Η ελληνική οικονομία σήμερα θυμίζει ένα πλοίο που έχει επιδιορθώσει τα σοβαρά ρήγματα στο σκαρί του και έχει αρχίσει να αναπτύσσει ταχύτητα στην ανοιχτή θάλασσα, την ίδια στιγμή όμως που οι επιβάτες στο εσωτερικό του εξακολουθούν να κρυώνουν και να στερούνται τα απαραίτητα. Από τη μία πλευρά, οι δείκτες ευημερούν: η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η μείωση του δημοσίου χρέους και οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης στέλνουν ένα ισχυρό μήνυμα σταθερότητας στις διεθνείς αγορές. Από την άλλη πλευρά, ο μέσος Έλληνας πολίτης βιώνει μια καθημερινότητα που απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί αναπτυξιακή.
Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι γιατί η βελτίωση των στατιστικών μεγεθών δεν μεταφράζεται σε αισθητή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά εδράζεται σε έναν συνδυασμό συγκυριακών και δομικών παραγόντων. Ο πληθωρισμός αποτελεί αναμφίβολα την πιο άμεση απειλή. Η παρατεταμένη ακρίβεια στα τρόφιμα, την ενέργεια και τα ενοίκια διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να αισθάνεται υποκειμενικά φτωχό, παρά την αύξηση των ονομαστικών μισθών. Όταν σχεδόν το ένα τρίτο των πολιτών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του μόνο για στέγαση, η ανάπτυξη μοιάζει με στατιστικό εύρημα χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα.
Πέρα όμως από την ακρίβεια, το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στη χαμηλή παραγωγικότητα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά έναντι των ευρωπαϊκών μέσων όρων, γεγονός που οφείλεται στη μακροχρόνια αποεπένδυση και στη φθορά του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ταυτόχρονα, η μαζική φυγή εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στέρησε από την παραγωγική διαδικασία τις πιο δημιουργικές δυνάμεις της. Χωρίς την ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της καινοτομίας και της ψηφιακής μετάβασης, οι όποιες αυξήσεις στο εισόδημα θα δημιουργούν χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας σε κλάδους με χαμηλή προστιθέμενη αξία (π.χ. στον τουρισμό και την εστίαση) και θα είναι πάντα ευάλωτες στις διεθνείς αναταράξεις.
Τέλος, η δομή του φορολογικού μας συστήματος εκπέμπει σήμα κινδύνου. Η επιμονή στην υψηλή έμμεση φορολογία, τα έσοδα της οποίας υπερβαίνουν σταθερά εκείνα της άμεσης, αποτελεί ένα θλιβερό χαρακτηριστικό που συναντάται κυρίως σε χώρες του τρίτου κόσμου και όχι σε σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Είναι αδιανόητο να φορολογείται το πετρέλαιο κίνησης με 60% —επιβαρύνοντας οριζόντια την παραγωγή και τη μετακίνηση— την ίδια στιγμή που τα μερίσματα φορολογούνται με μόλις 5%, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγγίζει το 24%. Αυτή η «λογιστική» προσέγγιση της ανάπτυξης είναι κοντόφθαλμη. Η δημιουργία υπερ-πλεονασμάτων μέσω της υπερφορολόγησης μπορεί να ικανοποιεί τους δανειστές, αλλά εάν δεν συνοδεύεται από κοινωνική δικαιοσύνη, δεν είναι βιώσιμη. Ακόμη και η πολυδιαφημισμένη μείωση της ανεργίας παραμένει κενή περιεχομένου εάν το αποτέλεσμά της είναι η δημιουργία μιας στρατιάς «εργαζόμενων φτωχών», ανθρώπων που εργάζονται αλλά αδυνατούν να καλύψουν το κόστος ζωής τους.
Το τρέχον μοντέλο ανάπτυξης, παρότι επιτυχημένο στη σταθεροποίηση των δημοσιονομικών, φαίνεται να δυσκολεύεται να κλείσει την ψαλίδα της πραγματικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης
παραμένει καθηλωμένο σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, μια απόσταση που δεν φαίνεται να μικραίνει με τον επιθυμητό ρυθμό.
Για να περάσουμε σε μια φάση πραγματικής και συμπεριληπτικής ανάπτυξης, οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας. Η αύξηση της παραγωγικότητας απαιτεί γενναίες επενδύσεις στην τεχνολογία και την εκπαίδευση, καθώς και σοβαρές μεταρρυθμίσεις στην λειτουργία των αγορών, του κράτους και των θεσμών. Η οικονομική επιτυχία μιας χώρας δεν πρέπει να κρίνεται μόνο από την ικανοποίηση των Διεθνών Οργανισμών και των οίκων αξιολόγησης, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για το σύνολο των πολιτών της. Μόνο τότε οι δείκτες θα αντανακλούν την πραγματική ευημερία της κοινωνίας.
Αντί για ένα κράτος που αναδιανέμει φτώχεια μέσω επιδομάτων, χρειαζόμαστε μια οικονομία που επενδύει πραγματικά στην παραγωγή, στην τεχνολογία και στο ανθρώπινο κεφάλαιο που χάθηκε στα χρόνια της κρίσης. Η εμπιστοσύνη των αγορών είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά όταν χρησιμοποιείται ως αυτοσκοπός ενώ η κοινωνία αγκομαχά, τότε η ανάπτυξη μετατρέπεται σε μια κενή περιεχομένου στατιστική απεικόνιση. Η κοινωνική ειρήνη και η πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη απαιτούν τόλμη για ρήξεις με το παρελθόν, και όχι απλή διαχείριση της υστέρησης.
