τον αιχμηρό και ψυχολογικά διεισδυτικό λόγο του Ρέιβενχιλ. Είχε σκηνοθετήσει με μεγάλη επιτυχία και τη «Ράβδο», ένα από τα εμβληματικά έργα του μαζί με το «Shopping and Fucking». «Είναι ένας συγγραφέας που με γοητεύει», λέει, «γιατί ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα, μέσω και της ιδιαίτερης γλώσσας του, νομίζω ότι είναι πολύ κοντά σε αυτό που αισθάνομαι. Κάτι αγγίζει μέσα μου. Εχω αγαπήσει το σύμπαν που χτίζει, δεν γίνεται εξάλλου αλλιώς, δεν μπορώ παρά να αγαπήσω κάτι πάρα πολύ για να μπορέσω να ασχοληθώ μαζί του. Εδώ όμως, αυτή φορά, νομίζω πως μπορεί και να γεννιέται κάτι ιδιαίτερο. Η Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής είναι ο ιδανικός χώρος για το συγκεκριμένο έργο, ένα θέατρο δωματίου, μια παράσταση για δύο ανθρώπους που δημιουργούν μουσική. Χαίρομαι που το κάνω σε αυτόν τον χώρο και ελπίζω να καταφέρουμε όπως μίλησε σε εμάς το “Μπεν και Ιμο” να μιλήσει και στους θεατές».

INFO

«Μπεν και Ιμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ. Από τις 22 Ιανουαρίου ως τις 14 Φεβρουαρίου στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Μετάφραση-σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας.

Με τον Αρη Μπαλή (Μπέντζαμιν Μπρίτεν) και την Αγγελική Παπαθεμελή (Ιμοτζεν Χολστ). Πρωτότυπη μουσική: Σήμη Τσιλαλή. Σκηνικά, κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version