Με αφορμή τη συμπλήρωση 15 χρόνων δημιουργίας, έρευνας και κοινωνικής παρέμβασης του Κόμβου Ψηφιακής Αφήγησης (DSTHub) του Εργαστηρίου Νέων Τεχνολογιών στην Επικοινωνία, την Εκπαίδευση και τα ΜΜΕ (NTLab) του ΕΚΠΑ, συνομιλήσαμε με τον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλη Μεϊμάρη, τον άνθρωπο που συνέδεσε όσο λίγοι στην Ελλάδα την αφήγηση με τις νέες τεχνολογίες και καθιέρωσε τη μεθοδολογία της Ψηφιακής Αφήγησης (Digital Storytelling) ως πεδίο έρευνας, εκπαίδευσης και κοινωνικής ενδυνάμωσης.
Με αφορμή μάλιστα αυτή την επέτειο, θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 23 Μαΐου 2026, 11:00-14:00 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μια επετειακή εκδήλωση-αναδρομή, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της εκπαίδευσης, της τέχνης, της επιστήμης και του πολιτισμού.
Σε μια εποχή όπου τα ψηφιακά εργαλεία βρίσκονταν ακόμη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης, ο Μιχάλης Μεϊμάρης διέκρινε τις δυνατότητες που άνοιγε η σύνδεση της προσωπικής αφήγησης με τα νέα μέσα. Από τη διδασκαλία μαθηματικών και νέων τεχνολογιών στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ μέχρι τη δημιουργία χιλιάδων ψηφιακών ιστοριών από φοιτητές, ανθρώπους τρίτης ηλικίας, πρόσφυγες, ασθενείς και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, η πορεία αυτή ανέδειξε την Ψηφιακή Αφήγηση όχι μόνο ως εργαλείο δημιουργικής έκφρασης, αλλά και ως διαδικασία ενσυναίσθησης, αναστοχασμού και απόκτησης φωνής.
Στη συζήτηση μας, ο ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών μιλά για την πρώτη του επαφή με το digital storytelling, τη δυναμική του «κύκλου ιστορίας» (story circle), τη σημασία της προσωπικής φωνής, τη σχέση της αφήγησης με το τραύμα και τη συλλογική εμπειρία, αλλά και για τις προκλήσεις που φέρνει σήμερα η τεχνητή νοημοσύνη στον χώρο της ψηφιακής δημιουργίας.
«Όταν ξεκινήσαμε να φέρνουμε τη μεθοδολογία του digital storytelling στην Ελλάδα, πριν από 15-20 χρόνια, δεν υπήρχε ούτε η εξοικείωση ούτε η σημερινή κουλτούρα των κοινωνικών δικτύων. Τώρα πια τα παιδιά, ιδιαίτερα οι νέοι, γνωρίζουν από τα γεννοφάσκια τους να φτιάχνουν μικρές ιστορίες στα κοινωνικά δίκτυα.»
Tα δεκαπέντε χρόνια ψηφιακής αφήγησης – digital storytelling είναι μια σημαντική επέτειος. Eπενδύσατε στη συγκεκριμένη μεθοδολογία σε μια εποχή που τα ψηφιακά εργαλεία δεν ήταν στο σημείο ανάπτυξης που είναι τώρα. Τι σας παρακίνησε να το κάνετε;
«Θα σας απαντήσω με αυτό που θα πω και στην Ταινιοθήκη το Σάββατο. Η βασική ερώτηση που κάνω συχνά στον εαυτό μου είναι: “Τι ζητάει η αλεπού στο παζάρι;”. Δηλαδή, πώς βρέθηκε ένας μαθηματικός, με διδακτορικό στη Μαθηματική Στατιστική, να ασχολείται με την ιστορικοποίηση της ζωής ή αλλιώς με την αφήγηση εν γένει;
Στην πανεπιστημιακή μου πορεία, στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο ιδρύσαμε μαζί με φίλους στις αρχές της δεκαετίας του ’90, προέκυψε η ανάγκη να εξηγηθούν ορισμένες μαθηματικές έννοιες με έναν διαφορετικό τρόπο. Οι φοιτητές που είχαν επιλέξει την Επικοινωνία και τη Δημοσιογραφία είχαν, κατά κάποιον τρόπο, αποφύγει τα μαθηματικά — και ξαφνικά τα έβρισκαν μπροστά τους.
Την ίδια στιγμή, είχα από παλιά μια προσωπική σχέση με την αφήγηση ιστοριών. Ήταν σχεδόν χόμπι. Είχα εκδώσει και δύο βιβλία προσωπικών αφηγήσεων στις εκδόσεις Νεφέλη. Η ιστορικοποίηση των βιωμάτων και των γεγονότων της ζωής ήταν κάτι οικείο για μένα και σταδιακά το μετέφερα και στη διδασκαλία των νέων τεχνολογιών στο τότε νεοσύστατο τμήμα.
Η εμπειρία μου στη Libération στο Παρίσι, όπου ήρθα σε επαφή με τον υπολογιστή ως εργαλείο διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, με οδήγησε και σε ένα δεύτερο διδακτορικό, πάλι στο Παρίσι, σε θέματα αναγνώρισης μορφών και ανάλυσης δεδομένων. Αν το δει κανείς σήμερα, όλα αυτά συνδέονται άμεσα με όσα αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη. Τότε, βέβαια, όλα βρίσκονταν ακόμη στα σπάργανα, αλλά είχα τη διαίσθηση ότι εκεί βρισκόταν το μέλλον και προς τα εκεί οδηγήθηκα.
Έτσι γεννήθηκε και η ανάγκη να διδάξω ακόμη και τα μαθηματικά μέσα από ιστορικούς και αφηγηματικούς όρους. Σε ένα μεγάλο συνέδριο στο Μπέρκλεϊ ανακάλυψα αυτό που Αμερικανοί καλλιτέχνες ονόμαζαν “digital storytelling”. Για μένα ήταν η συνάντηση των δύο ειδικοτήτων μου: του digital, που δίδασκα, και του storytelling, που είχα ως χόμπι.
Αυτό ουσιαστικά καθόρισε την πορεία μου τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Είδα τις τεράστιες δυνατότητες που άνοιγε η δυνατότητα του καθενός —με ένα κινητό τηλέφωνο, έναν υπολογιστή ή ένα τάμπλετ— να αφηγηθεί τη δική του ιστορία.
Όταν ξεκινήσαμε να φέρνουμε αυτή τη μεθοδολογία στην Ελλάδα, πριν από 15-20 χρόνια, δεν υπήρχε ούτε η εξοικείωση ούτε η σημερινή κουλτούρα των κοινωνικών δικτύων. Τώρα πια τα παιδιά, ιδιαίτερα οι νέοι, γνωρίζουν από τα γεννοφάσκια τους να φτιάχνουν μικρές ιστορίες στα κοινωνικά δίκτυα. Και αυτό που είδαμε εμείς, στη λογική που ακολουθούμε αυτά τα δεκαπέντε χρόνια, είναι ότι σε κλειστές ομάδες βραχείας διάρκειας αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη δυναμική μεταξύ των συμμετεχόντων.

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Μεϊμάρης
Μπορείτε να μας δώσετε μερικά παραδείγματα;
Σε αυτές τις ομάδες συμμετέχουν είτε φοιτητές και φοιτήτριες, σε επίπεδο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό, είτε το ευρύ κοινό, όπως έχουμε δουλέψει σε όλη την Ελλάδα, είτε ειδικότερες ή πιο ευαίσθητες ομάδες κοινού από τον Σύλλογο Άλμα Ζωής που αφορά γυναίκες με καρκίνο μαστού.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η δουλειά μας με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, όπου δράσαμε σε επίπεδο διαγενεακής επικοινωνίας και μάθησης. Δηλαδή βάζοντας έναν μαθητή των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού ή των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου με ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, που δεν είχαν σύνδεση εξ αίματος, να πιάνουν μαζί το νήμα, ανταλλάσσοντας εμπειρίες. Αυτό που γινόταν είχε μεγάλο ενδιαφέρον.
Για πρώτη φορά είδαμε αυτά τα παιδιά που συνήθως απαιτούν χάρες μέσα στον οικογενειακό τους κύκλο, να έχουν τεράστιο σεβασμό προς αυτούς που αποκαλούσαν παππού και γιαγιά. Παρότι, όπως είπαμε, δεν είναι συγγενείς τους, αλλά ξένοι άνθρωποι, τα παιδιά γίνονται «καλοί δάσκαλοι».
Η προσπάθεια να φτιάξουν μαζί ένα βίντεο, το οποίο βασίζεται σε μια ιστορία του παππού ή της γιαγιάς που είχαν ήδη καταγράψει, και να το μετατρέψουν —όπως λέμε— σε ένα πιο ολοκληρωμένο, σχεδόν θεατρικό ή οπτικοακουστικό υλικό, είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα. Ένα βίντεο δηλαδή κάποιας διάρκειας, το οποίο λέει αυτή την ιστορία εμπλουτισμένη με έναν άλλο τρόπο.
«Ο κόσμος θέλει να βγάλει από μέσα του αυτό που τον δυσκολεύει. Είναι μια γνωστή αλήθεια: θέλεις να βάλεις στο τραπέζι αυτό που σε απασχολεί, διότι ελπίζεις ότι, με το να το έχεις απέναντί σου, μπορεί να το δεις και με άλλο μάτι, να αναδομήσεις την προσωπική σου ιστορία.»
Από το βίντεο «Αργή κίνηση» που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος του digital storytelling στο ΕΚΠΑ.
Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ανοίγονται και να μοιράζονται τα θέματα που τους απασχολούν;
Αν και δεν είμαι ψυχολόγος για να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση, αλλά μαθηματικός, να σας πω ότι έχουμε πάντα ανθρώπους της ψυχικής υγείας, ώστε να είμαστε πλήρως καλυμμένοι στις δράσεις μας.
Καταρχάς πρόκειται για κλειστές ομάδες στις οποίες αναπτύσσεται μια δυναμική μεταξύ των συμμετεχόντων, με εφαλτήριο έναν εμψυχωτή (φοιτητής-ερευνητής ή υπεύθυνος σεμιναρίων από τα 50-60 μέλη του δικτύου) που «εκτίθεται» – δεν είμαι μόνον εγώ που κάνω όλες τις αφηγήσεις — αρχίζοντας με μια προσωπική του ιστορία, η οποία έχει μέσα της το τόλμημα να βγει προς τα έξω κάτι που δεν λέγεται εύκολα. Δείχνουμε επίσης παλαιότερες ψηφιακές αφηγήσεις άλλων δημιουργών. Πάνω από το 80% των ψηφιακών αφηγήσεων που δημιουργούνται αυτά τα 15 χρόνια αναφέρονται σε ψυχικά ή σωματικά τραύματα.
Δηλαδή ο κόσμος θέλει να βγάλει από μέσα του όχι τόσο το καλό όσο αυτό που τον δυσκολεύει. Είναι μια γνωστή αλήθεια: θέλεις να βάλεις στο τραπέζι αυτό που σε απασχολεί, διότι ελπίζεις ότι, με το να το έχεις απέναντί σου, μπορεί να το δεις και με άλλο μάτι, να αναδομήσεις την προσωπική σου ιστορία.
Αυτό γίνεται κατά πολύ αρτιότερο και πιο επιτυχές όταν δίπλα σου έχεις κι άλλους να παρατηρούν και να σε ακούν καλοπροαίρετα. Ποτέ δεν είχαμε ειρωνικά σχόλια, ποτέ. Μέσα σε 2000 ιστορίες, στις οποίες πολλοί από όσους συμμετείχαν ήταν και φοιτητές προπτυχιακού επιπέδου, δηλαδή παιδιά 20 χρονών.
Εκεί λοιπόν βλέπεις την ιστορία σου μαζί με τους άλλους και καταλαβαίνεις, βλέποντας και την ιστορία του άλλου, ότι τα πράγματα δεν είναι μόνον έτσι όπως μέσα σου έχει φυτευτεί αυτός ο άσχημος —ας το πούμε— σπόρος. Βλέπεις με μεγάλη ενσυναίσθηση την ιστορία του άλλου.
Δεν μας ενδιαφέρει να δημιουργηθεί ένα ωραίο βίντεο με απαιτήσεις αισθητικής σε τριάμισι ή τέσσερα λεπτά, αντίθετα θέλουμε να παραχθεί κάτι που να εκφράζει με αυθεντικότητα, ειλικρίνεια και οπωσδήποτε συναίσθημα αυτό το οποίο θέλεις να πεις.

Από το βίντεο «Αργή κίνηση» που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος του digital storytelling στο ΕΚΠΑ.
Μιλάτε για αυθεντικότητα και συναίσθημα, στοιχεία που διαφοροποιούν σημαντικά το δικό σας μοντέλο εργασίας και ψηφιακής αφήγησης, από τα πρότυπα αφηγήσεων στα σημερινά social media, όπου οποιοσδήποτε μπορεί να ανεβάσει ένα βίντεο δικό του στο timeline ανά πάσα στιγμή, χωρίς να είμαστε σίγουροι για την αυθεντικότητά του.
Γι’ αυτό το λόγο έχουμε κλειστές ομάδες. Υπάρχουν δύο κατευθύνσεις τις οποίες ακολουθούμε, ιδιαιτέρως όταν πραγματοποιούμε σεμινάρια είτε σε πανεπιστημιακό επίπεδο είτε, με το ευρύ κοινό. Ζητάμε από τον καθένα και την καθεμία να φτιάξει καταρχάς μία ψηφιακή αφήγηση, η οποία να έχει όποιο θέμα ο ίδιος ή η ίδια διαλέξει. Οτιδήποτε: από την απώλεια του σκύλου σου μέχρι το 1922, επειδή είσαι, ας πούμε, σμυρναίικης καταγωγής· από το 1821, επειδή το γιορτάζουμε, αλλά δεν μπόρεσες να πεις το ποίημά σου γιατί είχες τρακ, μέχρι το πιο προσωπικό σου βίωμα, ακόμη και την πιο κρυφή ερωτική σου σκέψη.
Αυτά είναι θέματα τα οποία επιλέγει ο καθένας ελεύθερα. Όμως στη συνέχεια τα θέτει στο τραπέζι, τα γράφει μετά σε μορφή ιστορίας με το χέρι του. Επιμένουμε όσο μπορούμε να χρησιμοποιείται το μολύβι και το στυλό, για να μη μένουμε διαρκώς στο ψηφιακό μέσο. Μετά αυτό διαβάζεται, συνδιαμορφώνεται μέχρι ενός σημείου, με απόλυτα υπεύθυνο βέβαια αυτόν που έχει αναλάβει την ευθύνη του κειμένου του. Έτσι δημιουργείται συζήτηση γύρω από κάθε τέτοια ιστορία.
Μεταφέρεται έπειτα αυτό σε μορφή σκριπτ, περίπου 350 λέξεις, ώστε να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ένα βίντεο ως προς την αφήγηση για την οποία μιλάμε. Είναι συνεργατική διαδικασία, αλλά είναι και ατομική. Ο καθένας και η καθεμία εμπλουτίζουν αυτό που έχουν ως κείμενο ή ιστορία, το οποίο και γράφουν ψηφιακά με την προσωπική τους φωνή σε ένα μικρόφωνο. Επιμένουμε στην προσωπική φωνή, γιατί λέει πολλά.
Το εμπλουτίζουν λοιπόν με σχετικά στοιχεία που έρχονται να βρουν από το προσωπικό τους, ας το πούμε, σεντούκι αναμνήσεων — από το παρόν και το παρελθόν. Δεν επιτρέπεται η χρήση εικόνων, βίντεο και άλλων υλικών από το διαδίκτυο, διότι αυτό αφορά άλλες πραγματικότητες. Δηλαδή, εφόσον εσείς δεν έχετε ευκολία ή δεν θέλετε να βάλετε κάποιες εικόνες, προτιμούμε να βάλετε ακόμη και μία γραμμή, ή να έχετε μια μαύρη ή άσπρη οθόνη, παρά να μας φέρετε, μιλώντας για την οικογένειά σας, το πρότυπο μιας αγγλοσαξονικής οικογένειας που δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική οικογένεια.
Στη συνέχεια, καλούνται οι συμμετέχοντες να έρθουν σε επαφή με αυτά τα προγράμματα που μπορούν να συναρθρώσουν τα διάφορα μέσα: δηλαδή τις εικόνες, τα κομμάτια βίντεο, τη φωνή τους που αφηγείται την ιστορία, κάποια εφέ που θέλουν, ακόμα και μουσική, την οποία εκείνοι επιλέγουν και βάζουν. Τα συναρθρώνει λοιπόν κανείς όλα αυτά σε ένα μικρό βίντεο τρεισήμισι-τεσσάρων λεπτών.
«Έχουμε συχνά περιπτώσεις ατόμων είτε μεγάλης ηλικίας είτε από ευαίσθητες ομάδες, οι οποίοι δεν έχουν ιδέα από υπολογιστή, και όμως φτιάχνουν θαύματα.»
Η δημιουργία του βίντεο διδάσκεται από μέλη της ομάδας σας;
Αυτά τα προγράμματα, πολλά από τα οποία είναι πλέον ελεύθερα και δωρεάν, δεν τα μαθαίνουμε αναλυτικά στους ανθρώπους που παρακολουθούν τα σεμινάρια. Τους αφήνουμε να τα μάθουν είτε από διάφορα tutorials στο YouTube είτε με όποιον άλλο τρόπο διαλέγουν, επίτηδες — και όχι μόνο επειδή δεν έχουμε χρόνο, γιατί, πράγματι, δεν επαρκεί.
Όλα αυτά γίνονται κυρίως για να έχει ο συμμετέχων ή η συμμετέχουσα την απαραίτητη ζέση να πει το πρόβλημά του, την ιστορία του, ή έστω μια ευχάριστη ιστορία του. Και γι’ αυτό θα καθίσει να «σπάσει πέτρα», όπως λέω, για να μπορέσει να φτιάξει την ιστορία του.
Έχουμε συχνά περιπτώσεις ατόμων είτε μεγάλης ηλικίας είτε από ευαίσθητες ομάδες, οι οποίοι δεν έχουν ιδέα από υπολογιστή, και όμως φτιάχνουν θαύματα. Και, στην ερώτηση που τους κάνουμε στο τέλος, θα σας πω τι μου είπαν κάποιοι σκύβοντας στο αυτί: «Κύριε, εγώ φέτος τα Χριστούγεννα θα ζητήσω από τον γιο μου να μου φέρει έναν υπολογιστή». Καταλάβατε δηλαδή;
Αυτά είναι που με γοήτευσαν και με έκαναν να ασχοληθώ δεκαπέντε χρόνια με αυτό.

Από το βίντεο «Το φροντιστήριο».
Το digital storytelling αποτελεί ένα σημαντικό μέσο αυτογνωσίας και θεραπείας, αν το δούμε από την σκοπιά του κοινωνικού του αποτυπώματος.
Θα έλεγα ότι οι συμμετέχοντες αποκτούν φωνή. Έχουμε δουλέψει επανειλημμένως με πρόσφυγες, με μετανάστες. Και ξέρετε, αυτός ο κόσμος φοβάται, διότι δεν θέλει να δείξει το πρόσωπό του, ούτε τη φωνή του, ούτε τίποτε, διότι όλα αυτά μπορεί να του κοστίσουν την παραμονή του στη χώρα μας — ή, επειδή δουλεύουμε και με το εξωτερικό, σε άλλες χώρες αντίστοιχα.
Τα παραδείγματα πολλά: θα αναφερθώ ενδεικτικά σε μία γυναίκα στο Βέλγιο που μιλά για τη γενοκτονία στη Ρουάντα και τον εμφύλιο μεταξύ Τούτσι και Χούτου, πώς βρέθηκε μπροστά σε ακραία βία, πώς τραυματίστηκε η ίδια και η οικογένεια της. Αυτά δεν μπορείς να τα πεις με όνομα, ούτε με ταυτότητα, ούτε με πλήρη έκθεση, διότι τότε μπορεί να κινδυνεύσεις.
Επίσης, πολλοί συνάδελφοι – ακόμη και μέσα στη δύσκολη γραφειοκρατική πραγματικότητα της Ελλάδας – δουλεύουν με κρατούμενους σε φυλακές. Πραγματικά, το εργαλείο αυτό, όπως και στις περιπτώσεις ασθενών, έχει θαυμάσια αποτελέσματα.
Στην εκδήλωση του Σαββάτου έχετε κοντά σας ομιλητές από διαφορετικούς χώρους των τεχνών και των επιστημών, όπως είναι ο Κώστας Βαρώτσος και ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Πώς συγκλίνουν οι διαφορετικές αυτές διαδρομές;
Στην Ταινιοθήκη θα δούμε 20 ψηφιακές αφηγήσεις, για καθεμία από τις οποίες έχουμε τη συναίνεση του ίδιου του δημιουργού, ώστε να τις δείξουμε στην Ταινιοθήκη. Απαιτείται γενική συναίνεση για να χρησιμοποιούμε τις ιστορίες, μεγάλων και μικρών συμμετεχόντων είτε για συνέδρια είτε για λόγους έρευνας, αλλά όταν πρόκειται για το ευρύ κοινό, ζητείται επιπλέον συναίνεση.
Εν προκειμένω οι 20 ιστορίες αφορούν, για παράδειγμα, το πώς απαντά ένας νέος ή μία νέα, μέσω της δημιουργίας ψηφιακής αφήγησης, στο τι σημαίνει γι’ αυτόν το φροντιστήριο. Σε μία καταπληκτική ιστορία για το φροντιστήριο, ένας έφηβος μαθητής παρομοιάζει τις εισαγωγικές εξετάσεις με τον ιππόδρομο, όπου τρέχουν τα άλογα και όλοι προσπαθούν να φτάσουν κάπου.
Σε άλλες ιστορίες που απαντούν στην ερώτηση «τι είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για σένα», κάποιοι, αν είναι μεγαλύτερης ηλικίας, μιλούν για την εφημερίδα τους, κάποιοι άλλοι μιλούν για την τηλεόραση, οι νέοι μιλούν για τα κοινωνικά δίκτυα κ.λπ. Δεν μιλούν όμως απλώς, αλλά κατασκευάζουν τις ψηφιακές ιστορίες.
Όπως είπα και πριν, έχουμε και παραδείγματα δυστυχώς πολύ δραματικά ασθενών από καρκίνων εξού και η παρουσία στην Ταινιοθήκη ανθρώπων από την ιατρική. Η παρουσία των καλλιτεχνών είναι γιατί, ουσιαστικά, παρόλο που δεν έχουμε απαιτήσεις αισθητικής με τη στενή έννοια, το τελικό κατασκεύασμα και βίντεο, αποτελεί μια μικρή ταινία. Ο Κώστας Βαρώτσος, που θα είναι μαζί μας είναι ένας βαθιά εικαστικός άνθρωπος, και ο Αντώνης Καφετζόπουλος αντίστοιχα είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Πώς βλέπετε το μέλλον της ψηφιακής αφήγησης, δοκιμάζοντας τις ευκολίες που παρέχει η τεχνητή νοημοσύνη;
Οφείλουμε να δοκιμάζουμε πια και τις δυνατότητες, όπως κάνουν όλοι, της τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην εκμάθηση των διαφόρων εργαλείων της ψηφιακής αφήγησης.
Αυτό που δουλέψαμε και είχε ενδιαφέροντα αποτελέσματα είναι, πώς αν πει κάποιος/κάποια την ιστορία του με τον παραδοσιακό τρόπο και τη δώσει ως κείμενο σε κάποιες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, η ιστορία αυτή θα πάρει τη μορφή ενός βίντεο.
Η διαφορά είναι, όπως λένε, «από τη γη στο φεγγάρι». Η διαπίστωση είναι ότι ξαφνικά μετατρέπονται αυτοί που συμμετέχουν σε κάποιον άλλον — Κινέζος ή Κινέζα, υπερβολικά «σέξι», ή κάτι τελείως ξένο προς αυτό που είναι. Ευτυχώς, ακόμη αυτά τα εργαλεία δεν έχουν φτάσει πολύ μακριά σε τέτοιο επίπεδο, αλλά αυτό δεν είναι το κυρίως ζήτημα, γιατί αργά ή γρήγορα θα το καταφέρουν. Αυτό είναι σίγουρο.
Εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι η ψηφιακή αφήγηση, όπως την εφαρμόζουμε και τη διδάσκουμε εδώ, αλλά και όπως την εφαρμόζουν οι άνθρωποι με τους οποίους συνδεόμαστε διεθνώς, δεν είναι το τελικό προϊόν μόνο – το βίντεο ιστορίας. Είναι η διαδικασία.
Είναι το ότι αυτοί που μετέχουν αναπτύσσουν ήπιες δεξιότητες — όπως η ενσυναίσθηση, η πολιτειότητα, η συνεργατικότητα. Μαθαίνουν επίσης τεχνικές και ψηφιακές δεξιότητες. Με το να μαθαίνουν όλα αυτά τα προγράμματα, μαθαίνουν ουσιαστικά τη γλώσσα των νέων μέσων.
Διότι, ναι μεν τα νέα παιδιά, δηλαδή αυτοί που θεωρούμε «ψηφιακούς ιθαγενείς», τα παίζουν όλα αυτά στα δάχτυλα, αλλά αυτό δε συμβαίνει για όλους. Ούτε όλοι έχουν τις ίδιες δυνατότητες, σε όλα τα επίπεδα.
INFO Πληροφορίες Εκδήλωσης «Υφαίνοντας τις στιγμές» – 15 Χρόνια Ψηφιακής Αφήγησης στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος: Σάββατο 23 Μαΐου 2026. Ώρα: 11:00 – 14:00 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Είσοδος: Ελεύθερη

