Δίκη των Τεμπών, Εβδομάδα 5: Το Δημόσιο, οι σταθμάρχες και το «εύκολο θύμα»

Ο σταθμάρχης που «ξέχασε το κλειδί» εξακολουθεί να απουσιάζει από τη δίκη. Αλλά χθες μίλησαν οι δικηγόροι του - και το επιχείρημά τους δεν αφορά μόνο εκείνον.

Δίκη των Τεμπών, Εβδομάδα 5: Το Δημόσιο, οι σταθμάρχες και το «εύκολο θύμα»

Όλες οι δίκες ξεκινάνε με τα ονόματα των κατηγορουμένων. Η εκφώνηση γίνεται με τη σειρά, όπως εμφανίζεται η αρίθμηση στο κλητήριο θέσπισμα. Κάθε κατηγορούμενος, μόλις ακούσει το όνομά του, πρέπει να σηκωθεί όρθιος και να δηλώσει παρών – αλλά τίποτα παραπάνω. Το ίδιο ακριβώς κάνει στη συνέχεια και ο δικηγόρος του, πριν η έδρα προχωρήσει στο επόμενο όνομα στη λίστα.

Αυτή την εβδομάδα, παρόντες στη δίκη των Τεμπών, για να ακούσουν το όνομα τους, ήταν μόνο έξι από τους 36 κατηγορούμενους. Ακριβώς το ένα έκτο. Ένας παραπάνω από μία ομάδα μπάσκετ. Μία ανομοιογενής ομάδα αντρών, διαφορετικών ηλικιών και, θα τολμούσα να πω, και στυλ. Ένας φοράει καφέ κοστούμι κοτλέ, παρότι είναι πια καλοκαίρι στη Λάρισα. Το θερμόμετρο έχει ήδη φτάσει τους 33 βαθμούς.  Ένας άλλος φοράει τη μάσκα που συνηθίσαμε όλοι επί covid, αλλά τώρα μοιάζει παράταιρη μέσα στη δικαστική αίθουσα.

Δεν ξέρουμε πολλά για αυτούς τους έξι, καθώς ακόμα δεν τους έχουμε ακούσει να μιλούν. Γνωρίζουμε όμως τις ιδιότητες τους. Δύο πρώην διευθύνοντες σύμβουλοι – του ΟΣΕ και της ΕΡΓΟΣΕ – δύο πρώην προϊστάμενοι έργων και δύο πρώην επιβλέποντες μηχανικοί σιδηροδρομικών συστημάτων. Μεσαία και ανώτατα στελέχη. 

Να είχαν γνωριστεί κάποτε υπό άλλες συνθήκες; Πιθανόν. Η εντύπωση στην αίθουσα πάντως είναι διαφορετική. Οι έξι κατηγορούμενοι δε μιλάνε ποτέ μεταξύ τους. Δεν κοιτάζονται καν. Σαν ξένοι που ενώθηκαν βίαια τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου του 2023 και έκτοτε δε θέλουν να έχουν καμία σχέση ο ένας με τον άλλον.  

Κάθε ποινική δίκη, ακόμα και αυτές που κινητοποιούν έναν ολόκληρο λαό, αφορά προσωπικά τον κάθε κατηγορούμενο. Ο καθένας που θα καθίσει σε μία από τις 36 καρέκλες θα καταδικαστεί ή θα αθωωθεί με ονοματεπώνυμο.

Ο πιο γνωστός είναι, βέβαια, ο σταθμάρχης της Λάρισας. Ο Βασίλης Σαμαράς, το νούμερο ένα στη λίστα των κατηγορουμένων. Ο οποίος εξακολουθεί να είναι απών. Όπως και τα νούμερα δύο, τρία και τέσσερα. Οι δύο συνάδελφοι του Σαμαρά και ο επιθεωρητής διοίκησης της Λάρισας ακόμα δεν έχουν εμφανιστεί στο δικαστήριο.  

Το εύκολο θύμα

Αλλά χθες ήταν η ώρα τους μιλήσουν για πρώτη φορά και να απαντήσουν στην απόφαση του Δημοσίου να στραφεί εναντίον τους.

Στην προηγούμενη συνεδρίαση, το ελληνικό Δημόσιο είχε ζητήσει να παραστεί στη δίκη προς υποστήριξη της κατηγορίας μαζί με τους συγγενείς των θυμάτων. Η δήλωση αυτή δεν αφορούσε κανέναν άλλον από τους υπόλοιπους 32 κατηγορούμενους.

Φυσικά, οι τέσσερις θα υπέβαλλαν ένσταση.

Και όλοι, περιμέναμε να τους ακούσουμε. Όχι βέβαια τους ίδιους, αλλά τους συνηγόρους τους. 

Σε αντίθεση με όλους τους άλλους κατηγορούμενους, που εκπροσωπούνται από δικηγόρους Αθηνών, οι οποίοι στην αρχή κάθε εβδομάδας, κάνουν το ταξίδι Αθήνα – Λάρισα, για να παραστούν στο δικαστήριο, οι τρεις σταθμάρχες έχουν επιλέξει δικηγόρους από τη Λάρισα. Οι οποίοι – αυτό μου έχει κάνει εντύπωση – επιλέγουν να κάθονται μακριά από τους Αθηναίους. Οι δικηγόροι των Βασιλείου Σαμαρά, Παναγιώτη Χαμηλού, Κωνσταντίνου Πουλόπουλου και Δημήτριου Νικολάου – ο μόνος από τους τέσσερις που έχει δικηγόρο Αθηνών – κάθονται στα έδρανα, στη μέση της αίθουσας και όχι στο πλάι, αριστερά από την έδρα, μαζί με τους συναδέλφους τους.  Σα να μη θέλουν να συνδεθούν με κανέναν άλλον στον ίδιο χώρο. Ή σα να θέλουν με αυτόν τον τρόπο να δηλώσουν ότι οι εντολείς τους είναι μία διαφορετική κατηγορία. Επαρχιώτες. Κατώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι. Όχι μέρος του συστήματος. 

Για εμάς τους δημοσιογράφους, αυτό φάνηκε και σε κάτι ακόμα. Οι λαρισαίοι συνήγοροι δεν είναι πρόσωπα οικεία σε όσους καλύπτουν συστηματικά μεγάλες δίκες στην Αθήνα. Όταν η δικηγόρος του Σαμαρά σηκώθηκε να μιλήσει, αρκετοί κοιτούσαμε διακριτικά ο ένας τον άλλον για επιβεβαίωση ότι ήταν αυτή.  Και μόνο όταν σιγουρευτήκαμε, ανοίξαμε λάπτοπ και σημειωματάρια.

Διαβάζω από τις δικές μου σημειώσεις, γραμμένες βιαστικά στον υπολογιστή μου: 

  • Η πρόθεση της δηλώσεως του Δημοσίου προς υποστήριξη της κατηγορίας είναι αβάσιμη διότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το σιδηροδρομικό δίκτυο λειτουργούσε ανεπαρκώς για χρόνια και οι αρμόδιοι δεν έκαναν τίποτα.
  • Το ίδιο το ελληνικό Δημόσιο επόπτευε τους σιδηροδρόμους και συνεπώς όφειλε να προασπίσει την ασφάλεια και να δημιουργήσει δικλείδες ασφαλείας για τυχόν ανθρώπινα σφάλματα.
  • Το Δημόσιο εμφανίζεται ως δήθεν ζημειωθέν, ενώ έχει συμβάλλει αιτιωδών, μέσω των παραλείψεων του στο δυστύχημα και τώρα τα ρίχνει σε φυσικά πρόσωπα χαμηλότερης υπηρεσιακής βαθμίδας.

Δηλαδή στον Σαμαρά και στους άλλους τρεις από τους 36 κατηγορούμενους. 

«Ο Σαμαράς ήταν το εύκολο θύμα», ξεκίνησε να λέει ο δεύτερος δικηγόρος υπεράσπισης του. «Βρέθηκε σε μία θέση…» 

Αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει, γιατί τον διέκοψαν συγγενείς που παρακολουθούσαν τη δίκη. 

– Δεν βρέθηκε τυχαία, το επιδίωξε ο ίδιος να βρεθεί σε αυτή τη θέση!

–  Δεν επέλεξε να εργαστεί μόνος αλλά του ανατέθηκε μονοπρόσωπη βάρδια, απάντησε ο δικηγόρος στους συγγενείς. 

 – Ο ίδιος το επέλεξε!

Η Πρόεδρος επανέφερε την τάξη, καθώς δεν επιτρέπεται ο διάλογος μέσα στη δικαστική αίθουσα και αμέσως μετά, έδωσε τον λόγο στον συνήγορο υπεράσπισης των άλλων δύο σταθμαρχών, που είχαν βάρδια εκείνο το βράδυ και έφυγαν, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, νωρίτερα από το πόστο τους. 

«Βρίσκω τη στάση του Δημοσίου υποκριτική», είπε αφού ανέπτυξε και εκείνος τα δικά του νομικά επιχειρήματα και, εκείνη την ώρα, ένιωσα σαν να απευθύνεται σε όλους μας μέσα στην αίθουσα.

Πόση σχέση έχουν οι σταθμάρχες με την καρικατούρα του δημοσίου υπαλλήλου που έχουμε συχνά στο μυαλό μας; Ενός ανθρώπου που διορίζεται με μέσο και μαθαίνει να λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα χαλαρών κανόνων και μικρών καθημερινών παραλείψεων;  Πόση σχέση έχουν οι πράξεις τους με όσα συμβαίνουν κάθε μέρα σε εκατοντάδες δημόσιες υπηρεσίες – και, τελικά, με εμάς τους ίδιους;

Κανείς άλλος από τους συνηγόρους υπεράσπισης δεν αντιτάχθηκε πάντως στη δήλωση για παράσταση του Δημοσίου. Αν οι συνήγοροι των σταθμαρχών επιχειρούν να μετατοπίσουν το βάρος στις διαχρονικές ευθύνες του συστήματος, τα στελέχη θα επιμείνουν – όπως όλα δείχνουν – στο αφήγημα του «ανθρώπινου λάθους». 

Μόνο η Ζωή Κωνσταντοπούλου, από τη μεριά της υπεράσπισης της κατηγορίας, επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί και αναρωτήθηκε: Το ότι το Δημόσιο δηλώνει παράσταση κατηγορίας εναντίον μόνο τεσσάρων από τους 36 κατηγορούμενους, σημαίνει ότι αθωώνει τους άλλους;.

Το πολιτικό ερώτημα

Το ερώτημα είναι φυσικά πολιτικό – όπως πολιτική είναι και αυτή η δίκη.  

Μέχρι το τέλος της συνεδρίασης, η συζήτηση είχε μετατοπιστεί πέρα από τους τέσσερις σταθμάρχες. 

Για πρώτη φορά, 50 δικηγορικοί σύλλογοι έχουν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας και η υπεράσπιση θέτει τα δικά της ερωτήματα: Υπέστησαν βλάβη οι δικηγορικοί σύλλογοι, ώστε να δικαιούνται να είναι διάδικοι; Γιατί δεν παρέστησαν και στο Μάτι ή στη δίκη για τα ομόλογα; Και τι συμβαίνει όταν σχεδόν ολόκληρος ο νομικός κόσμος φαίνεται να παίρνει θέση από τη μία πλευρά της αίθουσας;

Η επόμενη μεγάλη σύγκρουση της δίκης δε θα αφορά μόνο τους κατηγορούμενους, αλλά και το ποιος δικαιούται να εκπροσωπεί την κοινωνία μέσα σε αυτή την αίθουσα.

Στο μεταξύ, εγώ θέλω να ξέρω γιατί μετά από έναν μήνα που η αίθουσα επισκευαζόταν – ξανά – κανείς δεν τοποθέτησε στη θέση του το  «Υ» που λείπει από την ταμπέλα του Σ νεδριακού Κέντρου.  Ανθρώπινο λάθος του αρμόδιου δημοσίου υπαλλήλου; Πολιτική αδιαφορία; Ή γενικό ξεχαρβάλωμα του κράτους; Δε θέλω να κάνω συνειρμούς και η αλήθεια είναι ότι κανείς δε σκοτώθηκε από ένα «Υ» που δεν υπάρχει. 

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version