Αλογοσκούφης Γιώργος Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών

Το «Ελεύθερον Βήμα» και η οικονομική κρίση του 1932

Συμπληρώθηκαν εφέτος 100 χρόνια από την κυκλοφορία του «Ελευθέρου Βήματος», προδρόμου του σημερινού «Βήματος», στις 6 Φεβρουαρίου του 1922. Οι ιδρυτές του ήταν πρόσωπα του χώρου των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου και πρόγραμμα της εφημερίδας, όπως προαναγγέλλει ο αρθρογράφος στο πρώτο φύλλο της, «είναι το πρόγραμμα του Κόμματος των Φιλελευθέρων εις το οποίο ανήκουν οι ιδρυταί και συνεργάται τους».

Εχει συνεπώς ενδιαφέρον να εξετάσουμε πώς αντιμετώπισε η νέα, τότε, εφημερίδα την οικονομική κρίση και πτώχευση του 1932, κατά τη διάρκεια της οποίας πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Το ιστορικό υπόβαθρο της κρίσης, σύμφωνα με το τι είναι γνωστό σήμερα, έχει ως εξής (βλ. Αλογοσκούφης Γ., 2021, «Ιστορικοί Κύκλοι της Ελληνικής Οικονομίας», Αθήνα, Gutenberg για περισσότερες λεπτομέρειες):

Κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής αστάθειας που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα του 1922, τα δημόσια οικονομικά ήταν εκτός ελέγχου, ο εξωτερικός δανεισμός ήταν αδύνατος και η προσφυγή στην εκδοτική μηχανή ήταν ουσιαστικά μονόδρομος για τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Την ίδια περίοδο, νομισματική αστάθεια επικρατούσε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς οι ανισορροπίες που είχε προκαλέσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι υπερβολικές πολεμικές επανορθώσεις που είχαν επιδικαστεί στους ηττημένους καθιστούσαν δύσκολη την επαναφορά του κανόνα χρυσού στις προπολεμικές ισοτιμίες.

Στην Ελλάδα, μια πρώτη προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής και περιορισμού της δημοσιονομικής και νομισματικής επέκτασης έγινε το 1924. Τον Μάρτιο του 1925 η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου ήρθε αντιμέτωπη με ένα μεγάλο κύμα απεργιών, το οποίο προετοίμασε το έδαφος για την επιβολή της δικτατορίας του Πάγκαλου. Οι αυξημένες δημοσιονομικές ανάγκες οδήγησαν στην προσφυγή στο δεύτερο «αναγκαστικό δάνειο», τον Ιανουάριο του 1926, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου, με την περικοπή του ενός τρίτου των χαρτονομισμάτων, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως έσοδο του δανείου. Στις 22 Αυγούστου 1926, ο Πάγκαλος ανατράπηκε από αντιπραξικόπημα υπό τον Γεώργιο Κονδύλη. Σχηματίστηκε στρατιωτική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κονδύλη, η οποία οδήγησε τη χώρα σε εκλογές με ένα σύστημα απλής αναλογικής.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1926 ορκίστηκε οικουμενική κυβέρνηση πέντε πολιτικών κομμάτων υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, η οποία ανέλαβε το δύσκολο έργο της δημοσιονομικής και νομισματικής εξυγίανσης. Η κυβέρνηση Ζαΐμη προσέφυγε εκ νέου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές προκειμένου να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες για την περίθαλψη των προσφύγων και τον αμυντικό εξοπλισμό της χώρας. Οι πιστώτριες χώρες, μέσω της Κοινωνίας των Εθνών, δέχθηκαν να εγγυηθούν το 1927 τριμερές δάνειο 9 εκατ. στερλινών. Εθεσαν όμως ως προϋπόθεση για την εκταμίευση του δανείου την επιτυχή εφαρμογή ενός διετούς σταθεροποιητικού προγράμματος, με στόχο την ένταξη της δραχμής το ταχύτερο δυνατόν στο διεθνές νομισματικό σύστημα του κανόνα χρυσού – συναλλάγματος και τη δημιουργία μιας πολιτικά ανεξάρτητης, αμιγώς εκδοτικής Κεντρικής Τράπεζας.

Το 1927-1928 διακρίνεται για τη σχετική σταθεροποίηση της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Οι προσπάθειες μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω της περιστολής των δημόσιων δαπανών και της επιβολής νέων φορολογικών βαρών που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις συνασπισμού υπό τον Ζαΐμη, καθώς και η συστηματική αποφυγή άντλησης εσόδων μέσω του πληθωρισμού περιόρισαν σημαντικά τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας και οδήγησαν τελικά στην ένταξη της δραχμής στον κανόνα χρυσού – συναλλάγματος του Μεσοπολέμου.

Τον Ιούλιο του 1928, ύστερα από εκλογές, ορκίστηκε νέα κυβέρνηση υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η τελευταία αυτή κυβέρνηση Βενιζέλου συνδέεται με το φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της τετραετίας 1928-1932.

Ωστόσο, παρά τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που είχε επιτευχθεί πριν από την εκλογή της, η παραμονή της δραχμής στον κανόνα χρυσού – συναλλάγματος αποδείχθηκε προβληματική εξαιτίας τόσο της υπερτιμημένης ισοτιμίας της όσο και των διεθνών οικονομικών και νομισματικών αναστατώσεων που ακολούθησαν.

Η επιστροφή της δραχμής στον κανόνα χρυσού – συναλλάγματος υπήρξε περιπετειώδης από την αρχή. Από το 1928, όταν η δραχμή κατέστη πάλι πλήρως μετατρέψιμη σε συνάλλαγμα χρυσής βάσης, η Τράπεζα της Ελλάδος αντιμετώπιζε συνεχή απώλεια των διαθεσίμων της σε συνάλλαγμα, ένδειξη ότι η δραχμή εθεωρείτο υπερτιμημένη. Ενώ το 1928 τα συναλλαγματικά διαθέσιμα είχαν σχεδόν διπλασιαστεί λόγω της παραχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών του εξωτερικού δανείου, στα επόμενα τέσσερα χρόνια υπήρξε κατακόρυφη πτώση τους.

Η διεθνής οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1930 σήμαινε για την Ελλάδα μεγάλη συρρίκνωση των εξαγωγών, των εισροών ιδιωτικών επενδυτικών και δανειακών κεφαλαίων και των μεταναστευτικών εμβασμάτων. Η Ελλάδα επηρεάστηκε έντονα, όπως θα περίμενε κανείς, από τον φαύλο κύκλο του διεθνούς προστατευτισμού που συνετέλεσε στην εξάπλωση της μεγάλης ύφεσης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η πτώση του εθνικού εισοδήματος και η συνακόλουθη υποχώρηση των δημόσιων εσόδων προκάλεσαν τη μείωση της ικανότητας του κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις αποπληρωμής του εξωτερικού δημόσιου χρέους. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1931 η στερλίνα υποτιμήθηκε και η Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού – συναλλάγματος. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, δεν επέτρεψε η δραχμή να ακολουθήσει τη στερλίνα. Αντίθετα, αποφάσισε την παραμονή της στο σύστημα, προσδοκώντας ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Βρετανία θα ήταν προσωρινά.

Η αντιπληθωριστική πολιτική της Τράπεζας δεν αποδείχτηκε, όμως, επαρκής για την περιφρούρηση της ισοτιμίας της δραχμής. Η δραχμή άρχισε να υφίσταται αμέσως έντονες υποτιμητικές πιέσεις. Η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να αποσπάσει διεθνή οικονομική βοήθεια, αλλά η Κοινωνία των Εθνών απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης για δάνειο, ενώ συμφώνησε σε αναστολή της πληρωμής χρεολυσίων, διάρκειας ενός μόνο έτους. Τον Απρίλιο, όμως, η ελληνική κυβέρνηση ανέστειλε τη μετατρεψιμότητα της δραχμής σε νομίσματα χρυσής βάσης όπως το δολάριο και έναν μήνα αργότερα προχώρησε στη μονομερή διακοπή των πληρωμών εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους.

Η περίοδος μετά την «πτώχευση» του 1932 χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της πολιτικής αστάθειας αλλά και τη ριζική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Στο μεν πολιτικό επίπεδο δρομολογήθηκαν εξελίξεις που τελικά οδήγησαν στην παραίτηση Βενιζέλου, στην επαναφορά της βασιλείας αλλά και στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Στην οικονομία εγκαταλείφθηκε η νομισματική ορθοδοξία τής ως τότε περιόδου και υιοθετήθηκαν περιορισμοί στις κινήσεις κεφαλαίου, αύξηση των εισαγωγικών δασμών και εντονότερος κρατικός παρεμβατισμός.

Το «Ελεύθερον Βήμα» αντιμετώπισε με εντυπωσιακή δημοσιογραφική τεκμηρίωση, αντικειμενικότητα και νηφαλιότητα την κάλυψη των γεγονότων της κρίσης του 1932. Ενα χαρακτηριστικό δείγμα της κάλυψής του περιέχεται στην έκδοση «Η Χρεοκοπία της Ελλάδας» (ΔΟΛ, 2013), που περιέχει 40 δημοσιεύματα της περιόδου Μαρτίου – Μαΐου 1932.

Η τεκμηρίωση, η πληρότητα και η νηφαλιότητα στη δημοσιογραφική κάλυψη κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών θεμάτων της χώρας παρέμειναν βασικά χαρακτηριστικά της και στα 100 χρόνια της επιτυχημένης της πορείας στον δημόσιο βίο της χώρας

Παρά το ότι η εφημερίδα ποτέ δεν έκρυψε την πολιτική της τοποθέτηση, αρχικά υπέρ του Κόμματος των Φιλελευθέρων και μεταπολεμικά υπέρ των κομμάτων του Κέντρου και του ΠαΣοΚ, η τεκμηρίωση, η πληρότητα και η νηφαλιότητα στη δημοσιογραφική κάλυψη κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών θεμάτων της χώρας παρέμειναν βασικά χαρακτηριστικά της και στα 100 χρόνια της επιτυχημένης της πορείας στον δημόσιο βίο της χώρας.

ΓΡΑΦΟΥΝ ΓΙΑ ΤΑ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ