Παρότι ο ίδιος εκτιμά πως η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του δυτικού κόσμου ήδη από την ίδρυσή της το 1960, η πραγματικότητα είναι ότι ο Νίκος Χριστοδουλίδης εφαρμόζει κατά τη διάρκεια της προεδρικής θητείας του- και μάλιστα αποφασιστικά- εξωτερική πολιτική με απόλυτη προτεραιότητα την εμβάθυνση των σχέσεων με τους ισχυρούς της Δύσης. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούνται τόσο η στρατηγική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και προσφάτως τη Γαλλία, ειδικά στον τομέα της άμυνας, όσο και η ρητή εξαγγελία του στόχου ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Κι αυτά, παρά τις ηχηρές εσωτερικές αντιδράσεις, ειδικά όσον αφορά την παρουσία των Ισραηλινών στο νησί, αλλά και το ενδεχόμενο εισόδου στη δυτική συμμαχία- ένα θέμα το οποίο στη μεγαλόνησο αποτελεί, διαχρονικά, ταμπού, εξαιτίας προφανώς της Ιστορίας του Κυπριακού.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης έδωσε εξαρχής έμφαση στη γεωπολιτική συνθήκη, θέτοντας μάλιστα ως στόχο της κυπριακής προεδρίας την ποιοτική επιτάχυνση του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, αλλά και την ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβώνας ώστε οι Ευρωπαίοι να συνδράμουν επί της ουσίας όποιον εταίρο απειλείται στο πεδίο. Όταν ερωτάται από το «Βήμα» αν το 42.7 στοχεύει στην προστασία της Κύπρου από την Τουρκία ο Νίκος Χριστοδουλίδης απαντά ότι «είναι οξύμωρο και ξεπερνά τα όρια της λογικής μια χώρα που κατέχει με τη βία των όπλων το 37% της επικράτειας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους να εμφανίζεται ως θύμα».
Με τις ρίζες της Ιστορίας που συνδέουν Ελλάδα και Κύπρο να είναι ταυτοχρόνως βαθιές και εύθραυστες, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αρνείται ότι το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης προκάλεσε ρήγμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, δηλώντας ότι δεν τον αφορά αν υπάρχουν συμφέροντα στο νησί που απεργάζονται το έργο. Ο κ. Χριστοδουλίδης επαναλαμβάνει ότι στόχος της προεδρίας του είναι η επανέναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, ενώ εξηγεί τι άλλαξε ξαφνικά ώστε να υπάρχουν ελπίδες για παρουσίαση σχεδίου λύσης έως το τέλος του 2026.
Η συνέντευξη του πρόεδρου της Δημοκρατίας στο «Βήμα» δόθηκε λίγες ώρες μετά την ιστορικής φύσης ομιλία του στη Βουλή των Ελλήνων. «Τα χώματα της Κύπρου είναι ποτισμένα με το αίμα των Ελλήνων αδελφών μας», υπενθύμισε ο Νίκος Χριστοδουλίδης, αναφερόμενος και στους Ελλαδίτες αξιωματικούς, οι οποίοι υπηρέτησαν στο νησί από το 1960 έως το 1974. Παρότι ο ρόλος σημαντικής μερίδας εξ αυτών ήταν ολέθριος, ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν δίστασε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του.
– Έχετε θέσει ως προτεραιότητα της κυπριακής Προεδρίας στην Ε.Ε. την ποιοτική αναβάθμιση και την επιτάχυνση του εγχειρήματος της στρατηγικής αυτονομίας. Κατά γενική ομολογία και παρά την εξαιρετικά κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία η Ευρώπη των «27» κινείται αργά. Ποιο θα είναι το κληροδότημα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αυτό το ζήτημα τον Ιούνιο του 2026;
Όντως η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείτο αργά. Όχι πλέον. Και χαίρομαι γιατί εξωτερικοί, κατά κύριο λόγο παράγοντες, μας «ανάγκασαν» να κινηθούμε με ταχύτητα. Και κλασσικό παράδειγμα αυτού που λέω είναι τα θέματα Άμυνας και Ασφάλειας που απλά για χρόνια τα συζητούσαμε μόνο, ενώ πλέον έχουμε προχωρήσει, όχι μόνο στη λήψη αποφάσεων αλλά και στην υλοποίησή τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το SAFE, μια επένδυση 150 δις, για ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας και ετοιμότητας των Κρατών-Μελών στα θέματα άμυνας και ασφάλειας. Έρχομαι τώρα στο άρθρο 42.7. Το θέμα έχει ήδη τεθεί με τον πλέον επίσημο τρόπο ενώπιον των ηγετών και των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αυτό από μόνο του είναι ένα κληροδότημα της προεδρίας μας.
Το περιστατικό στη Βρετανική Βάση Ακρωτηρίου, που βρίσκεται στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των ηγετών και των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αποστολή ελληνικής στρατιωτικής δύναμης στην Κύπρο λειτούργησε ως προπομπός για να εκδηλωθεί κύμα αλληλεγγύης και από άλλα ευρωπαϊκά κράτη και λειτούργησε και ως ευκαιρία για την Ευρώπη. Οι από κοινού πρωτοβουλίες της Κύπρου και της Ελλάδας είχαν ως αποτέλεσμα να συζητηθεί πλέον, στο ανώτατο επίπεδο, το θέμα της θεσμοθετημένης αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όποτε ένα Κράτος-Μέλος δέχεται επίθεση, και έχουν ήδη ξεκινήσει οι συζητήσεις για την ετοιμασία συγκεκριμένου επιχειρησιακού πλάνου.
– Τόσο εσείς, όσο και ο κ. Μητσοτάκης μιλήσατε για de facto ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβώνας στην περίπτωση ανάπτυξης των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την προστασία του εδάφους της Κύπρου. Τι περιλαμβάνει η πρωτοβουλία σας για ορισμένες αναγκαίες αλλαγές στο 42.7 και τελικά αυτή η πρωτοβουλία στοχεύει στην προστασία της Κύπρου από την Τουρκία;
Ως Πρόεδρος μιας χώρας που εδώ και μισό αιώνα είναι θύμα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, βιώνω καθημερινά την ανάγκη όπως το Άρθρο 42.7 για τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας καταστεί πλήρως επιχειρησιακό και άμεσα αξιοποιήσιμο από κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό το θέμα δεν μπορεί να παραμένει θεωρητικό αλλά πρέπει να μεταφραστεί σε συγκεκριμένους, λειτουργικούς μηχανισμούς, να αποκτήσει ουσία και να είναι επιχειρησιακό. Και ως εκ τούτου, οφείλουμε να ετοιμάσουμε ένα σαφές κείμενο για την άμεση και ουσιαστική ενεργοποίησή του, ώστε να καταστεί πλήρως επιχειρησιακό και άμεσα αξιοποιήσιμο από κάθε κράτος μέλος. Αυτή μου τη θέση την κατέθεσα με τον πλέον επίσημο τρόπο ενώπιον των ομολόγων μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου μετά την έναρξη της νέας κρίσης στην περιοχή μας, αλλά και πιο πρόσφατα στο πλαίσιο της ουσιαστικής συζήτησης που είχαμε στο Άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Κύπρο τον Απρίλιο.
Πέραν αυτού, ως Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταβάλλουμε προσπάθειες για την προώθηση της Στρατιωτικής Κινητικότητας, ενός βασικού πυλώνα της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, με στόχο την άρση των εμποδίων και την επιτάχυνση της κινητοποίησης ευρωπαϊκών δυνάμεων, καθώς και στην προώθηση του πακέτου απλοποίησης για την ενίσχυση της ετοιμότητας στον τομέα της Άμυνας.
– Οι κινήσεις αυτές, μαζί με την αμυντική συνεργασία της Κύπρου με το Ισραήλ και τη Γαλλία προκαλούν έντονες αντιδράσεις της Τουρκίας. Εκεί, η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρείται ως μέλος μιας συμμαχίας, η οποία επιχειρεί να περικυκλώσει την Τουρκία. Τι απαντάτε;
Έχουμε τονίσει πάρα πολλές φορές δημοσίως ότι όλα τα σχήματα στα οποία λαμβάνουμε μέρος, είναι στη βάση μιας θετικής ατζέντας, συμβατά με το Διεθνές Δίκαιο, και αποβλέπουν στη συνεργασία των κρατών σε διάφορους τομείς, περιλαμβανομένης της άμυνας και της ασφάλειας, χωρίς σε καμία περίπτωση να στρέφονται εναντίον οποιασδήποτε άλλης χώρας. Είναι οξύμωρο και ξεπερνά τα όρια της λογικής μια χώρα που κατέχει με τη βία των όπλων το 37% της επικράτειας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους να εμφανίζεται ως θύμα.
– Είστε ο πρώτος πρόεδρος στην Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας με τόσο σαφή δυτικό προσανατολισμό. Είπατε ανοικτά ότι αν υπάρξουν οι πολιτικές προϋποθέσεις (βλ. Τουρκία) η χώρα θα κάνει αίτημα για ένταξη στη Συμμαχία. Με δεδομένο το ιστορικό βάρος, θεωρείτε δεδομένο ότι αυτό το αίτημα είναι πλειοψηφικό στην κυπριακή κοινωνία και το πολιτικό σύστημα;
Ιστορικά από ιδρύσεως της το 1960, η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι αναπόσπαστο μέρος του δυτικού κόσμου όπως έχει διαμορφωθεί στην πορεία του χρόνου. Έχω την έντονη πεποίθηση ότι, τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας μας υπηρετούνται μέσα από σαφείς και ξεκάθαρες τοποθετήσεις σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, χωρίς αμφισημίες και αμφιταλαντεύσεις. Η δική μας κυβέρνηση ακολουθεί εξωτερική πολιτική με δυτικό ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Θεωρώ, ότι, επίσημα η συζήτηση για τον προσανατολισμό της χώρας έκλεισε οριστικά το 2004 όταν η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες, ισότιμο και αναπόσπαστο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως εκ τούτου, μια μελλοντική ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ, όταν το επιτρέψουν οι πολιτικές συνθήκες, δεν μπορεί να αντικρίζεται έξω από αυτό το πλαίσιο, για λόγους που γίνονται αντιληπτοί. Και προς επίτευξη αυτού του στόχου εργαζόμαστε εντατικά, ειδικότερα σε εσωτερικό επίπεδο, επενδύοντας ουσιαστικά στην αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς, σε όλα τα επίπεδα.
– Η πραγματικότητα είναι ότι στην περίπτωση του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης καταγράφηκε ρήγμα μεταξύ Αθήνας- Λευκωσίας. Αυτό ούτε πρωτόγνωρο είναι, ούτε πρωτοφανές. Όμως, πολλοί είδαν πίσω από την αναζήτηση νέας οικονομοτεχνικής μελέτης και αναζήτησης επενδυτών μια προσπάθεια φυγής προς τα εμπρός για ένα έργο το οποίο δεν πρόκειται να γίνει. Και το ερώτημα είναι διπλό: Υπάρχουν πράγματι συμφέροντα στην Κύπρο που απεργάζονται το έργο; Θεωρείτε ότι η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να προστατεύσει το έργο;
Όπως γνωρίζετε η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου-Ελλάδας είναι ευρωπαϊκό Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος και έχει λάβει σημαντική χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη». Για μας είναι έργο στρατηγικής σημασίας και μέρος των σχεδιασμών μας για το ενεργειακό μέλλον της χώρας μας. Αν υπάρχουν συμφέροντα στην Κύπρο, που το απεργάζονται, δεν με ενδιαφέρει και δεν με αφορά. Είμαι εδώ για να εξυπηρετήσω μόνο τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού. Λόγω των τεχνικών και οικονομικών προκλήσεων που υπάρχουν σε ένα έργο αυτού του μεγέθους, έχουμε συμφωνήσει στο ανώτατο επίπεδο των χωρών μας, και σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, να ζητήσουμε από κοινού από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων την επικαιροποίηση των οικονομικών και τεχνικών δεδομένων του έργου. Επαναλαμβάνω, ότι, το έργο είναι στρατηγικής σημασίας για την Κυπριακή Δημοκρατία, είναι μέρος του ενεργειακού μας σχεδιασμού, που έχει ως βασικό στόχο την ενεργειακή επάρκεια και ασφάλεια της χώρας, σε συνδυασμό με τη μεγάλη προσπάθεια για μείωση του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και η υλοποίηση του Έργου είναι στρατηγικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία οφείλει να διασφαλίσει την υλοποίησή του, αν πραγματικά θέλει να είναι στρατηγικά αυτόνομη.
Να μου επιτρέψετε να διαβεβαιώσω, επίσης, για μια ακόμη φορά ότι ούτε ρήγμα υπάρχει, μεταξύ Αθηνών-Λευκωσίας, ούτε οτιδήποτε άλλο. Η σχέση μας είναι αρμονική και στηρίζεται στον σεβασμό και την ειλικρίνεια, που μας επιτρέπει να συζητούμε τυχόν διαφορετικές θέσεις ή διαφορετικές προσεγγίσεις όταν υπάρχουν. Και να προσθέσω, γιατί πραγματικά το πιστεύω, οι θέσεις Αθηνών-Λευκωσίας δεν ήταν ποτέ προηγουμένως σε τέτοιο υψηλό επίπεδο.
– Ενώ η εντύπωση που είχε δημιουργηθεί ήταν αυτή της απόλυτης στασιμότητας στο Κυπριακό, μέσα στην εβδομάδα είπατε ότι ενδεχομένως να πάμε σε σχέδιο λύσης έως το τέλος του έτους. Πρώτον, τι άλλαξε ξαφνικά; Και δεύτερον μιλήσατε για παρασκηνιακές επαφές και για «σημαντικές και δύσκολες αποφάσεις». Τι εννοείτε, μπορεί να δούμε κάτι εκτός του γνωστού πλαισίου;
Εκείνο που μπορώ να σας πω μετά βεβαιότητας, είναι ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να αποδεκτούμε ως βάση λύσης ή ως βάση συζήτησης, οτιδήποτε δεν απαλλάσσει την Κυπριακή Δημοκρατία από τα δεσμά της παράνομης στρατιωτικής κατοχής. Ζητούμενο για εμάς είναι η επίτευξη λύσης, η απελευθέρωση και η επανένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου με σεβασμό στις αρχές, τις αξίες και το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αυτή είναι και η ξεκάθαρη θέση και της διεθνούς κοινότητας, και ειδικά ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, με τον οποίο είχα πρόσφατα στις Βρυξέλλες μια πολύ εποικοδομητική συζήτηση, σε συνέχεια και της συνάντησης του με τον κ. Ερντογάν στην Τουρκία. Το δεύτερο που επιθυμώ να σημειώσω είναι ότι έχω υποσχεθεί στον κυπριακό λαό, και φυσικά θα το τηρήσω, ότι δεν θα φέρω ενώπιόν του σχέδιο που δεν συμφωνώ εγώ ο ίδιος με το περιεχόμενό του. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη μια πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, την οποία εμείς στηρίζουμε.
Πρώτος στόχος είναι να οδηγηθούμε στην επανέναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων για συνολική λύση, σεβόμενοι το μέχρι στιγμής διαπραγματευτικό κεκτημένο. Σίγουρα υπάρχουν δυσκολίες και προκλήσεις, ωστόσο, έχω την έντονη πεποίθηση ότι εάν υπάρξει σμίκρυνση της απόστασης στα ανοικτά θέματα, τότε μπορούμε να αισιοδοξούμε για ουσιαστική αλλαγή σκηνικού. Πάνω σε αυτό εργαζόμαστε, επαναλαμβάνω όμως, πάντοτε εντός του συμφωνημένου πλαισίου. Και σε αυτή την προσπάθεια, καθοριστικό ρόλο δύναται να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο προς την κατεύθυνση μιας βιώσιμης και λειτουργικής λύσης, όσο και για να δημιουργηθούν δεδομένα για μια αμοιβαία επωφελή κατάσταση πραγμάτων, μέσα από τη λύση του κυπριακού. Και αναφέρομαι συγκεκριμένα στις ευρωτουρκικές σχέσεις.
– Την επόμενη Κυριακή (24 Μαΐου) η Κύπρος οδηγείται στις βουλευτικές κάλπες. Υπάρχει η αίσθηση ότι θα διογκωθεί η λεγόμενη αντισυστημική ψήφος, εξαιτίας και των υποθέσεων διαφθοράς που έρχονται τα τελευταία χρόνια στο προσκήνιο. Ανησυχείτε για το εκλογικό αποτέλεσμα; Βλέπετε το κυπριακό πολιτικό σύστημα να έχει εισέλθει σε φαύλο κύκλο;
Η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος θα γίνει σεβαστή από την κυβέρνηση, δεν έχουμε καμία ανάμειξη στην εκλογική διαδικασία και ασφαλώς δεν είναι η εκτελεστική εξουσία που θα κριθεί στην κάλπη, αλλά ο κυρίαρχος λαός θα αποφανθεί ποιοι θα τον εκπροσωπούν στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Από εκεί και πέρα στη Δημοκρατία είναι σεβαστές όλες οι θέσεις και ασφαλώς κάθε νέος κομματικός σχηματισμός είναι θεμιτός.
Ωστόσο, λυπούμαι να παρατηρήσω ότι παρόλον ότι απομένουν μόνο μερικές μέρες πριν τις εκλογές, δεν έχουμε ακούσει θέσεις, ξεκάθαρες τοποθετήσεις και προσεγγίσεις επί των θεμάτων που αφορούν την καθημερινότητα του πολίτη, τα μεγάλα θέματα της χώρας, το κυπριακό πρόβλημα, την εξωτερική πολιτική, τις σχέσεις μας με τα γειτονικά κράτη, τα εσωτερικά θέματα. Στις πλείστες περιπτώσεις ακούμε συνθήματα, με μια μηδενιστή προσέγγιση και μια τοξική προδιάθεση, δυστυχώς.
– Θα είστε ξανά υποψήφιος για την προεδρία;
Τη δεδομένη στιγμή δεν με απασχολεί το συγκεκριμένο ερώτημα. Έχω ήδη δημόσια αναφέρει ότι μόλις αποφασίσω για το συγκεκριμένο θέμα, θα ενημερώσω τον κυπριακό λαό υπεύθυνα, όπως πράττω πάντα.
