Ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος (Δραματική Σχολή Εθνικού), ο Γιάννης Νταλιάνης είναι ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης, βαθιάς μόρφωσης και σπάνιας ευγένειας. Στην «Ημερη» του Ντοστογέφσκι υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη διασκευή της νουβέλας, προτείνοντας μια νέα ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Παράλληλα παίζει στον «Ιβάνοφ» του Τσέχοφ και του Γιάννη Χουβαρδά (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), κάνει γυρίσματα στο «Camping» (Mega) και σχεδιάζει, μεταξύ άλλων, μια περιοδεία της «Ημερης» σε ΔΗΠΕΘΕ το φθινόπωρο.
Ποια η σχέση σας με την «Ημερη»;
«Είχα πρωτοδιαβάσει την “Ημερη” ως “Μια γλυκιά γυναίκα” σε μετάφραση Αρη Αλεξάνδρου επί Αμόρε. Με είχε εντυπωσιάσει. Ο τίτλος είναι μια επινόηση, μια εμπνευσμένη ιδέα του Λευτέρη Βογιατζή και της Ειρήνης Λεβίδη, όταν την ανέβασαν ως μονόλογο στο Οδού Κυκλάδων. Αργότερα διάβασα τη νουβέλα ραδιοφωνικά (σκηνοθεσία Ιώ Βουλγαράκη – Ιδρυμα Νιάρχος).
Τότε πια βεβαιώθηκα ότι αυτό το κείμενο μπορεί να γίνει θεατρικό, να υπάρξουν οι ρόλοι και οι συγκρούσεις που περιγράφονται αλλά δεν διαφαίνονται εύκολα. Η “Ημερη” μόνο ήμερη δεν είναι. Είναι ένα θεριό ανήμερο αυτή η γυναίκα στην προσπάθειά της να υπάρξει και να μιλήσει. Από σιωπηλή παρουσία, εξελίσσεται σε θαρρετή γυναικεία φωνή που ζητά, χειραφετείται, αντιστέκεται, επαναστατεί. Και καταλήγει σε μια σιωπή πάλι, μετά τη φίμωση που υφίσταται γιατί δεν αντέχει η ανδρική παρουσία-εξουσία μια άλλη φωνή».
Εξ ου και παρούσα στη διασκευή σας;
«Ναι, θέλοντας να αναδείξω όλες τις μεγάλες σκέψεις του Ντοστογέφσκι για τη γυναίκα – θέμα που τον απασχολούσε ιδιαίτερα. Το έργο είναι ένας παραληρηματικός μονόλογος αυτού του ανθρώπου, του ενεχυροδανειστή (βασικός ήρωας-αφηγητής), τον οποίο χαρακτηρίζει μισάνθρωπο: Εχει στερηθεί την αγάπη, θέλει να εκδικηθεί την κοινωνία γιατί σίγουρα αδικήθηκε και δεν μπορεί να εκφράσει την αγάπη του – τη μεταθέτει για αργότερα. Ενώ η γυναίκα του διεκδικεί την επικοινωνία.
Αυτή είναι η μεγάλη τους κόντρα. Κι αυτή η κόντρα μεταθέτει και σε εμάς το ερώτημα για το πόσο πρέπει να μεταθέτουμε για αύριο τη ζωή ή να τη ζούμε τώρα. Και παρά το γεγονός ότι ο κόσμος του Ντοστογέφσκι είναι συχνά σκοτεινός και μηδενιστικός, δίνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας. Εγώ είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος. Δεν ξέρω αν αλλάζουν τα πράγματα ή αν το θέατρο αλλάζει τη ζωή – δύσκολο να το πεις αυτό, αλλά μπορεί να δώσει μια καινούργια ευκαιρία για σκέψη, να μας κάνει να αναρωτηθούμε, να δώσει λίγο ήλιο».
Πώς συνδέεται με το παρόν;
«Μέσα από τη μουσική και από το ίδιο το κείμενο. Ενα “κατηγορώ” που ξεκινά ο ήρωας του Ντοστογέφσκι, βρίσκοντας τις νεανικές επαναστατικές του στιγμές. Η “Ημερη” είναι γραμμένη προς το τέλος, λίγο πριν τους “Αδελφούς Καραμαζόφ”, γι’ αυτό και εμπεριέχει όλο το μεγαλείο αυτού του αριστουργήματος. Εγώ το επεκτείνω όχι μόνο σε ένα τσαρικό καθεστώς αλλά σε ένα οποιοδήποτε εξουσιαστικό, σκοτεινό, απόλυτο καθεστώς».
Πώς συνομιλεί με το σήμερα;
«Οι επιλογές μου, μαζί την ομάδα Zero Gravity Two, πρέπει να έχουν ένα νόημα για να το μοιραστούμε με το σήμερα. Στον ιδιαίτερα δύσκολο ρόλο της Ημερης από την Ιώβη Φραγκάτου, σε μια ερμηνεία που εξελίσσεται από την αρχή ως το τέλος, είναι σαν να βλέπω την ίδια την εξέλιξη της γυναίκας. Εντείνω, επεκτείνω όσα στοιχεία, δυστυχώς διαχρονικά, βρήκα στον Ντοστογέφσκι: Δεν βλέπουμε σήμερα γυναίκες να βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική θέση και να αναγκάζονται να δεχθούν οτιδήποτε αρκεί να δουλέψουν;
Ζει σε ένα περιβάλλον ενδοοικογενειακής βίας και μετά όταν βρίσκει δουλειά παρενοχλείται, σταματάει και οδηγείται σε έναν (αναγκαστικό) γάμο, ελπίζοντας να ξεφύγει. Πόσοι δεν καταλήγουν έτσι σήμερα; Η ίδια ξεκινάει με αφέλεια, ανωριμότητα, νεανικότητα, αλλά σιγά-σιγά περνάει στην ενηλικίωση, τη χειραφέτηση, την ανταρσία, την επανάσταση, τη διεκδίκηση ως την τελική πτώση».
Πότε νιώθει ο σκηνοθέτης έτοιμος να παρουσιάσει τη δουλειά του;
«Υπάρχουν σκηνοθέτες που ολοκληρώνουν την παράσταση, την παραδίδουν και δεν την ξαναβλέπουν ή περνούν σπανίως – την αφήνουν δηλαδή στους ηθοποιούς. Δεν ανήκω σε αυτούς. Πιστεύω ότι μια παράσταση έχει περιθώριο να προχωρήσει αλλά εννοείται ότι την παραδίδω ολοκληρωμένη. Η πλήρης άνεση του ηθοποιού δεν είναι απαραίτητα καλό. Υπάρχει ο κίνδυνος να παίζεις το αποτέλεσμα και όχι τη διαδικασία».
Και ως ηθοποιός έτσι λειτουργείτε;
«Ναι. Δεν το κάνω από σχολαστικότητα ή μανία, αλλά επειδή είναι εποικοδομητικό, ευχάριστο. Αν φτιάξω έναν αυτόματο πιλότο και παίζω μόνο αυτό ερήμην του κοινού, μόνο η θερμοκρασία από κάτω ν’ αλλάξει, σε πετάει έξω. Το να ξαφνιάζεις, να αιφνιδιάζεις πρώτα-πρώτα τον εαυτό σου, τους συναδέλφους σου αλλά και το κοινό, διατηρεί το θέατρο ζωντανό».
Πώς βιώνετε τον κόσμο του «Ιβάνοφ»;
«Θα ήθελα να βλέπω την παράσταση από κάτω. Αλλά είμαστε συνέχεια στη σκηνή – είναι και μια εξαντλητική παράσταση. Είναι γεγονός ότι ο Χουβαρδάς δημιουργεί ένα σύμπαν που ακόμα και σε όσους έχουν κάποια αντίρρηση ή επιφύλαξη, δεν μπορεί να μην το προσλάβουν. Αρκεί να αφεθούν, να μην προσπαθούν συνέχεια να εξηγούν. Αν και δημιούργημα του μυαλού, η παράσταση απευθύνεται στο αίσθημα. Επικοινωνείς όπως με έναν πίνακα, ένα μουσικό κομμάτι. Κι εμένα αυτός ο τρόπος μου ταιριάζει. Γι’ αυτό και συνεργάζομαι αρμονικά με τον Γιάννη Χουβαρδά. Τον θεωρώ υπόδειγμα σκηνοθέτη – δεν έχουμε και πολλούς που ξέρουν από την αρχή τι θέλουν».
Οταν παίζετε ξυπνάει ο σκηνοθέτης;
«Προσπαθώ να τον αφήνω απέξω. Στις πρόβες, ακόμα κι αν σκεφτώ ως σκηνοθέτης, πρέπει να πράξω ως ηθοποιός».
Το θέατρο σήμερα είναι σε καλό δρόμο;
«Είναι. Απλώς είναι σε μια περίεργη λεωφόρο, με την έννοια ότι γίνονται πάρα πολλά πράγματα – τι να πρωτοδεί κανείς. Βγαίνουν συνέχεια καινούργιοι σκηνοθέτες, ηθοποιοί, ομάδες. Ανθρωποι που μέχρι χθες ήταν στο α-β-γ γράφουν, σκηνοθετούν, παίζουν, τα κάνουν όλα. Είναι λίγο υπερβολή, αλλά αφού συμβαίνει, θα κριθεί εκ του αποτελέσματος. Γι’ αυτό και έχουμε ομοιομορφία μέσα στην πολυμορφία, χωρίς να τεκμηριώνονται οι επιλογές. Μόνον αν η δουλειά έχει ουσία κρατάει.
Τίποτα όμως δεν πρέπει να εμποδίσει τη δημιουργικότητα ενός νέου ανθρώπου. Αλλά από την άλλη επειδή θεωρώ ότι η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια γέννα, πρέπει να έχει προηγηθεί η σύλληψη – συχνά δεν υπάρχει. Υπάρχει ένα concept που σαν έννοια το θεωρώ κατώτερο από την έννοια της σύλληψης. Ολο αυτό έχει μια μεγάλη ταχύτητα. Γιατί ούτε οι μήνες της εγκυμοσύνης υπάρχουν. Τα περισσότερα είναι σαν μια πρόωρη γέννα. Βέβαια συχνά το πρόωρο επιβιώνει και γίνεται μεγαλοφυΐα».
Η σχέση δασκάλου – μαθητή έχει ανατραπεί;
«Ναι. Σίγουρα τα πράγματα είναι πιο ισορροπημένα χωρίς αυτή την απόσταση που υπήρχε παλιά. Χρειάζεται αλληλοσεβασμός. Σήμερα έχουν χαθεί πράγματα και έχουν κερδηθεί άλλα – μπορεί πιο άνετα κάποιος να εκφραστεί. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει μια αναγκαία απόσταση, να διατηρηθούν κάποια όρια. Αν ζητούμενο μέσα από την τέχνη είναι η ελεύθερη έκφραση, θα πρέπει να υπάρχουν και κάποια όρια. Αν καταργηθούν δεν είναι πια ελευθερία. Τα όρια είναι για να μπορέσεις να ελευθερωθείς, όχι να σκλαβωθείς».
Ως πατέρας, με δύο κόρες – η μία μάλιστα παίζει (στους «Αθώους») –, σκέπτεστε το ίδιο;
«Εκεί είναι πιο δύσκολο. Υπάρχει ο χαζομπαμπάς, η ανεκτικότητα – κάνουμε και τα λάθη μας».
