Θεοφάνης Τάσης: Η ψηφιακή αθανασία και ο άνθρωπος του πυριτίου

Ψηφιακοί «Θεοί» ή δούλοι της τεχνολογίας; Γιατί η αθανασία στο ίντερνετ είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση

Θεοφάνης Τάσης: Η ψηφιακή αθανασία και ο άνθρωπος του πυριτίου

Η επίτευξη της αθανασίας μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας αποτελεί ένα νέο όραμα που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με αυτά των παραδοσιακών θρησκειών. Ο Θεοφάνης Τάσης, καθηγητής Φιλοσοφίας της Πληροφορίας στο Τμήμα Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου Ψηφιακός Ανθρωπισμός: Τεχνητή Νοημοσύνη και Τέχνη του Βίου (Αρμός, 2025), εξηγεί στο «Βήμα» πώς στον μετανθρωπισμό η διάκριση λογισμικού και υλισμικού αντικαθιστά την παλαιότερη μεταξύ ψυχής και σώματος.

Αναπτύσσει την προσωπική του φιλοσοφία για το αλληλένδετο της ψυχικής και της σωματικής διάστασης του ανθρώπου και για μια έννοια μέτρου αντλημένη από την ελληνική σοφία, η οποία θα μας επιτρέψει να βάλουμε όρια ως έναν τρόπο να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.

Ποια είναι η φιλοσοφική ανθρωπολογία που προϋποτίθεται στα οράματα για ψηφιακή αθανασία;

Ο τεχνολογικός μετανθρωπισμός, ο οποίος πρεσβεύει τη δημιουργία μιας τεχνητής υπερνοημοσύνης ως αποστολή του ανθρώπινου είδους θεωρεί ότι η μεταφόρτωση της συνείδησης είναι ένα στάδιο για την επίτευξή της. Δεν ανήκουν όλοι όσοι υποστηρίζουν τη μεταφόρτωση σε αυτό το είδος μετανθρωπισμού, ωστόσο η μεταφόρτωση της συνείδησης εμφανίζεται κυρίως σε αυτό το ρεύμα σκέψης. Προσωπικά, το αντιλαμβάνομαι κυρίως ως ένα εγχείρημα επίτευξης αθανασίας που δεν περνά μέσα από τις παραδοσιακές θρησκείες, αλλά είναι επιτεύξιμη μέσω της τεχνικής. Η εναλλακτική επίτευξη αθανασίας μέσω της τεχνικής είναι με την ανθρώπινη αναβάθμιση.

Η ψηφιακή αθανασία έχει ως υπόδειγμα μια δυαδική οντότητα που διαθέτει υλισμικό (hardware) και λογισμικό (software). Το σώμα είναι το υλισμικό, η συνείδηση ή η ψυχή είναι το λογισμικό που μπορεί να «τρέξει» σε οποιοδήποτε υπόστρωμα, όχι κατ’ ανάγκη σε βιολογικό. Για αυτό και μιλάμε για τη μεγάλη μεταφορά από τον άνθρωπο του άνθρακα (βιολογικό υπόστρωμα) στον άνθρωπο του πυριτίου (τεχνολογικό υπόστρωμα). Θεωρείται, λοιπόν, ότι εφόσον ο άνθρωπος μπορεί να διαχωριστεί πλήρως σε αυτά τα δύο μέρη, σε ένα βιολογικό υπόστρωμα, το οποίο δεν έχει μεγάλη σημασία, και σε ένα λογισμικό, στο οποίο περιέχονται τα πάντα με τη μορφή δεδομένων που μπορούν να εξαχθούν σε δυαδική μορφή, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι είναι εφικτή η μεταφόρτωση συνείδησης. Στην κατεύθυνση αυτή, εκτός από τον Ίλον Μασκ κινείται και ο Ντέμης Χασάμπης, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μέσω της ανακατασκευής του και ότι στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν πάρα πολύ σύνθετο υπολογιστή. Οπότε η διεκδίκηση της αθανασίας μέσω της τεχνικής, αν και σήμερα απέχουμε αρκετά, κρίνεται ως κάτι εφικτό στη θεωρία και επιτεύξιμο στην πράξη. Τώρα το αν θα επιτευχθεί σε 10 ή 15 χρόνια είναι δευτερεύον ζήτημα, το ουσιώδες είναι ότι αν είναι ορθή η ανθρωπολογία που εκδέχεται τον εγκέφαλο ως ανακατασκευάσιμο ψηφιακώς, τότε η αντίστοιχη αθανασία είναι θέμα χρόνου.

Μια παρόμοια στοχοθεσία γίνεται πιο κατανοητή αν αναλογιστούμε ότι μπορούμε να συλλάβουμε μόνο ένα θραύσμα του φυσικού περιβάλλοντος, —τα μάτια και τα αυτιά μας αντιλαμβάνονται ένα συγκεκριμένο φάσμα—, ενώ με τη διάνοιά μας μπορούμε να σκεφτούμε επιπλέον διαστάσεις ή τη φυσική μιας μαύρης τρύπας. Οι βιολογικοί μας περιορισμοί, για όσους πρεσβεύουν τη μεταφόρτωση, είναι άλλη μία ένδειξη ότι το λογισμικό είναι σημαντικότερο από το υλισμικό και ότι θα πρέπει να το απελευθερώσουμε από αυτούς τους περιορισμούς. Άλλωστε, όλη η ιστορία του ανθρώπου θεωρούν ότι ήταν η επικράτηση του πνεύματος έναντι του σώματος.

Πού έγκειται η δική σας φιλοσοφική κριτική σε αυτήν την ανθρωπολογία;

Δεν αντιλαμβάνομαι τον άνθρωπο ως υπολογιστή. Δεν θεωρώ ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε το λογισμικό, δηλαδή το ψυχικό, από το βιολογικό υπόστρωμα. Για μένα, το βιολογικό και το ψυχικό αποτελούν μια αδιαίρετη οντότητα, με τις δύο διαστάσεις να αλληλοκαθορίζονται με τρόπους μη σαφείς αλλά τεκμαρτούς: Κοκκινίζουμε, όταν ντρεπόμαστε, αισθανόμαστε «πεταλούδες στο στομάχι», όταν ερωτευόμαστε και, αντιστρόφως, γινόμαστε ευέξαπτοι, όταν έχουμε πονόδοντο. Η σχέση σώματος και ψυχής δεν είναι μονοσήμαντη ούτε εύκολα καθορίσιμη. Υπερβαίνει σε οντολογική τάξη τη σχέση hardware-software, καθώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει πλαστικότητα. Καθώς μιλάμε και εισπράττουμε ερεθίσματα, νέες νευρωνικές συνάψεις σχηματίζονται και άλλες ατροφούν. Η ίδια η νοητική λειτουργία αλλάζει το βιολογικό υπόστρωμα και αντίστροφα. Για αυτό δεν μπορούμε απλώς να «εξαγάγουμε» το ψυχικό από το βιολογικό.

Ενώ για τους μετανθρωπιστές όλα ανάγονται σε δεδομένα, εγώ δεν πιστεύω ότι οι διανοητικές διεργασίες, πόσω μάλλον το ασυνείδητο, τα όνειρα, τα πάθη και οι φόβοι,— είναι ποσοτικοποιήσιμα ή αλγοριθμίσιμα. Ακόμη και αν πετυχαίναμε τον διαχωρισμό, δεν θα μπορούσαμε να αλγορυθμίσουμε αυτές τις διαδικασίες. Θεωρώ τη μεταφόρτωση συνείδησης αδύνατη, ακολουθώντας και τη γραμμή των Ρότζερ Πένροουζ και Στιούαρτ Χάμεροφ, που υποστηρίζουν ότι οι νοητικές διεργασίες είναι μη αλγοριθμίσιμες. Με βάση το θεώρημα μη πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ, σε κάθε τυπικό σύστημα λογικής υπάρχουν προτάσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν ως αληθείς εντός του συστήματος, ενώ η συνείδηση μπορεί να τις συλλάβει. Ένας υπολογιστής, ως σύστημα τυπικής λογικής, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει όπως η συνείδηση.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, όπως στη βιομηχανική επανάσταση είχαμε το πρότυπο του Φρανκενστάιν και σκεφτόμασταν με βάση τον ατμό και τον ηλεκτρισμό, έτσι τώρα κυριάρχησε το πρότυπο του υπολογιστή. Είναι μια μεταφορά με περιορισμένη χρησιμότητα, όπως το να βλέπουμε λ.χ. την καρδιά ως αντλία. Τα νευρωνικά δίκτυα μιμούνται τον εγκέφαλο, αλλά ο εγκέφαλος τα υπερβαίνει λόγω ποιοτικής διαφοράς στην αλληλεπίδραση βιολογικού και ψυχικού. Αυτή η μεταφορά είναι επιτυχημένη επειδή θέλουμε να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας, αλλά αδυνατούμε να το κάνουμε με αναφορά στη θνητότητά μας. Ο πολιτισμός μας, από τη βιομηχανική νεωτερικότητα και μετά, βασίζεται στην απώθηση της θνητότητας και στην αφήγηση της αέναης προόδου δίχως τέλος. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα προς επίλυση. Σε αντίθεση με παλαιότερους πολιτισμούς που είχαν έντονο το θρησκευτικό στοιχείο και την αίσθηση του αυτοπεριορισμού, μέσω της θεϊκής τιμωρίας της ύβρεως, στον δικό μας αυτό απουσιάζει.

Δημιουργείται έτσι ένα τρομακτικό κενό νοήματος. Σήμερα υπάρχει μια χειραφέτηση, όπου εμείς νοηματοδοτούμε τον βίο μας, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε και το όριο του βίου ως αναγκαία συνθήκη για μια μεστότερη ζωή. Λόγω της αδυναμίας μας να αποδεχθούμε τη θνητότητα, οι άνθρωποι ονειρευόμαστε μια αθανασία που υπόσχεται η τεχνική. Οι πρωτεργάτες της τεχνικής, εσωτερικεύοντας την παντοδυναμία της τεχνοεπιστήμης, υποκαθιστούν τη θεία πρόνοια με μια τεχνολογική τελεολογία. Εφόσον έχουν τα χρήματα και τη φιλοδοξία, αλλά καμία άλλη πνευματικότητα, στρέφονται εκεί. Ο Ντέμης Χασάμπης μάλιστα αναφέρει τον Μπαρούχ Σπινόζα ως αγαπημένο του φιλόσοφο, αλλά η σχέση της κοσμοθεωρίας του με τον πανθεϊσμό του Σπινόζα είναι αμφίβολη. Η μεταφόρτωση, λοιπόν, δεν είναι εφικτή λόγω του αδιαίρετου ψυχικού-βιολογικού και των περιορισμών των αλγοριθμικών συστημάτων. Εντέλει η διεκδίκηση αυτή συνδέεται με την απώθηση της θνητότητας στη βιομηχανική νεωτερικότητα, που οδηγεί σε μια τρομακτική μοναξιά και την ανάγκη αποδοχής της τρωτότητάς μας. Μιλάμε συχνά για «επανεφεύρεση» του ατόμου, έναν όρο που βρίσκω προβληματικό, καθώς υποδηλώνει ότι σκεφτόμαστε τον άνθρωπο με όρους μηχανής, αποτελεσματικότητας και βελτιστοποίησης.

Είναι δυνατό να θέσουμε όρια στην επιστημονική έρευνα;

Πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στο ήθος του αυτοπεριορισμού. Αντλώ αυτό το ήθος από την αρχαία Ελλάδα, την έννοια της ύβρεως και του μέτρου. Πρέπει να μπορούμε να λέμε «αρκετά», τόσο με την αρνητική έννοια («μέχρι εδώ») όσο και με τη θετική («είμαι ευχαριστημένος»).

Σήμερα μας δίνονται διαρκώς τεχνικές καινοτομίες που υπόσχονται ευκολία και χρόνο, αλλά τελικά ο χρόνος λιγοστεύει. Είναι τεκμηριωμένο ότι οι άνθρωποι στον Μεσαίωνα εργάζονταν λιγότερο από εμάς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, αλλά με ποιο τρόπο και γιατί εργαζόμαστε. Πρέπει να πούμε «αρκετά» ως άτομα, π.χ. δεν θέλω ψηφιακό βοηθό ή AI εραστή, αλλά και ως κοινωνία. Πρέπει να θέσουμε ένα όριο στην επιστημονική έρευνα. Αυτό ακούγεται τρομακτικό, αλλά είναι απαραίτητο καθώς πλησιάζουμε στη δημιουργία μιας Τεχνητής Γενικής Νοημοσύνης (AGI). Όπως σταματήσαμε τις παρεμβάσεις στο ανθρώπινο γονιδίωμα, τα βιολογικά όπλα ή τα πυρηνικά όπλα, έτσι πρέπει να σταματήσουμε την έρευνα στην τεχνητή υπερνοημοσύνη και στην ανθρώπινη αναβάθμιση μέσω της τεχνικής. Πρέπει να διακρίνουμε ποια έρευνα και ποιες εφαρμογές θα επιτρέπουμε. Το να μην έχουμε όρια είναι ισοδύναμο με το να μην είμαστε ελεύθεροι.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version