Πριν από κάποια χρόνια, όχι πολλά, η δολοφονία μιας γυναίκας από τον σύζυγο ή τον σύντροφό της υποβαθμιζόταν στις πίσω σελίδες των εφημερίδων, καμουφλαρισμένη πίσω από διατυπώσεις περί «εγκλημάτων πάθους». Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες από τη διεθνή καθιέρωση του όρου «γυναικοκτονία», ο οποίος περιγράφει το έγκλημα στην πραγματική του διάσταση, δηλαδή τη δολοφονία μιας γυναίκας ακριβώς επειδή είναι γυναίκα, ώστε να αναγκαστεί η ελληνική κοινωνία να κοιτάξει κατάματα το είδωλό της, χωρίς καμία ωραιοποίηση.
Έτσι, σήμερα, η δολοφονία της 39χρονης στην Καλαμάτα προστίθεται στον μακρύ κατάλογο ενός φαινομένου με το οποίο η κοινωνία μοιάζει να εξοικειώνεται. Από το 2020 μέχρι σήμερα, 77 γυναίκες έχασαν τη ζωή τους: 4 το 2020, 15 το 2021, 13 το 2022, 6 το 2023, 15 το 2024, 19 το 2025, ενώ από τις αρχές του 2026 μετράμε ήδη πέντε δολοφονίες.
Κάπου εδώ μπαίνει και το αίτημα για τη νομοθετική καθιέρωση της γυναικοκτονίας ως ειδικής, βαρύτερης μορφής ανθρωποκτονίας. Η πρόταση αυτή μεταφέρεται εσχάτως και στο πεδίο του συνταγματικού διαλόγου, με τους υποστηρικτές της να επικαλούνται τη συνεχή αύξηση των σχετικών εγκλημάτων και την ιδιαίτερη απαξία των πράξεων που έχουν ως κίνητρο την έμφυλη περιφρόνηση. Ο διάλογος αυτός, αν και κάθε άλλο παρά ανέφελος καθώς εγείρει σοβαρές ενστάσεις, καταφέρνει να στρέψει το ενδιαφέρον σε ζητήματα με βαθιά κοινωνική γείωση, μετατοπίζοντας την προσοχή μακριά από στρυφνά, τεχνικά θέματα που, αν και πολύ σημαντικά για την (καχεκτική) εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, συχνά μοιάζουν αποκομμένα από την καθημερινότητά τους.
Παράλληλα, όμως, με τη συνταγματική αυτή συζήτηση, επιστρατεύονται και οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις που επιχειρούν να βρουν αντίκρισμα μέσα από τους αριθμούς. Προς επίρρωση αυτής της εικόνας, προβάλλονται τα στοιχεία του πρώτου τετραμήνου του 2026 με τις 3.850 συλλήψεις για ενδοοικογενειακή βία, ως επιχείρημα ότι το φαινόμενο έχει πλέον αποκτήσει την απαραίτητη ορατότητα. Πόσο όμως αρκεί η απλή διαπίστωση του κακού με στατιστικές, όταν η ασφάλεια αποτελεί κεντρικό κυβερνητικό πρόταγμα και την ίδια στιγμή μετράμε, σχεδόν κάθε μήνα, και μια νέα γυναικοκτονία;
Το Σύνταγμα και οι αριθμοί, θα αντιλέξει κάποιος, αποτελούν τον πιο εύκολο τρόπο για να προσποιηθεί κανείς ότι αγγίζει μια κοινωνική παθογένεια, χωρίς στην πραγματικότητα να επιδιώκει την επίλυσή της. Η μετάθεση των λύσεων στον αναθεωρητικό νομοθέτη και η επιλεκτική ανάγνωση των στατιστικών, φαινόμενα καθόλου σπάνια στη χώρα μας, έρχονται απλώς να ενισχύσουν αυτόν τον σκεπτικισμό. Εδώ, όμως, αυτός ο καχύποπτος και ενίοτε βάσιμος αντίλογος οφείλει να διαψευστεί. Προς αυτή την κατεύθυνση, οι όποιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να εντάσσονται σε μια σφαιρική αντεγκληματική πολιτική με ουσιαστική συνεισφορά στην πρόληψη, προτού, μετά το επόμενο συμβάν, πούμε ότι έχουμε πάλι τη λύση του προβλήματος προστρέχοντας στο προσκέφαλο του Συντάγματος και των αριθμών.
