Ανάπτυξη ταλέντων μέσω συλλογικής νοημοσύνης: Η δύναμη της συν-ανάπτυξης

Η βασική ιδέα είναι απλή, αλλά ισχυρή: οι επαγγελματίες μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον, δουλεύοντας πάνω σε πραγματικά προβλήματα που αφορούν την εργασία τους.

Ανάπτυξη ταλέντων μέσω συλλογικής νοημοσύνης: Η δύναμη της συν-ανάπτυξης

Πολλές επιχειρήσεις, ενώ επενδύουν σημαντικά στην προσέλκυση ταλέντων, δυσκολεύονται να υποστηρίξουν τη συνεχή εξέλιξή τους από τη στιγμή που θα ενταχθούν στον οργανισμό και έπειτα. Προγράμματα κατάρτισης ασφαλώς και υπάρχουν, αλλά συχνά είναι σύντομα, τυποποιημένα και αποκομμένα από τις πραγματικές προκλήσεις της καθημερινής εργασίας. Τα πιο προηγμένα προγράμματα ανάπτυξης ταλέντων έχουν θετικά αποτελέσματα, αλλά συνοδεύονται από υψηλό κόστος, που δεν είναι πάντα εφικτό, ιδίως για μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια διαφορετική προσέγγιση κερδίζει έδαφος διεθνώς: η συν-ανάπτυξη (co-development – συλλογική μάθηση μέσα από την ανταλλαγή εμπειριών). Η μέθοδος αυτή αναπτύχθηκε στον γαλλόφωνο Καναδά από τους Adrien Payette και Claude Champagne και εφαρμόζεται ευρέως σε οργανισμούς κυρίως στη Γαλλία, αλλά και αλλού. Η βασική ιδέα είναι απλή, αλλά ισχυρή: οι επαγγελματίες μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον, δουλεύοντας πάνω σε πραγματικά προβλήματα που αφορούν την εργασία τους.

Πώς λειτουργεί στην πράξη

Μια μικρή ομάδα εργαζομένων, συνήθως έξι-οκτώ ατόμων, συναντιέται σε τακτά χρονικά διαστήματα, για παράδειγμα μία φορά τον μήνα. Κάθε συνάντηση διαρκεί περίπου 1,5 ώρα και συζητούν ένα συγκεκριμένο ζήτημα που φέρνει στο τραπέζι ένας από τους συμμετέχοντες, π.χ. η διαχείριση μιας δύσκολης κατάστασης στην ομάδα, ένα δίλημμα διοίκησης ή μια πρόκληση που αφορά την οργάνωση της εργασίας.

Η συζήτηση ακολουθεί συγκεκριμένη δομή. Ο συμμετέχων που παρουσιάζει το ζήτημα ονομάζεται «πελάτης». Οι υπόλοιποι ονομάζονται «σύμβουλοι» και θέτουν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Έπειτα, ο πελάτης διατυπώνει ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα, συνήθως ξεκινώντας με τη φράση «πώς θα μπορούσα να…;». Στη συνέχεια, οι σύμβουλοι προτείνουν ιδέες και λύσεις, βασισμένες στη δική τους εμπειρία. Στο τέλος, ο ίδιος ο πελάτης συνοψίζει τα βασικά συμπεράσματα και προσδιορίζει ποιες ενέργειες θα ακολουθήσει, ενώ κάθε συμμετέχων αναστοχάζεται τι αποκόμισε από τη συζήτηση.

Με την πάροδο του χρόνου, όλοι περνούν από τον ρόλο του πελάτη και του συμβούλου. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ομάδα παραμένει σταθερή, χτίζοντας εμπιστοσύνη. Έτσι δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά για πραγματικές δυσκολίες, χωρίς φόβο κριτικής και όπου η μάθηση πηγάζει από τη συλλογική.

Τι κερδίζουν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις

Τα οφέλη αυτής της προσέγγισης είναι πολλαπλά. Σε ατομικό επίπεδο, οι εργαζόμενοι αναπτύσσουν την ικανότητα να σκέφτονται πιο ουσιαστικά για τη δουλειά τους και να λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις. Παράλληλα, αποκτούν κάτι σπάνιο στη σύγχρονη εργασιακή καθημερινότητα: έναν χώρο όπου μπορούν να σταματήσουν, να αναστοχαστούν και να μοιραστούν προβληματισμούς. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά συμμετέχων σε σχετική έρευνα, πρόκειται για «μιάμιση ώρα τον μήνα που έχει πραγματική αξία». Αυτός ο χώρος βασίζεται στην εμπιστοσύνη και την ψυχολογική ασφάλεια, επιτρέποντας στους συμμετέχοντες να συζητούν ανοιχτά «δύσκολα θέματα που δεν μπορούμε απαραίτητα να αντιμετωπίσουμε με τους άμεσους προϊσταμένους μας ή την ομάδα μας».

Σε συλλογικό επίπεδο, ενισχύεται η εμπιστοσύνη και η συνεργασία. Οι εργαζόμενοι συνειδητοποιούν ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν δεν είναι ατομικές, αλλά κοινές. Αυτό μειώνει το αίσθημα απομόνωσης και δημιουργεί πιο συνεκτικές ομάδες.

Σε οργανωσιακό επίπεδο, η συν-ανάπτυξη διευκολύνει τη διάχυση γνώσης μέσα στην επιχείρηση. Οι λύσεις που προκύπτουν δεν αφορούν μόνο ένα άτομο, αλλά συχνά αξιοποιούνται ευρύτερα. Επιπλέον, συμβάλλει στην πρόληψη ψυχοκοινωνικών κινδύνων, καθώς οι εργαζόμενοι έχουν έναν ασφαλή χώρο να εκφράσουν πιέσεις και δυσκολίες πριν αυτές κλιμακωθούν.

 Γιατί έχει σημασία για την Ελλάδα

Η συν-ανάπτυξη παρουσιάζει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: δεν απαιτεί μεγάλες επενδύσεις. Σε αντίθεση με ακριβές μορφές εκπαίδευσης, όπως το εξατομικευμένο coaching (καθοδήγηση από εξειδικευμένο σύμβουλο), μπορεί να εφαρμοστεί από εσωτερικούς συντονιστές, εφόσον βέβαια έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρομεσαίες, αυτό είναι κρίσιμο. Προσφέρει έναν πρακτικό και οικονομικά βιώσιμο τρόπο ανάπτυξης των εργαζομένων, βασισμένο στις πραγματικές ανάγκες της καθημερινής λειτουργίας.

Η εισαγωγή της μεθόδου μπορεί να ξεκινήσει πιλοτικά με μικρές ομάδες εθελοντών, οι οποίοι θα καθοδηγούνται από εκπαιδευμένους συντονιστές, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι συμμετέχοντες αισθάνονται άνετα να μοιράζονται τις προκλήσεις. Ακόμη και τέτοιες μικρές πρωτοβουλίες μπορούν να αναδείξουν γρήγορα την αξία της προσέγγισης.

Παράλληλα, δημόσιοι οργανισμοί, επιμελητήρια και επαγγελματικοί φορείς μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές, ενθαρρύνοντας τη διάδοση καλών πρακτικών και προσφέροντας βασική εκπαίδευση σε συντονιστές.

Μια διαφορετική αντίληψη για τη μάθηση

Σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς, κανένας εργαζόμενος, όσο μεγάλο ταλέντο και αν είναι, δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Η αξία προκύπτει από τη συνεργασία και την ανταλλαγή εμπειριών.

Η συν-ανάπτυξη δεν αντικαθιστά τις παραδοσιακές μορφές εκπαίδευσης. Τις συμπληρώνει, μεταφέροντας τη μάθηση μέσα στην καθημερινή εργασία. Και ίσως το σημαντικότερο είναι πως καλλιεργεί μια κουλτούρα όπου οι άνθρωποι αισθάνονται ότι υποστηρίζονται και εξελίσσονται μαζί, ότι πορεύονται με γνώμονα τη συλλογική νοημοσύνη. Όπως αναφέρει και μία γαλλική παροιμία, «μόνοι προχωράμε γρηγορότερα, αλλά μαζί φτάνουμε πιο μακριά».

Ο Pedro Gonzalo είναι Καθηγητής Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού του University of Toulouse, Γαλλία

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο ΟΠΑ News του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» την Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version