Το Σφαγείο 5 του Κερτ Βόνεγκατ (1922-2007) είναι φαινομενικά ένα «ρεαλιστικό» μυθιστόρημα. Αλλά ταυτοχρόνως επιβεβαιώνει τον αφορισμό του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ πως, όταν αναφερόμαστε στην πεζογραφία, τη λέξη ρεαλισμός θα πρέπει να τη θέτουμε πάντα εντός εισαγωγικών. Πόσο μάλλον όταν ο Κερτ Βόνεγκατ μας «ανακοινώνει» εξαρχής ότι αυτό είναι βιβλίο «ενός γερμανοαμερικανού τέταρτης γενιάς που σήμερα ζει μια άνετη ζωή στο Κέιπ Κοντ [και καπνίζει πάρα πολύ], και ο οποίος ως ανιχνευτής του πεζικού Hors de Combat, ως αιχμάλωτος πολέμου, βίωσε τον βομβαρδισμό της γερμανικής πόλης της Δρέσδης, “της Φλωρεντίας του Ελβα”, πριν από πολύ καιρό, κι έζησε για να τον διηγηθεί. Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με τον τηλεγραφικό σχιζοφρενικό τρόπο των ιστοριών του πλανήτη Τραλφάμαντορ, απ’ όπου έρχονται οι ιπτάμενοι δίσκοι. Ειρήνη».
Αλληγορία ζωής και θανάτου
Εχουν περάσει 57 χρόνια από τότε που εκδόθηκε το Σφαγείο 5 κι έκανε διάσημο τον συγγραφέα του. Τότε είπαν πολλοί ότι ήταν μια αλληγορία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ βασισμένη στον βομβαρδισμό της Δρέσδης από τις συμμαχικές δυνάμεις των Βρετανών και των Αμερικανών τον Φεβρουάριο του 1945. Στην ουσία όμως ήταν μια μαύρη κωμωδία και μια ελεγεία για τη ζωή και τον θάνατο.
Στο πρώτο κεφάλαιο ο Βόνεγκατ μας λέει πώς και γιατί αποφάσισε να γράψει αυτό το μυθιστόρημα. Είναι αυτοβιογραφικό, αφού έζησε ο ίδιος τον βομβαρδισμό της Δρέσδης ως αιχμάλωτος των Γερμανών. Αυτοβιογραφικά γνωρίσματα υπάρχουν και στον κεντρικό ήρωά του, τον Μπίλλυ Πίλγκριμ, που μαζί με άλλους αιχμαλώτους κρατείται στο Σφαγείο 5 κι έτσι γλιτώνει από τον βομβαρδισμό της πόλης εξαιτίας του οποίου έχασαν τη ζωή τους 135.000 άνθρωποι. Ηταν σχεδόν όλοι άμαχοι και οι περισσότεροι κάηκαν ζωντανοί, γι’ αυτό και πολλοί θεώρησαν τον βομβαρδισμό έγκλημα πολέμου, αφενός γιατί η Δρέσδη ήταν ασήμαντη στρατιωτικά και οι όποιες εγκαταστάσεις της δεν πειράχτηκαν, αφετέρου διότι μαζί με τους κατοίκους που βρήκαν φριχτό θάνατο σωριάστηκε σε ερείπια και το 90% του ιστορικού κέντρου της.
Και επιστημονική φαντασία
Με το τέλος του πολέμου ο Μπίλλυ Πίλγκριμ επιστρέφει στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά παθαίνει νευρικό κλονισμό. Μετά την ανάρρωσή του παντρεύεται και αποκτά δύο παιδιά. Τα χρόνια περνούν – και τότε ο δαιμόνιος Βόνεγκατ εισάγει στην αφήγηση ένα εύρημα σαν αυτά που χρησιμοποιούνται στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας: Λίγο ύστερα από τον θάνατο της κόρης του τον Πίλγκριμ τον απάγουν κάποιοι εξωγήινοι και τον μεταφέρουν σε έναν πλανήτη που λέγεται Τραλφάμαντορ, όπου τον κλείνουν σε ζωολογικό κήπο. Οι εξωγήινοι θέλουν να τον μελετήσουν για να καταλάβουν τι είναι το ανθρώπινο είδος και γιατί οι άνθρωποι καταφεύγουν στον πόλεμο, τη χειρότερη μορφή μαζικής εξόντωσης.
Εκείνα τα χρόνια οι «σοβαροί» (ας πούμε) συγγραφείς δεν κατέφευγαν στην επιστημονική φαντασία που τη θεωρούσαν, λίγο-πολύ, λογοτεχνία δευτέρας διαλογής – κι ας μας έδωσε σπουδαία έργα με τον Χάξλεϊ, τον Χ. Τζ. Γουέλς, τον Μπράντμπερι και άλλους. Ο Βόνεγκατ θα μας μιλήσει για τον θάνατο και τη ζωή μέσω μιας πελώριας μεταφοράς: της κίνησης και της αίσθησης του χρόνου, αφού στον Τραλφάμαντορ υπάρχει η τέταρτη διάσταση που συνεπάγεται ότι χρονική αλληλουχία όπως τη γνωρίζουμε δεν υπάρχει. Το σχήμα παρελθόν, παρόν και μέλλον δεν υφίσταται: ό,τι συμβαίνει έχει συμβεί και στο παρελθόν και μπορεί να ξανασυμβεί στο μέλλον, που σημαίνει πως αν πεθάνει κανείς σήμερα μπορεί να ζήσει ξανά αύριο αφού ζούσε κατά το παρελθόν – και το αντίστροφο. Το πότε θα συμβεί είναι θέμα απόφασης του καθενός. Και επομένως θάνατος δεν υφίσταται. Κι αν κάποιος θελήσει να ζήσει μια ευτυχισμένη στιγμή αρκεί να την επιλέξει.
Οταν ο Πίλγκριμ καταφέρει να επιστρέψει στη Γη, θ’ αρχίσει να προπαγανδίζει τις απόψεις των κατοίκων του Τραλφάμαντορ – που δεν συνιστούν βεβαίως φιλοσοφία. Ομως η τετραδιάστατη πραγματικότητα υπάρχει άραγε, ή είναι δημιούργημα της φαντασίας του Πίλγκριμ, ένας νοητικός μηχανισμός όχι για να συμφιλιωθεί παρά για να καταργήσει το παρελθόν, τον θάνατο των συντρόφων του στις μάχες και όσων πέθαναν κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της Δρέσδης; Τούτη η σύλληψη της πραγματικότητας είναι τραγική αλλά και παρηγορητική επίσης.
Η μελαγχολία του επιζώντος
Το Σφαγείο 5 είναι ένα από τα πλέον πρωτότυπα αντιπολεμικά μυθιστορήματα, ένα ξόρκι κατά του θανάτου. Και παρά το σαρδόνιο κατά τόπους ύφος του αποπνέει μια απίστευτη μελαγχολία – το αίσθημα αυτού που επέζησε και το μεταφέρει στους άλλους. Ο Βόνεγκατ ξεκινά από το παρελθόν, μένει εκεί προκειμένου να προβάλει το παρόν και την εποχή του. Η εμπειρία φυσικά ούτε ακυρώνεται ούτε υποκαθίσταται ούτε αναιρείται. Αυτά που έζησε ο Βόνεγκατ τα ζουν και οι αναγνώστες του, όχι ως απλά γεγονότα αλλά ως βιώματα που αφορούν και τον ίδιο.
Αν ο πεζογράφος έχει ένα καθήκον (πέρα από την πρόθεση), αυτό είναι να μεταβιβάσει τα βιώματα στους αναγνώστες, να τους καταστήσει κοινωνούς μιας τραυματικής εμπειρίας· που τους αφορά (όπως αφορά και το σύνολο της ανθρωπότητας). Μια τραγωδία αυτού του μεγέθους γεννά ένα τεράστιο ψυχικό και υπαρξιακό τραύμα. Κρίσιμη ωστόσο είναι και η μετατραυματική εμπειρία. Αυτόν τον εξαίρετο συγγραφέα δεν τον ενδιαφέρει μόνο το τότε αλλά και το μετά – κυρίως το δεύτερο, που κατά έναν τρόπο είναι συνέχεια του πρώτου.
Ακραίος σαρκασμός
Η ενάργεια με την οποία ο Βόνεγκατ αποτυπώνει όχι μόνο τα περιστατικά, αλλά και τα πρόσωπα που παρελαύνουν από τις σελίδες του, είναι μοναδική. Ενα από αυτά είναι και ο συγγραφέας Κίλγκορ Τράουτ με το «παρανοϊκό πρόσωπο», που για τον Μπίλλυ Πίλγκριμ «έμοιαζε με αιχμάλωτο πολέμου». Οταν τα βιώματα παρουσιάζονται τόσο εξοντωτικά, το καθετί μοιάζει με κάτι άλλο και ο καθένας με κάποιον άλλον. Κι επειδή πολλή συζήτηση έχει γίνει σ’ εμάς για τα «λεφτόδεντρα», ας παραθέσω τα παρακάτω ακραία σαρκαστικά που γράφει αυτός ο απίστευτος συγγραφέας: «Ο Τράουτ είχε γράψει ένα βιβλίο για ένα λεφτόδεντρο. Είχε για φύλλα χαρτονομίσματα των είκοσι δολαρίων. Τα λουλούδια του ήταν κρατικά ομόλογα. Οι καρποί του διαμάντια. Προσέλκυε ανθρώπους που σκότωναν ο ένας τον άλλο γύρω από τις ρίζες του και γίνονταν πολύ καλό λίπασμα». Να λοιπόν μια καλή εξήγηση για ποιον λόγο γίνονται οι πόλεμοι. Αλλά βέβαια δεν γίνονται μόνο γι’ αυτό.
Ειρωνεία και κοροϊδία
Στο μυθιστόρημα, πέρα από τον Τράουτ παρελαύνουν και άλλοι ιδιαίτεροι χαρακτήρες, καθώς και πνευματικά αφελείς που ξεστομίζουν διάφορες «αμερικανιές». Ο Βόνεγκατ το κάνει και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, μόνο που τώρα δεν γελάς. Ο συγγραφέας βγάζει κι εδώ τη γλώσσα στους συμπατριώτες του, ενώ δεν διστάζει να ειρωνευτεί τον εαυτό του, στο πρώτο κεφάλαιο – όχι όμως και στο τελευταίο όπου επιστρέφει. Και το διασκεδάζει και στις καλές και στις ζοφερές στιγμές, από την αρχή ως το τέλος, όπως, λ.χ., αναφερόμενος στο τι συνέβη όταν οι Σύμμαχοι απελευθέρωσαν τους αιχμαλώτους: «Μας πήγαν με αεροπλάνο σ’ ένα στρατόπεδο ανάπαυσης στη Γαλλία, όπου μας τάιζαν μιλκσέικ σοκολάτα και άλλες παχυντικές τροφές μέχρι που όλοι γεμίσαμε μωρουδίστικα παχάκια. Επειτα μας έστειλαν στην πατρίδα και παντρεύτηκα ένα όμορφο κορίτσι που είχε επίσης μωρουδίστικα παχάκια. Και κάναμε μωρά».
Το πικρό φινάλε
Το δέκατο και καταληκτικό κεφάλαιο είναι αριστοτεχνικό – και πολύ πικρό. Ο συγγραφέας μ’ έναν φίλο του επιστρέφουν στη Δρέσδη στο τέλος του πολέμου. Εκεί όμως ταξιδεύει και ο ήρωάς του Μπίλλυ Πίλγκριμ. (Εχουν, ας σημειώσω, ειδική σημασία τα ονόματα που δίνει στους χαρακτήρες του ο Βόνεγκατ. Πίλγκριμ – Pilgrim, στα αγγλικά – σημαίνει προσκυνητής.) «Ο πόλεμος έχει τελειώσει στην Ευρώπη, γράφει ο Βόνεγκατ, και «ο Μπίλλυ και οι υπόλοιποι [αιχμάλωτοι] άρχισαν να περιφέρονται στον σκιερό δρόμο. Τα δέντρα έβγαζαν φύλλα. Δεν συνέβαινε τίποτα έξω, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Υπήρχε μόνο ένα όχημα, ένα παρατημένο κάρο που το έσερναν δύο άλογα. Το κάρο ήταν πράσινο και είχε σχήμα φέρετρου. Τα πουλιά είχαν πιάσει κουβέντα. Ενα πουλί είπε στον Μπίλλυ Πίλγκριμ: Τσιριτρί;».
Αυτό το «τσιριτρί» είναι η ειρήνη.
