Σαν ένα τσακωμό μεταξύ φίλων που διαφωνούν σε λίγα και συμφωνούν σε πολλά περιέγραψαν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου το οργισμένο τηλεφώνημα του πρώτου με τον δεύτερο. Και οι δυο ηγέτες απέφυγαν χθες να ρίξουν λάδι στη φωτιά που ξέσπασε μετά από τη διαρροή στον Τύπο των «γαλλικών» με τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έλουσε τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, υποτίθεται για την επιμονή του να επιτίθεται στο Λίβανο υπονομεύοντας τη διαπραγμάτευση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Όμως εκείνο που επιμελώς απέφυγαν και οι δύο να σχολιάσουν ήταν η πληροφορία πως ο Τραμπ σε ένα ξέσπασμά του είπε στον Νετανιάχου πως «χωρίς εμένα θα βρισκόσουν στη φυλακή».
Τι εννοούσε ο Αμερικανός πρόεδρος; Αναφερόταν μόνο στην πολιτική στήριξη που έχει προσφέρει στον φίλο του ή σε παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη του Ισραήλ, ενώπιον της οποίας βρίσκεται επί χρόνια ο Νετανιάχου αντιμετωπίζοντας βαρύτατες κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας και διαφθορά; Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απαιτήσει πριν από μερικούς μήνες – ακόμα και από το βήμα της ισραηλινής βουλής- την απονομή χάριτος στον Νετανιάχου από τον πρόεδρο της χώρας Ισαάκ Χέρτζογκ λέγοντας χαρακτηριστικά «ποιος στο διάβολο νοιάζεται για τα πούρα και τις σαμπάνιες, όταν πρόκειται για έναν πολύ δημοφιλή άνθρωπο που ξέρει πως να νικά».
Ένα άλλο ζήτημα που εκκρεμεί στο Ισραήλ είναι η απόδοση ευθυνών για το «φιάσκο» της 7ης Οκτωβρίου 2023. Παρότι ο Νετανιάχου έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη εκκρεμεί η λογοδοσία για πράξεις και παραλείψεις της κυβέρνησης που επέτρεψαν στη Χαμάς να αιφνιδιάσει τον ισραηλινό στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας εκείνο το μοιραίο πρωινό. Μήπως ο Τραμπ κρατά από κάπου τον Νετανιάχου και του το υπενθύμισε στη διάρκεια του τηλεφωνικού καυγά;
Μια άλλη εξήγηση που δίνουν αναλυτές είναι ότι πρόκειται για θεατρινισμούς και για ένα επικοινωνιακό παιχνίδι μέσω διοχετευμένων πληροφοριών, με τους Τραμπ και Νετανιάχου σε ρόλους «καλού» και «κακού» αστυνόμου, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική τους. Άλλοι σχολιαστές επιμένουν ότι ο Τραμπ θεωρεί πως ο Νετανιάχου τον παρέσυρε στην επίθεση κατά του Ιράν και αναζητεί εναγωνίως μια διέξοδο από την κρίση.
Πάντως, οι ηγέτες των μεγαλύτερων κομμάτων της ισραηλινής αντιπολίτευσης κατηγορούν τον πρωθυπουργό ότι υπέκυψε στις πιέσεις του Τραμπ, ότι ανέστειλε την επίθεση κατά της Βηρυτού «δένοντας τα χέρια του IDF» και υποβαθμίζοντας το Ισραήλ σε «προτεκτοράτο». Εκείνοι που φιλοδοξούν να «εκθρονίσουν» τον Νετενανιάχου στις εκλογές που θα γίνουν σε λίγους μήνες στο Ισραήλ, τον κατηγορούν για έλλειψη σθένους και για υποχωρητικότητα έναντι των ΗΠΑ ενώ ζητούν ακόμα πιο δραστικά μέτρα για την ασφάλεια του εβραϊκού κράτους.
«Μαφιόζικες μεθοδεύσεις» στην Κνεσέτ
Την ώρα που ο Τραμπ και ο Νετανιάχου έδιναν χθες συνεντεύξεις σε αμερικανικά ΜΜΕ για να λειάνουν τις εντυπώσεις και να εξηγήσουν την πολιτική τους στο Ιράν, μέσα στην ισραηλινή βουλή (Κνεσέτ) εκτυλίσσονταν σκηνές απείρου κάλους. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης κατηγόρησαν τον πρωθυπουργό Νετανιάχου ότι χρησιμοποίησε μαφιόζικες μεθόδους για να επιβάλει τον προσωπικό δικηγόρο του, Μικαέλ Ραμπέλο, ως νέο Γενικό Ελεγκτή του κράτους (μια θέση που θεωρητικά θα έπρεπε να καταλαμβάνεται από υπερκομματική προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους), προκειμένου να εξασφαλίσει ασυλία από ενδεχόμενες νέες έρευνες σε βάρος του.
Η πολιτική σύγκρουση έλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις, ακόμα και για τα δεδομένα του Ισραήλ, όταν το κυβερνητικό στρατόπεδο ηττήθηκε στην πρώτη μυστική ψηφοφορία. Ο προταθείς από την αντιπολίτευση, συνταξιούχος δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γιοσέφ Ελρόν έλαβε 60 ψήφους ενώ ο εκλεκτός του Νετανιάχου συγκέντρωσε 57 ψήφους, σε σύνολο 120 εδρών. Αυτό σήμαινε ότι κάποιοι βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού (πιθανότατα από το κόμμα Λικούντ του Νετανιάχου) αποδοκίμασαν την επιλογή του πρωθυπουργού. Ο Ελρόν δεν εξελέγη για μόλις μια ψήφο ενώ είχε σαφές προβάδισμα στο δεύτερο γύρο όπου θα χρειαζόταν απλή πλειοψηφία.
Με το κινητό στο παραβάν
Καθώς άρχιζε η δεύτερη ψηφοφορία κυκλοφόρησαν έντονες φήμες στη Βουλή ότι το πρωθυπουργικό γραφείο απαίτησε από τους βουλευτές του Λικούντ να φωτογραφήσουν ή να βιντεοσκοπήσουν το εαυτό τους πίσω από το παραβάν καθώς θα έβαζαν το σωστό ψηφοδέλτιο μέσα στο φάκελο, παραβιάζοντας τη μυστικότητα της ψηφοφορίας. Ακολούθησε πανδαιμόνιο με τους ηγέτες της αντιπολίτευσης να καταγγέλλουν την κυβέρνηση ως «εγκληματική συμμορία». Ο πρόεδρος της Βουλής Αμίρ Οχανά, ο οποίος ανήκει στο κόμμα του Νετανιάχου, διέκοψε μεν την ψηφοφορία, όμως στη συνέχεια έκρινε ότι οι βουλευτές δικαιούνται να έχουν το κινητό τηλέφωνο τους πίσω από το παραβάν, παρά την αντίθετη εισήγηση του Νομικού Συμβουλίου της Βουλής.
Όταν επαναλήφθηκε η ψηφοφορία, ορισμένοι υπουργοί και βουλευτές του Λικούντ κρατούσαν επιδεικτικά τα κινητά τους καθώς έμπαιναν πίσω από το παραβάν, ενώ τουλάχιστον ένας βουλευτής ανέβασε το σχετικό βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα. Τελικά ο δικηγόρος του Νετανιάχου επικράτησε με ψήφους 61- 57.
Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, Γιαϊρι Λαπίντ και Ναφτάλι Μπένετ, δήλωσαν ότι θα προσφύγουν στη Δικαιοσύνη για να ακυρώσουν την εκλογή του Ραμπέλο. Ο Νετανιάχου επέβαλε τον consiglieri του ως Γενικό Ελεγκτή κατήγγειλε ο Μπένετ, ενώ ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι εξευτέλισε τη Βουλή που θύμιζε Βόρεια Κορέα. Άλλοι πολιτικοί ηγέτες και βουλευτές είπαν ότι η παραβίαση της μυστικότητας της ψηφοφορίας στη Βουλή αποτελεί κακό σημάδι για τις βουλευτικές εκλογές που ενδέχεται να διεξαχθούν πρόωρα το Σεπτέμβριο ή το αργότερο μέχρι τον Οκτώβριο.
