Μεταξύ Τζόζεφ Κόνραντ και Ουίλιαμ Φόκνερ

Οι μεταφράστριες Αθηνά Ψυλλιά και Μαρία Παπαδήμα γράφουν στο «Βήμα» για τον μεγάλο πορτογάλο συγγραφέα που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή αναδεικνύοντας τις κρίσιμες πλευρές της προσωπικότητας και της λογοτεχνίας του

Μεταξύ Τζόζεφ Κόνραντ και Ουίλιαμ Φόκνερ

Πριν από περίπου 20 χρόνια, σε μια συζήτηση στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης, ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες εξηγούσε το «πρόβλημα» που αντιμετωπίζουν λογοτέχνες, όπως ο ίδιος, σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους: γράφουν τα βιβλία που θα ήθελαν να διαβάσουν και, τελικά, δεν τα διαβάζουν επειδή ακριβώς τα έγραψαν! Δήλωνε τότε, επίσης, ότι αδυνατεί να μιλήσει για τον εαυτό του, «πολλώ δε μάλλον για τα βιβλία μου», επειδή «απλώς τα έγραψα». Επειδή, δηλαδή, ούτε τα διάβασε ούτε τα ξαναδιάβασε. Ο πορτογάλος συγγραφέας, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών στις 5 Μαρτίου 2026, στη Λισαβόνα, πόλη στην οποία είχε γεννηθεί το 1942, υπήρξε αναμφίβολα ένας κορυφαίος συγγραφέας της εποχής μας, υψηλότατης ποιότητας, μύχιος και συλλογικός και οικουμενικός.

Ο Αντούνες, κάτι μεταξύ Τζόζεφ Κόνραντ και Ουίλιαμ Φόκνερ, όπως αποφάνθηκαν σημαντικοί σύγχρονοι κριτικοί, πολυβραβευμένος στη χώρα του και διεθνώς καταξιωμένος, είχε κάμποση συναίσθηση του καλλιτεχνικού του εύρους, γεγονός το οποίο, ασφαλώς, δεν μπορούσαν να κρύψουν οι διάφορες εκλάμψεις ταπεινοφροσύνης που είχε κατά καιρούς. «Εικάζω ότι έχω μετατραπεί σε ένα είδος ζωντανού μνημείου στην Πορτογαλία» είπε χαρακτηριστικά σε μια συνέντευξή του, ακόμα πιο πρόσφατη, στο αμερικανικό περιοδικό «The Paris Review» (κι εμείς, εικάζουμε με τη σειρά μας, ότι δεν το είπε μονάχα με περιπαικτικό ή αυτοσαρκαστικό τρόπο).

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως ο Αντούνες περίμενε κάποια στιγμή το Νομπέλ Λογοτεχνίας, για το οποίο προτάθηκε επανειλημμένως, όμως το βραβείο των βραβείων δεν του απονεμήθηκε ποτέ, ενώ σίγουρα το άξιζε, το άξιζε για το εκτεταμένο και απαιτητικό έργο του, για την πυκνή και σαγηνευτική πεζογραφία του. Στο ύφος πίστευε ο Αντούνες και στις ανθρώπινες φωνές που καλούσε να περάσουν μέσα στα βιβλία του και να τα στοιχειώσουν, φωνές τις οποίες ενορχήστρωνε με καθηλωτικά (μα και κάπως επίπονα) αποτελέσματα για τους αναγνώστες του.

Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες πρωτομεταφράστηκε εδώ πριν από περίπου μια τριακονταετία. Εντός του 1998, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη τα μυθιστορήματά του, το Εγχειρίδιο των Ιεροεξεταστών και Η φυσική τάξη των πραγμάτων. Ακολούθησε ακόμα ένα, το 2000, με τίτλο Το μεγαλείο της Πορτογαλίας. έπειτα, αφού παρήλθε περίπου μια δεκαετία, ο «Πάπυρος» τότε, εξέδωσε το βιβλίο του Στου Διαόλου τη μάνα (ένα μυθιστόρημα πυρηνικό για την τέχνη του Αντούνες, το δεύτερό του κατά σειράν). Αυτά τα τέσσερα βιβλία μετέφρασε από τα πορτογαλικά η Αθηνά Ψυλλιά.

Ενδιαμέσως τη σκυτάλη πήρε η Μαρία Παπαδήμα, ύστερα από μια δεκαετία και πλέον, όταν οι εκδόσεις Πόλις επανέφεραν συστηματικά τον Αντούνες στα βιβλιοπωλεία, με κείμενα της ωριμότητάς του, μεταφράζοντας συγκεκριμένα τα μυθιστορήματα Πάνω στα ποτάμια που κυλούν (2019) και Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό (2020). Το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά, το μυθιστόρημα Η άλλη όχθη της θάλασσας (2023), μετέφρασε και πάλι η Αθηνά Ψυλλιά.

«Συγκλονιστικές σελίδες για τον ανθρώπινο πόνο»

Της Αθηνάς Ψυλλιά

Στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Λισαβόνας Miguel Bombarda, στα προπτυχιακά μαθήματα ψυχολογίας, μου έδειξαν έναν γιατρό οι συμφοιτητές μου και είπαν: «Eίναι σπουδαίος συγγραφέας, πρέπει οπωσδήποτε να τον διαβάσεις». Το πρώτο βιβλίο του που διάβασα ήταν Το Εγχειρίδιο των Ιεροεξεταστών: μια αιχμηρή ανατομία της πορτογαλικής κοινωνίας, της κληρονομιάς της αποικιοκρατίας και της βίας. Του αντίκτυπου αυτής της βίας στις ζωές των μεμονωμένων ατόμων και στη λειτουργία των οικογενειών. Και μου εξηγούσε με ακρίβεια όλα τα σημεία στα οποία οι κουβέντες κόβονταν και επικρατούσε σιωπή, όταν μιλούσα με φίλους και συμφοιτητές μου στην Πορτογαλία. Ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, αριστοκράτης και μεγαλοαστός, ως νεαρός γιατρός απαρνήθηκε το προνόμιο της τάξης του να απαλλαγεί από μια θητεία στον αποικιοκρατικό πόλεμο και υπηρέτησε στην Ανγκόλα. Η προσωπική του ζωή, ο ψυχισμός του μοιάζουν να γκρεμίστηκαν εκεί, κατά κάποιον τρόπο γύρισε ένας άλλος. Θα άξιζε να μεταφραστεί στα ελληνικά το πρώτο του μυθιστόρημα, ανοιχτά αυτοβιογραφικό, το Memória de Elefante (Μνήμη Ελέφαντα, 1979).

Εγραψε συγκλονιστικές σελίδες για τον ανθρώπινο πόνο στο σημείο της γένεσής του: στη βία της σιωπής, της έλλειψης αγάπης, αναγνώρισης, επικύρωσης στην παιδική ηλικία. Είχε το δικαίωμα να μιλά ανοιχτά, προκλητικά, επικριτικά και πάντα να αποθεώνεται γι’ αυτό. Αναγνωρίστηκε πολύ, αλλά όχι όσο επιθυμούσε. Τον συνάντησα δυο φορές, δεν κατάφερα να συνδεθώ. Δεν κοιτούσε, δεν αναγνώριζε με το βλέμμα του, δεν συνομιλούσε. Θέλω να μεταφράσω ξανά το βιβλίο του, Στου Διαόλου τη Μάνα, διορθώνοντας γενναία όσα εκ των υστέρων είδα ότι χρειάζονται διόρθωση. Η εμπειρία της μετάφρασής του ήταν πάντα σωματικά και ψυχικά οδυνηρή: καμία διάσωση, καμία ανάσα. Πώς έζησε όλα αυτά τα χρόνια σε επαφή με τόση οδύνη;

«Πρόζα κατακλυσμιαία και εκρηξιγενής»

Της Μαρίας Παπαδήμα

Ο θάνατος του Αντόνιο Λόμπο Αντούνες στέρησε την παγκόσμια λογοτεχνία από έναν απαράμιλλο στυλίστα και την Πορτογαλία από τη φωνή της συλλογικής της μνήμης, φωνή μιας αδυσώπητης ενάργειας με την οποία αυτός ο μοναδικός δεξιοτέχνης της γραφής μυθιστορούσε τη ζωή μιας κοινωνίας που είχε γνωρίσει ένα ένδοξο αυτοκρατορικό παρελθόν αλλά και την πιο μακρόχρονη δικτατορία, με επίλογο τη σκοτεινή περίοδο των αποικιακών πολέμων. Το αίμα των πολέμων αυτών «που μας έκαναν κτήνη, κτήνη άσπλαχνα και ηλίθια, μαθημένα να σκοτώνουν», κι «απ’ όπου όποιος πηγαίνει δεν επιστρέφει ποτέ ο ίδιος», στοίχειωσε διά παντός την πένα του εικοσιεξάχρονου τότε αξιωματικού γιατρού, προσημαίνοντας τη σαραντάχρονη λογοτεχνική του διαδρομή. Είχα την τύχη και την τιμή να μεταφράσω δυο σπουδαία έργα της ωριμότητάς του, το Ωσπου οι πέτρες να γίνουν ελαφρύτερες απ’ το νερό, αριστοτεχνικό επιστέγασμα του εμβληματικού Στου Διαόλου τη μάνα, και το Πάνω στα ποτάμια που κυλούν, έργο απολύτως οικουμενικό, γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη, τον άνθρωπο μέσα στη μοναξιά της αρρώστιας και του θανάτου, και εν τέλει παραδόξως παρηγορητικό.

Ο αναγνώστης, όπως και ο μεταφραστής, καλείται να μπει στα μυθιστορήματα του Αντούνες όπως μπαίνει κανείς σ’ ένα δάσος με πυκνή βλάστηση, λαβυρινθώδη μονοπάτια και απροσδόκητα ξέφωτα. Παρόν, πρόσφατο και μακρινό παρελθόν εναλλάσσονται χωρίς προειδοποίηση, ενώ διαφορετικές φωνές διαδέχονται ή μια την άλλη, σταματούν, διστάζουν, ξαναρχίζουν, διακόπτοντας τη γραμμικότητα της αφήγησης, δημιουργώντας μια πρόζα κατακλυσμιαία και εκρηξιγενή. Εκεί που νομίζεις ότι αναγνώστης και μεταφραστής κινδυνεύουν να χαθούν μέσα σ’ αυτό το ρηγματώδες και κατακερματισμένο τοπίο, η δεξιοτεχνία του Αντούνες διασφαλίζει τη συνοχή, προσφέροντας έναν θαυμαστό τρόπο πλοήγησης πάνω στα πιο αφρισμένα νερά της λογοτεχνίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version