Η κουβέντα με τον Νίκο Λεκάκη βρίσκεται περίπου στη μέση της. Είναι αρκετά επιφυλακτικός με το επίθετο «αναγνωρίσιμος» και διερωτάται: «Επιτυχία; Σε σχέση με τι; Δεν ξέρω πώς ακούγεται αυτό, αλλά στο δικό μου το μυαλό ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να στοχεύει στην επιτυχία. Αν, δηλαδή, η μόνη αγωνία σου είναι η επιτυχία με κάθε κόστος, τότε μάλλον δεν είσαι και πολύ καλλιτέχνης».
Μη γελιέστε, ο τόνος του νεαρού ηθοποιού δεν είναι πομπώδης, ούτε απόλυτος, αλλά ήπιος και ιδεαλιστικός. Τον απασχολούν σταθερά η «διαδικασία» και το «βαθύτερο κίνητρο για τη δημιουργία».
Ο Λεκάκης πέρασε από τη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, αποφοίτησε το 2015. Μετά από κάποιες παραστάσεις και τη συμμετοχή του, πιο πρόσφατα, στις δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές «Αγριες μέλισσες» και «Παράδεισος των κυριών», καθώς τα επαγγελματικά του «είχαν ομαλή ροή», ο ίδιος αποφάσισε να μετοικήσει στην Αγγλία και (ως υπότροφος, μάλιστα) να κάνει ένα μεταπτυχιακό «πάνω στη σκηνική σύνθεση», στο Royal Central School of Speech and Drama του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Δύο πειραματικά εγχειρήματα
Ο Λεκάκης περιγράφει ενθουσιασμένος τις δραστηριότητές του, τα «δύο πρότζεκτ που ακόμα τρέχουν εκεί τώρα» με τους τίτλους «The Window Project» και «Prometheus Now», εγχειρήματα πειραματικά τα οποία ξεπερνούν το θέατρο με τη στενή έννοια και, αντιστοίχως, προσεγγίζουν τις έννοιες της «ιδιωτικότητας» και της «ακινησίας».
Πλην όμως, εκείνο το μεσημέρι, καθόμαστε σε μια γωνιά του Κτιρίου Τσίλλερ, στο Εθνικό Θέατρο, και συζητούμε με αφορμή το «Kontakthof» της Πίνα Μπάους που συνεχίζεται στην Κεντρική Σκηνή. Ο Λεκάκης ανήκει στους 23 έλληνες ερμηνευτές μέσω των οποίων αναβιώνει αυτό το (εμβληματικό για την ιστορία του χοροθεάτρου) έργο που παρουσιάστηκε το 1978 στην Οπερα του Βούπερταλ. «Σαν δώρο το βιώνω εγώ όλο αυτό, νομίζω έτσι το εκλαμβάνουν και οι θεατές» λέει στο «Βήμα» ο ηθοποιός.
«Μία από τις πρώτες μεταπτυχιακές εργασίες μου ήταν πάνω στο έργο της Πίνα Μπάους· μια έρευνα που δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη συνέχεια από τη συμμετοχή μου στο “Kontakthof”, υπό την καθοδήγηση των Τζόζεφιν Αν Εντικοτ, Aν Μάρτιν, Δάφνι Κόκκινου και Σκοτ Τζένινγκς. Η συνεργασία μαζί τους λειτούργησε για μένα ως μια διαρκής υπενθύμιση του πόσο σημαντικό είναι να διατηρείς επί σκηνής μια ενεργητική και ειλικρινή στάση, ως περφόρμερ, ως σώμα και ως πνεύμα.
Δεν είναι καθόλου εύκολο. Οταν σκέφτομαι την Μπάους, δύο πράγματα επανέρχονται επίμονα: η επανάληψη και η ομορφιά. Ευρύτερα, το ζητούμενο στο “Kontakthof”, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, είναι η ανθρώπινη επαφή: τι περιλαμβάνει, τι περιέχει, μα κυρίως πόσο διαρκεί, αν όντως συμβαίνει. Είναι εν πολλοίς ένας άγλωσσος και ριψοκίνδυνος αγώνας για την επαφή. Ανασφαλής και ουσιαστικός. Αλλοτε με τρυφερότητα, άλλοτε με αγριάδα. Υπό αυτή την έννοια, βρίσκω καίρια την επιλογή της Αργυρώς Χιώτη να ανέβει το “Kontakthof” στο πλαίσιο των “Γλωσσών” αυτής της χρονιάς στο Εθνικό Θέατρο, επειδή ακριβώς το σώμα είναι μία από τις πιο καθοριστικές γλώσσες επικοινωνίας. Το “Kontakthof” είναι όλα όσα είμαστε και, επίσης, όσα μπορούμε ή δεν μπορούμε να αντέξουμε.
Για μένα, πάνω απ’ όλα, αφορά τη δυναμική των ανθρώπων. Και θέτει, επιπλέον, μια σειρά από διαχρονικά και κρίσιμα ερωτήματα. Είμαστε άραγε ικανοί για την επαφή, με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους; Και, τέλος πάντων, είμαστε στ’ αλήθεια ζωντανοί ή απλώς υπάρχουμε κάπως;» συνεχίζει ο Λεκάκης, αναπτύσσοντας παράλληλα έναν προβληματισμό για την επαφή στο πλαίσιο της «ταχύτατης» ψηφιακής τεχνολογίας, «στους καθημερινούς μας ρυθμούς, που είναι πλέον εξοντωτικοί, άδικοι και απάνθρωποι, αφού δεν έχουμε καν τον χώρο και τον χρόνο να εξετάσουμε σε ποιο σημείο έχουμε φτάσει και προς τα πού θα θέλαμε να κατευθυνθούμε».
Τότε η συνομιλία ακουμπά τη σχέση θεάτρου και δημοκρατίας. «Είμαι πεπεισμένος πως το πιο δημοκρατικό πράγμα που διαθέτουμε ως ανθρωπότητα είναι το θέατρο. Ξέρετε, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος κάθε φορά, αν μια παράσταση είναι “καλή” ή “κακή”, αν είναι “συναρπαστική” ή “βαρετή”, παραμένει σπουδαίος αυτός ο διάλογος που επιμένει να ενορχηστρώνει το θέατρο, διάλογος εσωτερικός και εξωτερικός, διάλογος με τον εαυτό μας και, την ίδια στιγμή, με την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Η λειτουργία του θεάτρου είναι, στη βάση της, δημοκρατική. Οι καλλιτέχνες, σε μια δημόσια συνθήκη, απλώς προτείνουν. “Kοιτάξτε, ακούστε”, λένε, “αυτά τα πράγματα χρήζουν της προσοχής σας, ίσως πρέπει να τα δούμε, ίσως πρέπει να τα ξαναδούμε”. Και οι θεατές, με τη σειρά τους, καλούνται να τα επεξεργαστούν μόνοι τους. Αυτός ο διπλός, συγχρονικός διάλογος είναι κομβικής σημασίας για τον πολιτισμό μας. Το θέατρο είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε στην ίδια τη ζωή. Δεν μας λέει πώς πρέπει να είναι τα πράγματα, ούτε τι είναι σωστό ή λάθος· μας ανοίγει, όμως, την πιθανότητα ότι θα μπορούσαν να είναι κι αλλιώς. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση είναι, για μένα, βαθιά συγκινητική» τονίζει ο ηθοποιός.
Παιδικά χρόνια, αθλητισμός, τέχνες
Ο Νίκος Λεκάκης γεννήθηκε το 1993 στον Πειραιά, όπου και μεγάλωσε. «Οχι σε καλλιτεχνική, αλλά αθλητική οικογένεια. Από μικρός έκανα πολλά ομαδικά αθλήματα – από μπάσκετ και βόλεϊ μέχρι ιστιοπλοΐα – που αποδείχτηκαν αργότερα σημαντικά εφόδια για το θέατρο, τουλάχιστον ως προς την ομαδικότητα που καλλιεργούν. Εχω την αίσθηση, πάντως, ότι η καλλιτεχνική μου κλίση είχε ήδη αναπτυχθεί από την παρατήρηση των άλλων, των δικών μου, πολλών συγγενών, σε τραπέζια, σε διάφορες συγκεντρώσεις. Λαχταρούσα να παρακολουθώ τις συμπεριφορές των ανθρώπων, ειδικά όταν τις θεωρούσα αντιφατικές και αστείες» θυμάται.
Καθώς ολοκληρώνουμε τη συνάντησή μας, τον ρωτάω αν, τώρα που ζει στην Αγγλία, έχει προλάβει να επανεκτιμήσει κάποιες πλευρές της Ελλάδας. «Είμαστε ένας ικανός λαός, με μεράκι σε πολλούς τομείς και με εκρηκτικό ταπεραμέντο που, ενίοτε, μας προκαλεί σύγχυση. Κι όσο γοητευτικό κι αν είναι αυτό, μας λείπουν η ψυχραιμία και η σοβαρότητα – κι όταν δεν μας λείπουν, βρίσκονται σε λάθος πλευρές! Είναι σαν να αγχωνόμαστε πολύ να φτάσουμε κάπου, κάνοντας όμως παρακάμψεις συνεχώς. Δεν γνωρίζουμε, ωστόσο, πού θέλουμε να φτάσουμε. Δεν έχουμε κάποιο κοινό όραμα. Κι έτσι, δεν έχουμε ούτε σχέδιο, ούτε πλάνο.
Είμαστε κολλημένοι σε αυτή την παράξενη κατάσταση. Μιλώντας τώρα καλλιτεχνικά, σε αδρές γραμμές, ίσως είμαστε μπροστά σε σχέση με πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Και από άποψη δημιουργικότητας, ταλέντου, αν προτιμάτε. Αλλά, δεν υπάρχει στήριξη. Και δεν εννοώ μόνο την οικονομική. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στις δυνατότητές μας. Ισως αυτό οφείλεται και στη συλλογική μας συγκρότηση. Είμαστε μια κοινωνία που νιώθει ότι δεν την παίρνει να ρισκάρει. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι γύρω μου μια μεγάλη δίψα για τις τέχνες, κυρίως στους νεότερους. Και θα ήταν ωραίο να υπάρχει, σε θεσμικό επίπεδο, περισσότερη έγνοια και φροντίδα για αυτές».
