Οι γυναίκες αποτελούν μόλις το ένα τέταρτο των εργαζομένων στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών (επιστημονικοί κλάδοι υψηλής εξειδίκευσης). Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου οι μισές από όσες εισέρχονται σε αυτούς τους κλάδους, αποχωρούν μέσα στα πρώτα δώδεκα χρόνια της καριέρας τους.
Η τελευταία μας επιστημονική έρευνα επιχειρεί να εξηγήσει το γιατί. Το συμπέρασμα είναι απλό αλλά ανησυχητικό: καθοριστικό ρόλο παίζει το κατά πόσο ο άμεσος προϊστάμενος στηρίζει ουσιαστικά την κάθε επιστήμονα.
Η έρευνα εξέτασε εις βάθος τις περιπτώσεις γυναικών επιστημόνων που έχουν βραβευτεί από το πρόγραμμα L’Oréal–UNESCO «For Women in Science» (διεθνής πρωτοβουλία που αναγνωρίζει κορυφαίες γυναίκες επιστήμονες). Πρόκειται για ερευνήτριες υψηλού επιπέδου, με διεθνή αναγνώριση. Παρ’ όλα αυτά, πολλές περιέγραψαν εργασιακά περιβάλλοντα που, αντί να τις στηρίζουν, λειτουργούσαν ανασταλτικά.
Μία συμμετέχουσα ανέφερε ότι αφιερώνει το 95% του χρόνου της σε διδασκαλία και διοικητικές υποχρεώσεις, χωρίς ουσιαστικό χρόνο για ερευνητικές δραστηριότητες, δηλαδή για να εργάζεται σε αυτό που προσλήφθηκε. Άλλη περιέγραψε τον χλευασμό που δέχθηκε από άνδρες συναδέλφους της, όταν έλαβε το παραπάνω βραβείο, οι οποίοι ασύστολα μείωσαν την αξία του δημοσίως. Μία άλλη ερευνήτρια, απολύθηκε ενώ ήταν έγκυος, καθώς αυτό θα ήταν εμπόδιο στην επαγγελματική της σταδιοδρομία.
Τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν δύο καθοριστικούς παράγοντες. Πρώτον, τη στήριξη από το ίδιο το πανεπιστήμιο μέσω μέτρων, όπως για παράδειγμα προγράμματα καθοδήγησης (συστηματική υποστήριξης από πιο έμπειρους επιστήμονες), ευέλικτες μορφές εργασίας και δίκαιες διαδικασίες προαγωγής. Δεύτερον, τη στήριξη από τον άμεσο προϊστάμενο. Όταν και οι δύο αυτοί παράγοντες λειτουργούν θετικά, οι γυναίκες επιστήμονες προοδεύουν. Όταν απουσιάζουν, το αποτέλεσμα είναι απομόνωση, απογοήτευση και τελικά αποχώρηση.
Ιδιαίτερα κρίσιμος αποδεικνύεται ο ρόλος του προϊσταμένου ως «γέφυρας» μεταξύ πολιτικής και καθημερινότητας. Ένα πανεπιστήμιο, ή και ένας οργανισμός γενικότερα, μπορεί να διαθέτει άρτιες πολιτικές ισότητας «στα χαρτιά». Αν όμως, στην πράξη, οι συναντήσεις προγραμματίζονται για παράδειγμα αργά το απόγευμα (αποκλείοντας όσες έχουν οικογενειακές υποχρεώσεις), τότε οι πολιτικές αυτές ακυρώνονται.
Ταυτόχρονα, η έρευνα κατέληξε και σε μια θετική διάσταση: γυναίκες που βρέθηκαν σε τοξικά περιβάλλοντα, κατάφεραν σε πολλές περιπτώσεις να κάνουν μία νέα αρχή με την καριέρα τους αλλάζοντας ίδρυμα ή ακόμη και χώρα. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη ταλέντου, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να αναπτυχθεί.
Τι σημαίνει αυτό για τα πανεπιστήμια και την πολιτική
Σε μια περίοδο όπου η τεχνητή νοημοσύνη και η πράσινη ανάπτυξη αναδιαμορφώνουν την οικονομία, η απώλεια επιστημονικού δυναμικού δεν είναι απλώς ζήτημα ισότητας. Είναι ζήτημα εθνικής ανταγωνιστικότητας. Για την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη συνολικά, προκύπτουν σαφείς προτεραιότητες:
Πρώτον, τα πανεπιστήμια πρέπει να επενδύσουν στη συστηματική εκπαίδευση όσων κατέχουν θέσεις ευθύνης. Η διοίκηση ανθρώπων και ομάδων δεν μπορεί να θεωρείται «δευτερευούσης» σημασίας στον χώρο των επιστημών. Απαιτείται αξιολόγηση και λογοδοσία για τον τρόπο που διαχειρίζονται ομάδες.
Δεύτερον, χρειάζεται ουσιαστική εφαρμογή – και όχι απλώς διακήρυξη – πολιτικών ισότητας. Αυτό σημαίνει θέσπιση μετρήσιμων στόχων, διαφάνεια στις προαγωγές και σαφείς μηχανισμούς καταγγελιών.
Τρίτον, είναι απαραίτητη η ανακατανομή του φόρτου εργασίας των γυναικών επιστημόνων σε σχέση με των ανδρών. Η υπερβολική επιβάρυνση με διδασκαλία και διοικητικά καθήκοντα πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες και περιορίζει την ερευνητική τους παραγωγικότητα.
Τέλος, απαιτούνται κίνητρα για την παραμονή και επιστροφή ταλαντούχων γυναικών επιστημόνων, ιδίως όσων αναγκάστηκαν να μεταβούν στο εξωτερικό αναζητώντας την Ιθάκη τους.
Το μήνυμα είναι σαφές: το πρόβλημα δεν είναι ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να βαστάξουν στους ώμους τους την επιστήμη, αλλά μάλλον ότι η επιστήμη δεν αντέχει να τις υποστηρίξει. Και αυτό είναι μια πολυτέλεια που καμία σύγχρονη κοινωνία δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια.
Των Adele Bezuidenhout, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Οργανωσιακής Συμπεριφοράς και Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού του University of Portsmouth, Ηνωμένο Βασίλειο Φωτεινής Κραβαρίτη, Επίκουρης Καθηγήτριας Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού του ΟΠΑ Karen Johnston, Καθηγήτριας Οργανωσιακής Συμπεριφορά του University of Portsmouth, Ηνωμένο Βασίλειο Gabriela Nacu, Υποψήφιας Διδάκτορος του University of Portsmouth, Ηνωμένο Βασίλειο
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο ΟΠΑ News του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» την Κυριακή 26 Απριλίου 2026
